Αν φουσκώσω με δύναμη το μπαλόνι θα σκάσει στα μούτρα σου;
Πιθανώς... εξαρτάται σε τι απόσταση βρίσκεται και κυρίως τι περιέχει. Τα μπαλόνια σκάνε εάν είναι γεμάτα φτερά και πράσινες γκλίτερ σκιές ενώ παραμένουν ατάραχα όταν περιέχουν καραμέλες, τρύπιες κάλτσες και άσπρες σοκολάτες. Έχεις υπόψη σου μια πολύχρωμη αλαζονική φουσκίτσα που έσκασε πρόσφατα στα μούτρα πολλών;
Ναι. Όταν η electroclash έκανε την εμφάνισή της η ηλεκτρονική σκηνή απέκτησε άλλη χάρη και νόημα - ο όρος βέβαια ήταν βαθιά παρεξηγημένος από γεννησιμιού του: ξεκίνησε ως όνομα του πρώτου φεστιβάλ που ο Larry Tee διοργάνωσε στη Νέα Υόρκη, όπου και συγκέντρωσε διάφορα electro/synth-pop συγκροτήματα που ο ίδιος γούσταρε να ακούει, και έπειτα τα media τον αναμάσησαν και τον ανέδειξαν ως μουσικό είδος με αποτέλεσμα να βαφτιστούν ξαφνικά electroclash οι μπάντες που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο φεστιβάλ (πχ. A.R.E. Weapons, W.I.T., Crossover, Chicks on Speed, Adult, Ladytron) καθώς και άλλες με παρόμοιο ήχο. Μετά οι περισσότεροι έτρεχαν να αρνηθούν την συγκεκριμένη ταμπέλα -αφού όμως συνήθως την χρησιμοποιούσαν στο έπακρο- και κάποιοι λίγοι υπερηφανεύονταν ακομπλεξάριστοι (οι Fischerspooner έχουν δηλώσει: 'είμαστε τελείως επιτηδευμένοι και επιφανειακοί'). Κύριοι Fischer και Spooner κερδίζετε έναν ολόκληρο βαθμό μόνο γι' αυτό!
Το πιο έξυπνα πακεταρισμένο κίνημα γέρασε γρήγορα και οι Fischerspooner από την Gigolo χαιρετούν πλέον τα πλήθη μέσω των πολυεθνικών. Για τη δεύτερη δουλειά τους προσλαμβάνουν τον Mirwais στην παραγωγή (ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε βγάλει κάποτε το εξαιρετικό "Production"), ενώ τα ονόματα των David Byrne, Linda Perry και Susan Sontag παίζουν στο στιχουργικό κομμάτι. Ο ρομποτικός ήχος του ντεμπούτου "#1" εγκαταλείπεται εδώ για μια πιο... ανθρώπινη προσέγγιση. Το δίδυμο χρησιμοποιεί ντραμς, πιάνο και κιθάρες για να σπάσει την computerized του διάθεση με αποτέλεσμα η electro-pop μελωδία να παίρνει τα ηνία έναντι της ψυχρής εκμετάλλευσης. Και το αποτέλεσμα;
Κακό, ψυχρό και ανάποδο! Οι στίχοι είναι απαράδεκτοι (πχ. στο υποτιθέμενο πολιτικό κομμάτι του δίσκου: "We need a war to show 'em, we need a war to show 'em that we can, we need a war to show 'em that we can do it whenever we say we need a war".. σχόλιο κανείς;) ενώ η μουσική είναι βαρετή και απροκάλυπτα ανέμπνευστη (πχ. "Ritz 107", "Wednesday" και "Everything to Gain"). Υπάρχουν βέβαια και κάποιες καλύτερες στιγμές, όπως το "Never Win" που δίνει την ηλεκτρονική εκδοχή στο "Another Brick In The Wall", το εναρκτήριο "Just Let Go" που θυμίζει Faint ή ακόμα το "Circle" που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα διασκευή στο "Ο" των Boredoms, οι οποίες όμως δε σώζουν την κατάσταση.
Οι Fischerspooner δεν ήταν ποτέ σπουδαίοι όσον αφορά στις συνθέσεις τους και για να είμαι ειλικρινής, αν εξαιρέσω το "Emerge" που παραμένει ύμνος, η μνήμη μου έχει σβήσει όλο το υπόλοιπο πρώτο άλμπουμ. Βρέθηκαν την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος, συσκεύασαν εαυτούς ως αυθεντικά προΐόντα μιας ολόκληρης σκηνής και (το πιο παράδοξο;) χρήστηκαν εκπρόσωποί της χάρις στην ομολογουμένως έξοχη flamboyant αισθητική τους, τη θεατρικότητα και την εκκεντρικότητά τους. Γι' αυτή την αισθητική συνεχίζω να τους υποστηρίζω και δε θα έχανα με τίποτα μια συναυλία τους... ο δίσκος όμως έχει ήδη αλλάξει πλευρά. Κύριε Argos πιάστε το μπαλόνι παρακαλώ..




