Όσοι έχουν e-mail, έχουν λάβει από φίλο τους τουλάχιστον μια φορά μήνυμα που περιέχει ερωτήσεις του τύπου: "ποια είναι η τελευταία ταινία που είδες;", "ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;", "ποιος είναι ο αγαπημένος σου δίσκος την τρέχουσα περίοδο;" κ.λπ. Στην ερώτηση "τι σε κάνει πάντα να χαμογελάς;" δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον φανατικό της indie σκηνής να μην απαντήσει: την indie pop. Αυτή ακριβώς την αίσθηση σου δίνει η μουσική του Σουηδού τραγουδοποιού Jens Lekman.
Από το καταπληκτικό εξώφυλλο του δίσκου, ο Lekman μας δείχνει τις διαθέσεις του. Η φωτογραφία απεικονίζει τον τροβαδούρο να νιώθει ευχαρίστηση, απολαμβάνοντας ένα "θεϊκό" κούρεμα, μια που τα χέρια που τον κουρεύουν βγαίνουν μέσα από σύννεφα. Λες και η ευχαρίστηση και από τη μουσική του είναι κάτι το ανεξήγητο, κάτι το ονειρικό, το υπερρεαλιστικό.
Επιστρέφοντας στον κόσμο του συνειδητού, υπάρχουν μπόλικες επιρροές, ευδιάκριτες μεν αλλά πολύ καλά αφομοιωμένες: John Barry, Burt Bacharach, Divine Comedy, Magnetic Fields, ABC, Style Council, η σκηνή της Motown, η rumba της δεκαετίας του '50, όλη η αφρόκρεμα της ορχηστρικής pop ανακάτεψε τα εγκεφαλικά κύτταρα του Jens Lekman, ωσότου έφτιαξε τη δική του σούπα. Μμμμμ. Οι μελωδίες του είναι μεστές, οι στίχοι του σπιρτόζικοι, οι ενορχηστρώσεις ευφάνταστες, η παραγωγή προσεγμένη και ιδιαίτερη. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για τα πνευστά και τα έγχορδα, αφού έχοντας αφαιρεθεί από αυτά οι χαμηλές συχνότητες και έχοντας προστεθεί μια μεταλλική χροιά, δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο.
Προσπάθησα να παραθέσω τα όργανα που χρησιμοποιούνται μέσα στο δίσκο, αλλά μια σελίδα δε θα ήταν αρκετή. Ενδεικτικά, μέσα στην ηχητική παλέτα του κ. Lekman βρίσκεται το ακορντεόν, το πίκολο φλάουτο, οι καστανιέτες, τα έγχορδα, οι τιμπάλες, η άρπα, το drum machine, το μεταλλόφωνο. Το μεθυστικό αυτό πανηγύρι θυμίζει τα ηχοτοπία του "Pet Sounds" των Beach Boys, όπου σε κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις και κάτι καινούριο. Δεν είναι μαγικό το πώς η αποσπασματική αντίληψη του εγκεφάλου μας για τον ήχο κάνει τη σύνθετη μουσική μια περιπέτεια;
Όταν ο Lekman ανοίγει το στόμα του και αφήνει τη φωνή του να ακουστεί και τις λέξεις να ξεδιπλωθούν, τότε ομολογίες, σκέψεις, προσωπικές εξιστορήσεις εξωτερικεύονται με μια φυσικότητα και μια ζεστασιά. Το ταλέντο του ως στιχουργός είναι πραγματικά αδιαμφισβήτητο. Δεν υπάρχει τίποτα το προσποιητό στους στίχους του, ούτε προσπαθεί να χρησιμοποιήσει επιτηδευμένη ποιητικότητα ή εξεζητημένο λεξιλόγιο. Η αίσθηση είναι άμεση. Μάλιστα θυμίζει πάρα πολύ τον Jarvis Cocker και τον Neil Hannon, στο άκουσμα των τραγουδιών των οποίων η αντίδραση που έχει κανείς είναι: ρε γαμώτο, αυτά θα μπορούσα να τα λέω και εγώ, αλλά αυτοί τα λένε τόοοοσο ωραία.
Έπειτα από πολλά χαμόγελα, ηλιοφάνεια στο μυαλό, τα λεγόμενα goose bumps, και μια αίσθηση μαγείας, επιβεβαιώνεται το τι μας κάνει πάντα να χαμογελούμε...




