Royal Albert Hall..., Marquee..., Paradiso..., CBGB's..., κάποιοι χώροι στους οποίους δικαίως λέγεται, και δε θέλει επεξηγήσεις, ότι είναι απ' αυτούς που στις αίθουσές τους έχει γραφτεί κομμάτι της μουσικής Ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών. Τώρα που ξαλάφρωσα μ' αυτήν τη μεγαλεπήβολη δήλωση, την οποία συμμερίζονται πιθανόν όλοι, μπορώ να σκεφτώ και τέσσερις τουλάχιστον λόγους που κυκλοφορούν τα λάιβ στον πρώτο απ' αυτούς σε cd, και να μπούμε έτσι στο θέμα:
Πρώτον, όποιος παίζει εκεί σεληνιάζεται. Μετά νομίζει πως ό,τι έκανε δεν είχε ματαγίνει.
Δεύτερον, θεωρεί εν ολίγοις κοσμοϊστορικό το γεγονός της συνεύρεσης του επί σκηνής με πολυμελή ορχήστρα (κανονικός conductor με παπιγιόν και φράκο, πόντιουμ κ.λπ.), κι όπως κάθε ανάλογο χρειάζεται απλοποίηση για να χωρέσει σε κάθε σπίτι, σ' ένα δίσκο λ.χ.
Τρίτον, είναι πιο γεμάτο έτσι το φωτογραφικό λεύκωμα που και μονάχο του λειτουργεί ως αναμνηστικό, αλλά δεν έχει ήχο.
Τέταρτον, ανήκει στα άμεσα μέτρα εμπορικής τόνωσης του e-shop του εκάστοτε γκρουπ.
Από το 1999, οι The Cinematic Orchestra είναι μία απ' τις μπάντες που αναφέρω -μία άλλη είναι οι Jaga Jazzist- όταν θέλω να μιλήσω για μουσικούς που τους βγάζω το καπέλο σαν παίζουν τζαζ ή ορχηστρικά θέματα. Οι οποίοι όμως σχεδόν μια δεκαετία μετά έπαψαν να κάνουν τέτοιες επιλογές και στράφηκαν σε κανονικά τραγούδια. Το περσινό "Ma Fleur" τα μαρτύρησε όλα.
Πατώντας, ωστόσο, το σανίδι του γνωστού χολ του South Kensington, ο Jason Swinscoe κι η παρέα του έχασαν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την 24-μελή The Heritage Orchestra και να καταδυθούν ακόμη βαθύτερα μέσα στα instrumentals που έκαναν το "Man With A Movie Camera" έναν απ' τους πιο ξεχωριστούς δίσκους του 2003 και το "Motion" από κείνα τα ντεμπούτο που έσπρωξαν γρηγορότερα το χρόνο στο να γυρίσει απ' τα nineties στα zeros. Τη μια φορά που το κάνουν, δίνουν μια δωδεκάλεπτη εκτέλεση του "Man With A Movie Camera" που δε δυσκολεύεται να αναδειχθεί στην κορυφαία στιγμή του παρόντος.
Σε αντιδιαστολή με κάθε τυχόν προσδοκώμενο, όλες οι εκτελέσεις εδώ είναι κατώτερες των στουντιακών. Βλέπετε, ως το κύριο βάρος του σετ τους, οι The Cinematic Orchestra θέλουν τα τραγούδια τους. Κι ας γινόμαστε σε πρώτο πλάνο μάρτυρες της τεράστιας προσπάθειας της 26-χρονης Heidi Vogel (Levo είναι το πραγματικό της επίθετο), μιας τραγουδίστριας που έχει συνεργαστεί από Isaac Hayes μέχρι The Brand New Heavies, να αντικαταστήσει μη αφήνοντας κενό την Fontella Bass, και πάτημα το πάτημα να ακουστεί σαν την Bass. Μόνον για την αναμέτρησή της με το τιτάνιο αυτό καθήκον τής αξίζουν επευφημίες. Ωστόσο, μια η Vogel, μια η Lou Rhodes των Lamb, μία επίσης μεγάλη ερμηνεύτρια που έχει κάνει το "Time & Space" δικό της, δίνοντας πιθανόν τη στιγμή που η όλη χημεία πάει να κάνει την πολυπόθητη υπέρβαση, κι ένα ζωντανό άλμπουμ των The Cinematic Orchestra είναι γεγονός, με τα έντεκα τρακ του να είναι τραγούδια, τα έξι απ' το περσινό τους "Ma Fleur". Που ξεκάθαρα προωθούν, κι απλά αποδίδουν με πιο γεμάτες ενορχηστρώσεις, πες το κι έτσι.
Χρήσιμο; Αν τα ανέβαζαν έστω κι ένα χιλιοστό ως προς την ποιοτική τους στάθμη θα ήταν περισσότερο. Τώρα ό,τι ήταν, αυτό και (παρά κάτι) είναι, επομένως αυτό το λάιβ είναι σαφές ότι στηρίζεται στη δυναμική που έχουν κομμάτια όπως τα "All That You Give" και "Breathe" να κρατούν εαυτούς. Κι όλα αυτά ανεξάρτητα του αν συνυπάρχει εδώ ορχήστρα, ή όχι, ο ρόλος της δεν είναι τόσο καθοριστικός όσο φαντάζεστε, πόσο να αλλάξει ένα τραγούδι όταν δεν τραβάς τα περιθώριά του εκτός απ' το να ανοίξει εδώ σε διάρκεια; Που αυτό το τελευταίο δεν είναι και πάντοτε καλό, ούτε και στο προκείμενο είναι...
Αυτή ακριβώς είναι η καθοριστική κριτική σκέψη που κρεμάει, ή κολλάει αν θέλετε, στο παρόν την ταμπέλα "πρωτίστως για τους φαν" και το ρίχνει συγκαταβατικά στη μαύρη τρύπα που μεμονωμένοι άλλοι απ' τους 4.000 παρευρισκόμενους της 02/11/2007 θα το αναζητήσουν. Αναλογικά, ίσως πρόκειται εντέλει και για το πιο επί της ουσίας αδύναμο άλμπουμ των The Cinematic Orchestra μέχρι σήμερα, κι ας γράφει στο σκορ σχεδόν ένα...




