The Unnatural World
Το επόμενο ραντεβού μαζί τους θα είναι μάλλον στα '20s. Του Πάνου Πανότα
Οι Have A Nice Life κατέφτασαν πριν έξι χρόνια με ανά χείρας το "Deathconsciousness" κι ολόγυρά τους ένα παχύ πέπλο μυστηρίου, δέους, υπερβολής κι αινίγματος. Όπως μόνον στη μουσική μπορεί να συμβεί.
Πάλι καλά που μερικά πράγματα στον μικρόκοσμό μας δεν ισχύουν νομότυπα κι αξιωματικά για να τροφοδοτούν έτσι στοχασμό και τέρψη. Κείνο το ντεμπούτο λοιπόν ξεκίνησε απ' το τιράζ των εκατό αντιτύπων cd-r's και κατέληξε στα μεγάλα γεγονότα του '08. Κι όταν σταμάτησε το βάσανο του hype, μετατράπηκε σ' έναν ακόμη μύθο προς συντήρηση.
Οι Dan Barrett και Tim Macuga γνωρίστηκαν όταν σπούδαζαν στο UMass Amherst. Άχρηστη πληροφορία. Ίσως να την αντικαθιστούσαμε με την ουσιώδη που αφορά στα hardcore ένσημά τους, με τους The Danger Strangers ο Macuga, με τους In Pieces ο Barrett. Οι δυο τους σχημάτισαν τους HANL το '00 κι εξαρχής έδειξαν μία ιδιάζουσα επιμονή στην καθυστέρηση. Οκτώ έτη χρειάστηκαν για να βγει το πρώτο τους άλμπουμ κι άλλα έξι το προκείμενο δεύτερό τους. Αιτιολογούνται υπό τις άλλες δραστηριότητες που 'χουν, αφού παράλληλα τους βρίσκουμε στο alter ego των Nahvalr και κατά μόνας πίσω απ' τα πρότζεκτ Giles Gorey και The Flowers Of St. Francis.
Λέγεται ότι καμία απ' τις μπάντες της Enemies List Home ("No Fun. Not Ever. Since 2003.", έξυπνο μοτό για γραφείο κηδειών), αυτοδιαχειριστική εταιρεία που τρέχει ο Dan Barrett, δεν έχει παίξει λάιβ. Οι HANL έδωσαν ως σήμερα μετρημένες εμφανίσεις. Τότε που βγήκε και το "Time Of Land" EP, το '10, με καλεσμένους στη σκηνή μουσικούς απ' τους Afterlives και America Addio. Έκτοτε δεν πρέπει (νομίζω) να ξαναπάτησαν το σανίδι.
Κατά την ουσία, δεν κάνουν κάτι καινούργιο οι Have A Nice Life. Δεν το έκαναν απ' το ξεκίνημά τους. Ωστόσο τοποθετούν το παλιό σε υψηλή στάθμη. Έχουν ταλέντο. Λειτουργούν αυθεντικά και με συναίσθημα. Η σχέση τους με ό,τι ονομάζουμε πόνο και μαυρίλα είναι της μοναδικής κερτισικής φλέβας. Δεν υπάρχουν στην εποχή μας πολλά γκρουπ που να φέρνουν σε ευδαιμονική συνύπαρξη shoegaze, post-rock και 80s. Και τα 85' του "Deathconsciousness" συνέβαλαν τα μάλα για τούτες τις υπερτραφείς διαπιστώσεις.
Από κει και πέρα αρχίζει η επικίνδυνη στροφή στους συλλογισμούς για το νέο άλμπουμ. Και λόγω αυτών, το "The Unnatural World" θα υποστεί το τραχύ πρόσωπο της μοίρας του δεύτερου δίσκου. Τουτέστιν, θα σφυροκοπηθεί απ' τις συγκρίσεις με το προκάτοχό του. Έχει, δεν έχει βάση, πιθανόν να του υπολείπεται μετά το τρίτο τρακ. Μα ούτως ή άλλως κι ως πλήρες σετ δεν προβληματίζει ως προς την αποκωδικοποίησή του κι ας μην συνοδεύεται από ένα πολυσέλιδο "On An Obscure Text" για λυσάρι.
Δηλαδή το ντουέτο προχώρησε όπου κι όπως το οδήγησαν οι πιθανότητες με απειροελάχιστες μεταβολές. Λίγο πιο μπροστά τα φωνητικά, λίγο αυξημένα ντρόουνς, τέτοιες λεπτομέρειες που περνάνε ξυστά απ' τη σοβαρή αλλαγή, χωρίς εντούτοις να την αγγίζουν.
Ολοκληρώνοντας, καταλαβαίνεις ευκολότερα και καλύτερα το "The Unnatural World" έχοντας ήδη κεκτημένο το "Deathconsciousness", το τοποθετείς στη δική του βάση, αν δεν. Η πραγματικότητα όμως στέκει ξεκάθαρη όπως κι αν έχει: οι HANL μπορούν να γράψουν ξεχωριστά τραγούδια. Κατασκότεινα, τριπαριστά, που τ' ακούς κι ύστερα η επιστροφή στον χρόνο όπως τον μετράει ο καζαμίας σαν να μην γίνεται και τόσο απλή. Κάτι που επιβεβαιώνεται κι εδώ, ιδίως στα "Guggenheim Wax Museum" και "Defenestration Song" (το δικό τους "She's Lost Control"). Διότι κάθε πτυχή ενός τέτοιου, σπουδαίου δίσκου μόνον ωφελεί αν διαφωτιστεί. Αν κι εφόσον αυτό γίνεται φυσικά.




