Μετά από χρόνια εμπειρίας, πολλά live, συμμετοχές σε Reverse Mouth και Wham Jah, ενεργός και ως ο ιθύνων νους της πειραματικής Phase, και μετά από αρκετά προσωπικά άλμπουμ που εξερευνούν τις δυνατότητες και τα όρια του κιθαριστικού ήχου (άμπιεντ-θόρυβος), ο Dead Gum (aka Παναγιώτης Σπούλος) είναι στο σημείο της πορείας όπου συνήθως πολλοί δοκιμάζουν να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους ώστε να γίνουν πιο κατανοητοί και να δούνε τι θα βγει. Το Gainer όμως, αντί για νερωμένο κρασί, βγήκε τεκίλα-δυναμίτης, ο βιομηχανικός του θόρυβος ποτισμένος με μετά-post-punk σκουλήκια είναι τοξικός.
Προφανώς εδώ μιλάμε σαν κάποιος να ξεζούμισε τις καλές στιγμές του Dirty Beaches και να τις πίνει μονορούφι χωρίς να φοβάται να ρίξει τις στροφές ή αντιθέτως να ανεβάσει την ενέργεια στο κόκκινο. Το άλμπουμ ό,τι είναι να πει το λέει καθαρά και σε απευθείας μετάδοση με την πειραματική πλευρά του και την απέριττη πανκ παράδοση που ακολουθεί. Δοκιμάζει και πετυχαίνει σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Είναι ένα σπάνιο παράδειγμα όπου ο lo-fi χαρακτήρας δεν γίνεται θυσία στην ηχογράφηση-στούντιο-κλειστή-στροφή-καρμανιόλα, αλλά διατηρείται σχεδόν αυτούσιος με τα χαρακτηριστικά του απλώς να γίνονται πιο διακριτά και αποτελεσματικά. Το sequence του δίσκου είναι εξαιρετικό, πιάνει το θέμα από όλες τις πλευρές και ακούγεται μονορούφι. Τα τραγούδια από την άλλη ενώ πηγάζουν από κάποιον έμφυτο μινιμαλισμό, δεν επαναλαμβάνονται για να γεμίζουν το χρόνο αλλά παραμένουν σύντομα και περιεκτικά.
Το ταξίδι ξεκινά ιδανικά με το Float που με μια κιθαριστική λούπα ως βάση χτίζει ένα ψευτο-κρεσέντο που χύνεται στα ηχοτόπια του Black Glass, περνάει από τη ζαλισμένο-ζόμπι μπασογραμμή του Afraid Of Heights με τις επικίνδυνες κιθάρες-λεπίδες που επανέρχονται σε τακτά σημεία, και συνεχίζει στα στριγκλίσματα του Regain που δίνουν στο κομμάτι μια ιδιαίτερη γοητεία, για να ξαποστάσει αμέσως μετά At Poseidon's Beach, να ρίξει μια βουτιά στα δροσερά νερά του ώστε να μπορέσει σύντομα να αρχίσει να ανεβαίνει την κορυφή του Dare, μια απίστευτη άσκηση θορύβου που δοκιμάζει τα νύχια της πάνω σε βιομηχανικό techno παλιάς κοπής. Το Keen μου θυμίζει πρώιμους No Age και το ambient punk τους, ενώ οι απειλητικοί ρυθμοί και ο απόλυτος ήχος των The Asphalt Smell και Out Of My Mind διακόπτονται αριστοτεχνικά από το Coil-ικό γκρουβ του Thread που ενώ κάτι άλιεν μπλι-μπλίκια κάνουν μια σύντομη εμφάνιση, δεν αποφεύγει το ξέσπασμα στο τέλος.
Καθόλη τη διάρκεια του δίσκου τα πειραγμένα φωνητικά παραμένουν επιμελώς ατημέλητα (προς αποφυγή παρεξηγήσεων) ενώ όλο το άλμπουμ είναι βουτηγμένο σε μια early Sonic Youth-ίλα χωρίς όμως να δανείζεται και τη χαρακτηριστική πολυπλοκότητα μιας τετραμελούς μπάντας. Οι κιθάρες πάντως έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο καθώς εδώ μιλάμε έτσι κι αλλιώς για άλμπουμ που γεννήθηκε από τις στάχτες εκατοντάδων πειραμάτων πάνω από το πτώμα της. Δίσκος εξαιρετικός, που μαζί με το Wilderness of Mirrors του Lawrence English (αδελφάκια-δίσκοι), με ανάγκασε να βγω (επιτέλους) από τη σπηλιά μου για φέτος.




