Δύο χρόνια μετά την ορθάνοιχτων οριζόντων electro-pomp εξέγερση του Vitalic, η ανάγκη για επιστροφή στη βάση των ήχων και των ρυθμών με σχεδόν φασιστική διάθεση απέναντι σε οτιδήποτε περιττό είναι επιτακτική. Και υπάρχει σημαντική καθυστέρηση προς τούτο. Αν θέλετε να μιλήσουμε με την κλασική του ροκ ορολογία, πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θέση-στάση της minimal techno απέναντι στο εν ευρεία έννοια είδος της ηλεκτρονικής-χορευτικής μουσικής: ό,τι ακριβώς είναι το punk για το rock, λοιπόν, είναι και η μινιμαλιστική, αυστηρή, μονότονη και ενίοτε απαιτητική techno αισθητική για ένα είδος μουσικής που με περισσή ευκολία ρέπει προς τη mainstream ανοησία και του οποίου οι ακρότητες μετατρέπονται σε μια νύχτα σε κουραστικές κοινοτυπίες.
Τα εργαστήρια της Tresor και οι θάλαμοι αερίων της Morr, παρά το σοφό κομφορμισμό και την ορθά ελιτίστικη αισθητική τους, αδυνατούν να επιδράσουν άμεσα και ευεργετικά στο ταλαιπωρημένο κυρίως σώμα της dance electronica. Η Kompakt, αντίθετα, ως αμιγώς techno label που δεν αναλώνεται σε εστέτ ακρωτηριασμούς των ήχων και των ρυθμών αποτελεί ιδανική περίπτωση για κάτι τέτοιο. Το πνεύμα των καιρών τη βοηθάει, καθώς η disco-πάθεια του house υποχωρεί και η club κουλτούρα απαιτεί εδώ και τώρα πιο minimal βάσεις για να συνεχίσει να εκτονώνει τις ορμές της.
Ο Σουηδός Axel Willner παίρνει μόνος του το χρίσμα, τολμάει και εκτρέπει τις ανησυχίες του από τις σαφείς οδηγίες περί ambient pop προσκολλήσεως που δίνει η εταιρεία του και με πολύ φυσικό τρόπο σχεδόν (επαν-)εφευρίσκει το ιδίωμα του techno ambient, δια του οποίου ο Brian Eno και ο Derrick May τα πίνουν επιτέλους όχι απλά στο ίδιο μπαρ, αλλά σε διπλανά σκαμπό και με κοινό λογαριασμό. Και με τα τελευταία ποτά κερασμένα από τους Front 242!
Κατανοώντας το μεγαλείο και τη σπουδαιότητα της ρυθμικής ακαμψίας και ξεφορτώνοντας τη μελωδικότητα στον Καιάδα που της αξίζει, ανακατεύει στα έξι λεπτά του "Good Things End" τη γερμανική παράνοια με τον πιο άρρωστο ήλιο που βγήκε ποτέ στην Ibiza και δείχνει το δρόμο για το μέλλον της dance κοινωνίας: shinny happy people get out! Όσοι χορεύουν με το χαμόγελο στα χείλη ασφαλώς και δεν αξίζουν να υπάρχουν ανάμεσά μας. Οι λούπες καθυστερούν, οι επαναλήψεις δεν έρχονται να σε "κουνήσουν" άχαρα και για πρώτη φορά έχουμε E.B.M. που δεν επιτίθεται, αλλά παραμένει αγέρωχο και καλά εσώκλειστο στη διαφορετικότητά του.
Κάπου αλλού μέσα στο δίσκο εγκαινιάζεται και πάλι η εποχή που θα φέρει το θάνατο του rock συντηρητισμού και οι κιθάρες παίρνουν και αυτές τη θέση κομπάρσου που τους αξίζει, προτού ο Chuck Berry του μέλλοντος τις φέρει και πάλι στο προσκήνιο. Τα κιθαριστικά samples σε όλη τη διάρκεια του "From Here We Go Sublime" είναι η θολή ανάμνηση της πολύτιμης αξίας του κάρβουνου λίγα χρόνια μετά την επικράτηση του πετρελαίου. Όσοι δεν αλλάζουν πηγή ενέργειας, απλώς σταματούν να κινούνται και καθηλώνονται.
Όλα αυτά θυμίζουν ασφαλώς την trance μονοκρατοριά που απροσδιόριστα και ανεξήγητα κάπου μέσα στα 90s προσπάθησε να απο-εγκεφαλοποιήσει τη χορευτική μουσική. Ο Willner δεν την ξεχνάει. Την περιποιείται δεόντως και στο μπλέντερ με τη motor-ική φαιά ουσία ρίχνει άπειρα συνθετικά 4/4 ("The Deal" - δεκάλεπτο επιληπτικό chill-out έπος!), μπόλικο "πριονίδι" από τις extreme γεωτρήσεις του παρελθόντος ("Mobilia" - παντελής άρνηση για αλλαγές και χρωματισμούς), αλλά και electro-wave ρινίσματα, που από κανένα καλό τοξικό μείγμα δεν πρέπει να απουσιάζουν ("The Little Heart Beats So Fast").
O Dylan επαναστάτησε βάζοντας το καλώδιο στην πρίζα, ο Hendrix κάνοντας sex πάνω στις χορδές του, οι Ramones αρνούμενοι να μετρήσουν πάνω από το τέσσερα, ο Eno προτάσσοντας την αισθητική έναντι της ουσίας και ο Ian Curtis προτάσσοντας τη γοητεία της αδυναμίας έναντι στην ενοχλητική δύναμη της θέλησης. Ο Alex Willner μετατρέπεται σε "πεδίο" με ικανότητες να έλκει τις χρήσιμες μόνο ουσίες από τα καλύτερα ναρκωτικά που μας πότισε η ηλεκτρονική μουσική εδώ και δεκαετίες, να ακυρώνει κάθε παρενέργεια και να επιβάλλει εναλλακτικούς εθισμούς έναντι της παρακμιακής "πρεζo-ποίησης" των μουσικών εμμονών.
Χωρίς πολλά πολλά, δηλαδή, ο Alex Willner επαναστατεί βγαίνοντας από το εργαστήριό του και έχοντας στα χέρια ανόθευτη και ενισχυμένη ηρωίνη, που μας καλεί να μην ασχοληθούμε ποτέ ξανά με οτιδήποτε τυχόν έχει τις ρίζες του στους Velvet Underground και στις φθηνές και αλλοιωμένες ουσίες τους. Ξεκάθαρο trip, απόλυτη άποψη, μια μεγάλη μουσική ιδέα η οποία αν επικρατήσει δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Ο καλύτερος δίσκος της τρέχουσας δεκαετίας τρία ακριβώς χρόνια πριν από τη λήξη της. Στο σημείο δηλαδή που πραγματικά τον είχαμε ανάγκη.
Με δέος,




