Εφαλτήριο ήταν η γραφή. Ποιητική, σύγχρονη, ταχεία, ορμητική. Πριν ακόμα αυτός ο ψηφιακός δίσκος γυρίσει στον αναπαραγωγέα σας ανοίξτε το δεκαεξασέλιδο ένθετο ακριβώς στη μέση και βρείτε την αφετηρία του στο κείμενο ‘ΛΗΘΗ και άλλοι τέσσερις μονόλογοι’ του Δημήτρη Δημητριάδη. Σκέψη και λόγος κοφτεροί, αδιάσειστοι, αφυπνιστικοί.
Μετά ήταν η παράσταση της ομάδας χοροθεάτρου Vis Mortix που έλαβε τόπο και χρόνο στο studio Νέες Μορφές στη Θεσσαλονίκη πέρυσι τον Μάη και για την οποία ο Χρύσανθος Χριστοδούλου συνέθεσε αυτή τη μουσική, στο σύνολό της πρωτότυπη. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφόρησε σε cd (πρόκειται για ανεξάρτητη παραγωγή), συμπεριλαμβάνοντας και τρία θέματα που δεν χρησιμοποιήθηκαν αρχικώς. Από εδώ μπαίνουμε και εμείς.
Θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός πως το ‘Αντί-Κείμενο Εγώ’, ως μουσικό έργο πια, καταφέρνει να ελιχθεί τόσο αποτελεσματικά έξω από τη μήτρα της θεατρικής παράστασης και χωρίς να αποδεσμεύεται από τον ομφάλιο λώρο που το δένει μαζί της, να ακούγεται αυτοδύναμο ακόμα και για κάποιον που ποτέ του δεν την παρακολούθησε. Και αυτό διότι ο συνθέτης του γράφει αρκούντως διευρυμένα. Αδράχνει αφορμές από τις λέξεις του Δημήτρη Δημητριάδη, τις κάνει ρίζες και πάνω τους υφαίνει και χρωματίζει έναν πολυσχιδή ιστό από μουσικές εναλλαγές, αφοπλισμούς και συμπλέξεις. Και συχνά βρίσκει μόνος του τόσες άλλες αφορμές, πηγαίες, που στην πορεία τους βρίσκουν και αγγίζουν αυτές τον κεντρικό θεματικό πυρήνα. Από μόνες τους, σαν αδερφές που υπήρχαν στο παράλληλο άγνωστο.
Ο Χρύσανθος Χριστοδούλου δουλεύει με πνεύμα πρωτίστως μοντέρνο, ελεύθερο και ανήσυχο. Ο πειραματισμός του είναι υπαρκτός, αλλά όχι εξτρεμιστικός. Αφήνει κατά μέρος το ξύλινο και ίσως παγερό της μονοπωλούσας τεχνολογίας, αναμιγνύοντας συμβατικά (πιάνο, κιθάρα, μπάσο, κρουστά) με MIDI όργανα από συνθετητές. Το sampling και το computer είναι δύο ακόμα από τα σημαντικά εργαλεία του. Σε πολλές στιγμές το έργο του δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε εξαντλημένο. Το εναρκτήριο ‘Σώμα’ ας πούμε για επεξεργασμένες φωνές είχε και άλλη δυναμική. Όπως η χροιά της απαγγελίας στο ‘Το Σώμα Της Λήθης’ θα μπορούσε να είναι περισσότερο ανεξαρτητοποιημένη.
Εντούτοις, η επιτυχία του υλικού αυτού κρύβεται στο ότι δεν επαναλαμβάνει ιδέες παρά μόνο στη δόκιμη δόση που το γεφυρώνει σε κάτι ενιαίο. Ακολουθώντας σχεδόν σε μόνιμη βάση τις φόρμες της κινηματογραφικής μουσικής (για soundtrack μιλάμε εξάλλου), με άλλοτε έντονη και άλλοτε χαλαρότερη πλοκή, τα θέματα του έργου μόνο στα μέσα δανείζονται και παίρνουν μια ταυτότητα ηλεκτρονική, νεωτεριστική και σποραδικά ατμοσφαιρική και μινιμαλιστική. Τα δεκατέσσερα λεπτά του ‘Τυχαία Συνάντηση’, το πιανιστικό ‘Κρύα Μέρα’ (πολύ όμορφο θέμα, κάτι μεταξύ Erik Satie, Claude Debussy και Μάνου Χατζηδάκι), το ρυθμικότερο ‘Εύθραυστη Ισορροπία’ και τα ‘Κάτω Από Το Νερό’, ‘Τελευταίος Χορός’ ανήκουν στα εξέχοντα, σχεδόν μεταξύ ίσων. Η πιο ελπιδοφόρα πλευρά τους είναι καθαυτές οι καταγεγραμμένες με τρόπο επιτήδειο τόλμη, ευελιξία και ικανότητα του συνθέτη τους. Και κάτι μου λέει πως θα έχουμε και άλλα να πούμε μαζί της στο μέλλον. Παρά κάτι...




