Mister pop
Η Νέα Ζηλανδία, εκτός από τους 'All Blacks' (εθνική ομάδα rugby, έχουν άραγε κι οι Ζηλανδοί κάποια ανόητη έκφραση όπως 'επίσημη αγαπημένη';) είναι διάσημη και για την indie-pop σκηνή των 80s. Αν σας έχει διαφύγει, ψάξτε στο δίκτυο για 'Dunedin Sound' και 'Flying Nun': φοιτητούπολη 100 χιλιάδων κατοίκων και δισκογραφική εταιρία, αντιστοίχως. Εκεί ξεκίνησαν οι Clean, εκεί ξεκίνησαν όλα και συνεχίστηκαν για κάμποσα χρόνια. Ψυχεδέλεια, Velvets και punk απόηχος ήταν οι πιο χτυπητές από τις πολλές επιρροές της περίφημης σκηνής. Που με τα πήγαινε-έλα μουσικών από συγκρότημα σε συγκρότημα, side project, φιλική συμμετοχή κλπ, έμοιαζε περισσότερο με παρέα (ή με το 'Τόλμη και Γοητεία' που όλοι έχουν πάει με όλους). Άλλη μπάντα ήταν πιο πειραματική, άλλη πιο φασαριόζα, άλλοι πιο μινιμαλιστές κλπ. αλλά για λόγους που υποθέτω άπτονται της ανθρωπολογίας οι πολλές συνιστώσες (όχι, δεν θα κάνω αστειάκι για τον σύριζα) κατέληγαν σε συνισταμένη αναγνωρίσιμη σε όλα τα γκρουπ και σήμα κατατεθέν της σκηνής: τη μελωδία και το νεύρο στην εκτέλεση. Ανάμεσα σε πάρα πολλά καλά γκρουπ και μουσικούς, ο David Kilgour (γνωστός κυρίως από τους Clean) και ο Martin Phillipps των Chills είναι οι δυο προσωπικότητες που ξεχώρισαν μέσα στα 30 χρόνια.
Στο φετινό 'Mister Pop' οι Clean δεν απομακρύνονται από τον ήχο της Flying Nun. To 'In the Dreamlife You Need a Rubber Soul' είναι από εκείνα τα τραγούδια που απολαμβάνεις χωρίς δεύτερες σκέψεις. Το ότι θα ήταν ελάχιστα διαφορετικό το 1995 ή το 1985 δεν νομίζω ότι απασχολεί ούτε τον πιο δυσκοίλιο μουσικοκριτικό. Η 'Rubber Soul' αναφορά στους Beatles ταιριάζει με την προσέγγιση των Clean στην pop φόρμα. To 'Asleep in the Tunnel' που έγραψε και τραγουδάει ο Robert Scott θα μπορούσε να είναι σε δίσκο των Bats, του άλλου γκρουπ του. Το 'Back in the Day' πάλι, είναι "τάλε κουάλε" Chills... Θα υπέθετε κανείς ότι το 'Mister Pop' αποτελεί με κάποιον τρόπο συνέχεια της χρυσής εποχής των αρχών της δεκαετίας του '80 (στην οποία σημειωτέον οι Clean δεν εξέδωσαν κανένα full length album παρά μόνον επτάιντσα και EPs), η οποία με κάποιον άλλο τρόπο αποτελούσε συνέχεια των 60s κλπ κλπ. Όχι ότι θα ήταν άσχημο, όσο υπάρχουν τραγούδια όπως το 'In the Dreamlife κλπ' που λέγαμε παραπάνω, αλλά δεν είναι και έτσι ακριβώς. Από το άνοιγμα 'Loog', με Stereolab synths και γυναικεία φωνητικά σαν να βγήκαν από shoegazer album, μέχρι το 'Tensile' που έχει έναν αέρα από Air (!) όλο και κάτι σύγχρονο γλιστράει. Η θορυβώδης και lo-fi πλευρά των παλιών Clean εξασθενίζει, χωρίς να χάνεται η αμεσότητά τους. Η απλότητα και η ευθύτητα του 'Factory Man' - και ο τίτλος προφανώς - με στέλνουν στο 'Factory Girl' από το 'Beggars Banquet', αν και Clean ποτέ δεν θύμιζαν ιδιαιτέρως Rolling Stones.
Τι είναι αυτό που τους κάνει να συνεχίζουν μετά από τόσα χρόνια, έστω και με μεγάλες διακοπές; Υποθέτω η δύναμη που παίρνει αυτός που βλέπει τις προσπάθειες τόσων χρόνων να δικαιώνονται, έστω και με καθυστέρηση. Εδώ και καιρό οι Pavement, οι Yo La Tengo και πολλοί άλλοι τους αναγνωρίζουν ως επιρροές τους, οι Hidden Cameras διασκευάζουν το 'Dunes' κλπ. Ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία να έχει ότι η γερμανική Morr, που ειδικεύεται σε πιο ηλεκτρονικά μονοπάτια, εξέδωσε φέτος συλλογή με τίτλο: 'Not Given Lightly - A Tribute To the Giant Golden Book Of New Zealand`s Alternative Music Scene'.




