Αν ξεκινούσε ο δίσκος ανάποδα, με πρώτο το τελευταίο κομμάτι, δεύτερο το προτελευταίο κλπ. θα λέγαμε για πανέμορφη διπλή εισαγωγή. Πράγματι, το 'Saudades' αποτελεί ιδανική chill-out-ronica, ενώ το επτάλεπτο 'This Emptiness' με σε παρασύρει σε Χουβερφωνική θέλξη χωρίς να καταλάβεις πότε πέρασε το επτάλεπτό του. Αλλά τα άλλα 13 κομμάτια εδώ απέχουν απ' το να τραβήξουν προσοχή και συναίσθηση.
Οι Marcus Finger και Jurgen Kadel - ήδη «πετυχημένοι» παραγωγοί σε ambient και house αντίστοιχα - πρωτοσυναντήθηκαν το 1995. Ονοματίζονται έξυπνα Hacienda (λέξη με ευαίσθητα μνημόνια) και βγάζουν το 'Sunday Afternoon' το 1996 στην Harthouse του Sven Vath (Φρανκφούρτη) αν κι ο ήχος ήταν περισσότερο Βρετανικός παρά Γερμανικός. Ο ειδικός βρετανικός τύπος μίλησε για Γερμανική απάντηση στους Fila Brazillia, Nightmares on Wax ή Lionrock, αν και πιστεύω πως ειδικά ο ήχος των τελευταίων δύσκολα ν' αναπαραχθεί. Aκολούθησαν τα 'Narrowed Eyes' (1998) 'Sabor' ΕP, 'Sabor Part 2 EP', '3rd Door Left' (όλα 2000). Απ' το τελευταίο (τρίτο τους) και μετά έβαλαν φωνή, ενώ το 'Late Lounge Lover' γινόταν χιτ για τους διασκεδαστές των πολυθρόνων, ειδικά μετά την αμερικάνικη διαφήμιση του Bacardi.
Για τους Hacienda η χρονική συγκυρία τώρα είναι το very moment για να δώσουν το δικό τους χαρμάνι χορευτικών και lounge ήχων. Η γοητευτική Marlene Johnson κάνει πλέον εδώ κι ένα χρόνο τα φωνητικά και οι ίδιοι λένε πως δε δουλεύουν σαν τους υπόλοιπους του είδους, που αρχίζουν πατώντας τα κουμπάκια start των υπολογιστών. Αντίθετα φτιάχνουν τις βασικές μελωδίες σε μια Fender Rhodes ή ένα πιάνο και μόνο αργότερα τις στέλνουν για ψηφιοποίηση. Άλλωστε, συνεχίζουν, χρησιμοποιούν κατά βάση «ζωντανά» όργανα, έχοντας πίσω τους 15μελή ορχήστρα εγχόρδων, ένα σύνολο πνευστών (τρομπέτα, τρομπόνια, flugelhorn), τζαζ πιανίστα, ηλεκτρικό μπασίστα και κοντραμπασίστα. Άρα κανονική κανονικότατη μπάντα με τις εξαντλητικές της μάλιστα περιοδείες και τα διαρκή live.
Άλλά αυτά δε φαίνονται στο δίσκο. Και μπορεί κατά κανόνα ν' αποφεύγω να κοιτάξω το label σ' οποιονδήποτε δίσκο πέφτει στα χέρια μου ώστε να μην προκατειληφθώ θετικά ή αρνητικά, όμως εδώ κι ένας κουφός θα καταλάβαινε πως πρόκειται για τον γνωστό ισοπεδωτικό κατά κανόνα ήχο του Ministry of Sound. Χορευτικές ανταύγειες σε προβλέψιμα μπητ, lounge διακοσμήσεις σε ηχητικά σαλόνια που έχουμε και ξαναέχουμε επισκεφθεί. Με δυο λόγια, η μουσική που ακούμε πια σ' όλα τα καφέ.




