Words and Music , The Last Bandstand
Όταν ακόμη και τα στερνά τιμούν (και επαυξάνουν κιόλας) τα πρώτα... Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά
Καταρχήν όταν πρόκειται για τον Cecil Taylor ξέρουμε εξ αρχής ότι δεν τίθεται ζήτημα κριτικής. Δεν τίθεται γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι (πολύ λίγοι) που το έργο τους ξεπερνά τα συνήθη ποιoτικά όρια. Είναι αυτοί δηλαδή που κάνουν μεγάλο έργο. Για παράδειγμα δεν μπορώ να κάνω κριτική στον Πικάσο ή στον Μιρό, τι να πω δηλαδή, ότι εκείνο το έργο είναι καλύτερο ή χειρότερο από το άλλο; Δεν έχει νόημα γιατί το χειρότερό τους είναι κάτι που θα ήθελα να έχω στο δωμάτιό μου να το βλέπω για πάντα. Σε αυτή την κατηγορία καλλιτεχνών ανήκει ο Cecil Taylor. Ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες της τζαζ (και παραπέρα), ένας από τους μεγάλους καλλιτέχνες του 20ου και του 21ου αιώνα.
Πάμε παρακάτω. Όταν έχουμε λοιπόν έναν δίσκο καινούριο ενός τέτοιου καλλιτέχνη δεν μπορούμε παρά να ασχοληθούμε σοβαρά. Το ‘καινούριος’ βέβαια είναι σχετικό γιατί ο Cecil Taylor πέθανε το 2018. Πρόκειται όμως για μουσική που ηχογραφήθηκε δύο χρόνια πριν το θάνατό του, το 2016 και είναι η τελευταία του ζωντανή (επίσημα τουλάχιστον) εμφάνιση. Η τελευταία ζωντανή εμφάνιση ενός μεγάλου μουσικού (ο οποίος παρέμεινε μεγάλος μέχρι το τέλος, αυτό πρέπει να τονιστεί) δεν μπορεί παρά να είναι ένα γεγονός ιστορικό.
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για κάτι τέτοιο, να ξεφύγεις από τα τετριμμένα, να πεις δυο πράγματα που να έχει νόημα και σημασία να ειπωθούν (γιατί αυτό πρέπει και αξίζει), πόσο μάλλον όταν ο Cecil Taylor δυστυχώς δεν είναι ευρύτερα γνωστός όπως είναι για παράδειγμα ο John Coltrane. Ενώ θα έπρεπε. Ο λόγος είναι ο γνωστός. Και ισχύει και για κάμποσους άλλους καλλιτέχνες ακόμα. Ο Cecil Taylor ξέφυγε. Ξέφυγε από την μέγγενη του να αρέσει, του να κάνει πράγματα που να «καταλαβαίνει» το κοινό (αν ήθελε θα καταλάβαινε), του να γίνεται αποδεκτός. Έγινε ατρόμητος εξερευνητής του ήχου χωρίς να κοιτάει πίσω. Σε όλες ανεξαιρέτως τις ηχογραφήσεις του, είτε σόλο είτε με τα σχήματά του, βλέπουμε μια «μάχη» με τον ήχο. Αλλά μια μάχη εντελώς ξεχωριστή, που μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την ποίηση (κυριολεκτικά και μεταφορικά το τελευταίο), μετατράπηκε σε μια απολύτως μοναδική φωνή που ξέφυγε από όλα τα τυπικά όρια, αυτά της τζαζ, του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, ακόμα και αυτής της ίδιας της μουσικής. Είναι κάτι που συμβαίνει με τους μεγάλους κάθε τέχνης. Υπερβαίνουν την τέχνη τους. Ναι, είναι μουσική τελικά αυτό που κάνει ο Cecil Taylor. Αλλά δεν είναι μόνο μουσική, είναι και μια διείσδυση στα μόρια του ανθρώπινου πνεύματος. Μια διάσπασή τους και ανασυγκρότησή τους σε ένα καινούριο σώμα.
Το New Unit που ακούμε εδώ είναι ένα σπουδαίο κλείσιμο αυτής της δημιουργικής ζωής. Δεν είναι απλώς ο τελευταίος δίσκος. Είναι και αντάξιος αυτής της ζωής. Ποιητική του λόγου και του ήχου. Και ο λόγος (στο δεύτερο μέρος) και ο ήχος (και στα δύο μέρη) κυλάνε σαν νερό. Ελεύθερα και αβίαστα όπως μόνο εξαιρετικοί μουσικοί και ποιητές μπορούν.
Το New Unit αποτελείται από τους Cecil Taylor, πιάνο και λόγια, Harri Sjostrom, σοπράνο σαξόφωνο, Okkyung Lee, τσέλο, Tony Oxley (ο οποίος παραδόξως παίζει μόνο ηλεκτρονικά ενώ είναι ένας από τους σπουδαιότερους ντράμερ της free jazz) και ντραμς ο Jackson Krall.
Δώστε βάση!




