Έστω και αν είναι Μάρτιος του 2005 δεν σας κρύβω ότι πολύ μου αρέσει που έχω αυτή τη μοναδική ευκαιρία για να μετρήσω τις απώλειές μου του 1990 και να τις βγάλω στη φόρα. Ήμουνα 21 χρόνων φοιτητής στην Αθήνα και ανακάλυπτα τις αντοχές μου, το περίγραμμα του δέρματός μου, τα όρια του μυαλού μου και διάφορα άλλα τέτοια, μεταφυσικά και μη. Και επειδή μιλάμε για μουσική πίστευα ότι δύσκολα θα έβγαινε κάτι περισσότερο καταλυτικό από το ομώνυμο των Εν Πλω και πως οι δικές μου Τρύπες θα έπρεπε να μείνουν στο ασφυκτικό υπόγειο του Αν, όπου όλοι φυσούσαν τα τσιγάρα τους προς τα μέσα μέχρι λιποθυμίας (και ανάμεσά τους ήμουν και εγώ). Το παραδέχομαι πια, από πάντα ασκούσα πολύ μικρό έλεγχο σε αυτό που καλούμε συγκινησιακή αντίδραση.
Η τότε εποχή είχε άλλο ρομαντισμό, βεβαίως, και τις πιο διονυσιακές του πτυχές εξέφραζε το 'Μ' Όλα Τα Χρώματα Στην Τσέπη'. Μαζί με τις ανάκατες πινελιές στην πρόζα του, οι οποίες δεν ήξερες αν έρχονται από όνειρα σουρεαλιστικών αποχρώσεων ή αν εκφράζουν απλώς τη φουτουριστική εικόνα αυτής της γλώσσας, που, τι να λέμε τώρα, είχε μεν γεννήσει και τιμηθεί από ποιητές, όμως, μπορούσε να γίνει κοφτερή και να στραφεί εναντίον του ίδιου του εαυτού της, ώστε να μοιάζει ότι τελειώνει εδώ και τώρα, μπροστά στα πόδια μας.
Ο Διονύσης Γαντζιάς πρέπει να μην έγραφε με μολύβι ή στυλό. Θα του ταίριαζε να ανοίγει τυχαία σε σελίδες βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων και μετά ό,τι συγκρατούσε να το βγάζει από μνήμης στο μικρόφωνο. Ακούγοντας στην εποχή τους αυτά τα τραγούδια ένοιωθα πως εκείνη δεν θα τα αγαπήσει. Ήταν όλα τους αποτέλεσμα μιας επώδυνης επώασης, αλλά, εντούτοις, όταν έσπασε το τσόφλι βγήκαν σαν το "Ασχημόπαπο". Έπρεπε να κλείσει ο δισκογραφικός κύκλος του συγκροτήματος, με το 'Ο Φαροφύλακας' σε εκείνη την συλλογή της Cactus δυο χρόνια μετά και να αφεθούν στον χρόνο, ώστε να γίνουν τελικά πλήρως κατανοητά.
Εμένα, ωστόσο, με ξεσήκωναν. Αισθανόμουν ότι έλεγαν πράγματα με έναν τρόπο που ήθελε να τοποθετηθείς σε μια κατάσταση σύγκρουσης για να βγει έτσι, πως ίσως ποτέ άλλοτε δεν θα άκουγα σε στίχους τραγουδιού φράσεις όπως "όσα παίρνει ο άνεμος/ τα παίρνει και τα πάει όπου γουστάρει", "το πάτωμα πάντα λεγόταν και ταβάνι", "αφήστε ένα φιλί τελειώνετε και στρίβετε", "δεσποινίς/ σας έπεσε η μύτη μες στη μπλούζα", "μετριότητες του κόσμου ενωθείτε", "τι και αν έρθω να σε βρω αφού δεν μ' αγαπάς ακόμα" κ.ά. Γιατί στα πλαίσια του καθωσπρεπισμού η έκφραση θα θυσίαζε την αυθόρμητη σκέψη και θα τις χαρακτήριζε ως μια ακαταλαβίστικη σύγχυση, όπως τους πίνακες του Jackson Pollock εκεί στις αρχές των forties, κάποτε, ούσα νοθευμένη από στερεότυπες επιδράσεις συμπεριφοράς. Οι Ήταν Είναι Και Θα Είναι σίγουρα δεν ήθελαν να είναι σχολαστικοί και επιμελείς με τις συμβατικές επιθυμίες. Δεν ήθελαν να εξυπηρετήσουν ένα στόχο προσωρινό. Και σε αυτό συμφωνούσαμε.
Στα δέκα αυτά τραγούδια αν κάτι ήταν επαρκές ήταν η δύναμη, μια δύναμη που επέτρεπε την είσοδο μέσα σε αυτό το υλικό, αλλά και προστάτευε αυτούς και μένα για να μην συντριβούμε από αυτό το ίδιο. Επιπροσθέτως, ο Βασίλης Καραγιάννης μου έμεινε ως ένας από τους πιο εντυπωσιακούς χρήστες της κιθάρας που αποτυπώθηκαν σε εγχώριο δίσκο. Ακούγοντάς τον σε διαρκή κόντρα με τη φωνή καταλαβαίνεις και το τι σημαίνει ακριβώς ότι οι ιδέες υποθάλπονται και χτυπιούνται αλλήλοις μέσα στο ίδιο τραγούδι, έως ότου γίνουν αυτό το κάτι εκρηκτικό, που, ωστόσο, παραμένει κατά κάποιο τρόπο πολύ ευέλικτο και ανοικτό.
Αυτό που έκαναν τότε οι Η. Ε. Κ. Θ. Ε. δεν επαναλήφθηκε ποτέ έκτοτε και ας πέρασαν δεκαπέντε χρόνια. Γι' αυτό και ο παρών δίσκος είναι ακόμα τόσο μεθυστικός, καθηλωτικός και δύσκολο να ξεπεραστεί. Ναι, κάτι άλλο που έμαθα, από τη ζωή αυτή τη φορά, είναι πως μερικά πράγματα βγαίνουν ή γίνονται μια φορά και τέρμα. Είναι όσα λέμε ανεπανάληπτα.




