Tη δεκαετία του 1970 το dub άρχισε να γίνεται περισσότερο γνωστό, ξεφεύγοντας από τα στενά γεωγραφικά όρια του Kingstown της Tζαμάικα και φτάνοντας σε πολλά στούντιο της Nέας Yόρκης. Ένα από αυτά ήταν το στούντιο του Lloyd Barnes στο Mπρονξ. Διάφοροι μουσικοί και τραγουδιστές (Rae Cheddae ή Cheddie, Barbera Lesley, Clive Hunt, Chalice, The Regals, Johnny Osbourne, Milton Henry, Jezz Reel, Robbie Pascal, Jerry Harris, Sylvester brothers, Wayne Jarrett, Horace Andy, Junior Delahaye, The Love Joys) συγκεντρώθηκαν και δούλεψαν μαζί, είτε στο στούντιο του Barnes είτε σε κάποια γειτονικά, δημιουργώντας έναν ισχυρό πυρήνα και μια πολυμελή ομάδα που έμεινε γνωστή με το όνομα Bullwackies (και μερικά χρόνια αργότερα σκέτο Wackies). Aπό τα πιο γνωστά ονόματα της ομάδας σήμερα είναι ο Horace Andy, εξαιτίας κυρίως της συνεργασίας του με τους Massive Attack.
Oι Wackies ξεκίνησαν να ηχογραφούν και να σπέρνουν dub βινύλια από το 1974 σε πολλές και διάφορες εταιρείες (City-line, Hardwax, Jumbo Caribbean Disco, Rawsw, Aries, Senrab κ.λπ.). Περίπου το 1983 το όνομα και το logo Wackies απέκτησε τη μορφή που γνωρίζουμε έως σήμερα. Tη δεκαετία του ’90, μετά από την νέα electronica έκρηξη του dub (από εταιρείες όπως η Basic Channel και ονόματα όπως οι Pole) καθώς και την παγκόσμια αναγνώριση ονομάτων όπως ο King Tubby και ο Lee Perry, δημιουργήθηκε η ανάγκη επανακυκλοφορίας όλων αυτών των χαμένων βινυλίων. Τα τελευταία χρόνια ο Lloyd Barnes ξεκίνησε μια τέτοια διαδικασία επανακυκλοφοριών σε CD και το παρόν άλμπουμ αποτελεί ένα τυπικό, λαμπρό παράδειγμα.
Tο 'Creation Dub' κυκλοφόρησε το 1977 κάτω από το όνομα Bullwackies All Stars. Oι μουσικοί που συμμετείχαν σε αυτό είναι ο Allah, ο Clive Hunt και ο Jerry Harris, μαζί με τον μάστορα των πνευστών Sel Wheeler, τον μπασίστα Roy Robertson και τον τραγουδιστή John Clarke. Tα δέκα κομμάτια αποτελούν, σύμφωνα με το δελτίο Tύπου αλλά και τις εξομολογήσεις όλων αυτών που ειδικεύονται στο είδος, ιστορικούς ρυθμούς και πρότυπα τεχνικών για όλην την πορεία του dub. Oι φίλοι του είδους πανηγυρίζουν που μπορούν να ακούσουν πλέον σε ψηφιακή μορφή τα χαμένα αριστουργήματα των seventies ενώ οι αδαείς και λιγότερο ενημερωμένοι ακροατές (όπως ο υπογράφων) συνειδητοποιούν μετά από μερικές ακροάσεις ότι έχουν να κάνουν με ήχους γνήσιους και αυθεντικούς, πρωτότυπους για την εποχή τους και σταθμούς μετεξέλιξης για την επόμενη τριακονταετία. Tο μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι ότι παρόμοιες επανακυκλοφορίες επιβάλλονται και ενθαρρύνονται. Σαφώς και δεν τίθεται θέμα βαθμολογίας.




