July Blue Skies
Δίσκος για στοχαστική ενατένιση στο απέραντο ουράνιο γαλάζιο. Ως έμπνευση αλλά και συνοδεία. Του Μάριου Καρύδη
Πολυσχιδής καλλιτέχνης ο πολυοργανίστας Jimi, αρνείται να περιοριστεί σε μουσικά καλούπια. Κυκλοφορεί σωρηδόν δίσκους εδώ και τέσσερις δεκαετίες, από ηλεκτρονική, (ποιός θυμάται το μπιτάτο Take Me Baby από το Sähkömies του 1994;) σε χορευτικά synths (Organism, 1999) και jazz (Order Of Nothingness, 2018), όπως και πειραματικά που συνδυάζουν την jazz και την ηλεκτρονική (Multiversum, 2022). Τώρα τελευταία είδε το φως το αληθινό με μπόλικο afrobeat, (ποιος ξεχνά το Inspiration Information του 2009 με τον Tony Allen;) με αποτέλεσμα να καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στη soul.
Πέρυσι συνεργάστηκε με την house band της Timmion Records, τους Cold Diamond & Mink, την καλύτερη soul μπάντα σήμερα, στο "Is There Love In Outer Space" — ένα υπέροχο ρετροφουτουριστικό άλμπουμ που συνδύαζε την εξώκοσμη jazz του Sun Ra με την αγνή soul των Impressions. Αν όμως η εν λόγω περσινή σύμπραξη εστίαζε σε άλλους γαλαξίες αναζητώντας εκεί ένα ιδανικό state of mind, η φετινή έχει στο κάδρο της τη δική μας, επίγεια, οπτική του ουρανού, με γυμνό (τουλάχιστον το) μάτι, ξαπλωμένοι στο γρασίδι, στην άμμο ή στο βότσαλο.
Όλοι αγαπάνε τη λιακάδα. Έτσι ξεκινά το αγνάντεμα και η δέηση στον μεγάλο ουρανό στο ομώνυμο "July Blue Skies" (ή οποιουδήποτε μήνα του καλοκαιριού), όπου η τετράλεπτη smooth εισαγωγή με το φλάουτο και τα πλήκτρα του Jimi θυμίζουν την «Καλοκαιρινή Τρέλα» των Kool & The Gang, ενώ τα υπόλοιπα 5 λεπτά είναι ένα ρομαντικό ιντερλούδιο στο απέραντο γαλάζιο, το πάνω και το κάτω, και στη συντροφικότητα — σαν να τραγουδούν οι Temptations «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου».
H “kool jazz” του Jimi συνεχίζεται και στο “Sky Train Baby”, όπου εδώ τα φωνητικά φέρνουν αβίαστα στον νου τον Curtis Mayfield να μας καλεί all aboard σε ένα νοητό ταξίδι σε funky γαλαξίες. Εδώ ίσως ο Jimi να χρωστά ευγνωμοσύνη στις φοβερές soul συνεργασίες του Adrian Younge με τους Delfonics, πριν κουράσει και αυτός με την επαναλαμβανόμενη ρετρομανία του.
Στο “Venus of Barsoon” παραμένουμε με τα πόδια στη γη και το βλέμμα στον ουρανό. Τα τύμπανα, στα οποία ο Jimi τρυπώνει πού και πού, πέρα από τα πνευστά του, είναι γεμάτα breaks και υποψήφια samples που θα ζήλευε κι ο Stevie Wonder. Η πραγματική μαγεία όμως κρύβεται στα πλήκτρα του συνθεσάιζερ: ο Tenor, σαν άλλος Jimmy Smith, εξερευνά την «άγρια πλευρά» του καλοκαιριού. Οι μινιμαλιστικές συνθέσεις κλείνουν το μάτι στον John Carpenter, ενώ το γενικό ηχόχρωμα θυμίζει το αριστουργηματικό "Changing Light” των Ironsides.
Διακόπτουμε για ένα σύντομο μάθημα ιαπωνικής μυθολογίας: το Ikuchi ήταν ένα τεράστιο θαλάσσιο πλάσμα, με μορφή χελιού. Τύλιγε με τον κορμό του τα καΐκια των ψαράδων και τα σκέπαζε με γλίτσα. Δεν είχε κακούς σκοπούς, αλλά οι δύσμοιροι ψαράδες αναγκάζονταν να τρίβουν και να σφουγγαρίζουν εν πλω κάθε φορά που το συναντούσαν — μια αγγαρεία εφιαλτική. Το ομώνυμο κομμάτι του Tenor ακούγεται σαν ένα Ιταλικό soundtrack τρόμου των ’60s, που ντύνει αυτή τη μάταιη φασίνα, ίσως του Bruno Nicolai ή κάποιου Ιάπωνα συνθέτη που αγνοώ. Ο Jimi, με το άλτο φλάουτο, δικής του κατασκευής, το σαξόφωνο παιγμένο σε «αιθιοπικό» ύφος και το melotron του, χτίζει απόκοσμα ηχοτοπία υψηλής, αναλογικής αισθητικής και, τέλος πάντων, μια νοσταλγία που δεν είναι καθόλου δήθεν.
Χαζεύοντας τα κλαδιά των δέντρων που σχηματίζουν ρωγμές στο γαλάζιο του ουρανού σε σινεμασκόπ κάδρο, και καθώς το μισόκλειστο μάτι προσπαθεί να αποφύγει τις αχτίδες του ήλιου που ξεγλιστράνε από τις φυλλωσιές, χωνεύουμε το τέλειο κολατσιό στη μακρινή παραλία. Λίγη γραβιέρα, κατα προτίμηση Κρήτης, συμπαγές προζυμένιο ψωμί και κάνα δυο ντομάτες. Αλάτι δεν χρειαζόμαστε, έχουμε στα δάχτυλά μας. Αυτό το καλοκαιρινό συναίσθημα είναι το “Summer Of Synesthesia”, κι ας μην λέγεται "That Summer Feeling”.
Το “Tricroxe”, στο τέλος, σε βουτάει από την παραλία και την νιρβάνα σου και σε πετάει απροειδοποίητα σε μια παγανιστική ιεροτελεστία ταινίας του Dario Argento, όπου το δαιμονικό όργανο του Jimi συνοδεύει τις δεήσεις και τις επικές αρμονίες των Cold, Diamond & Mink σε κάτι ανώτερο — στον Μεγάλο Μπλε Ουρανό, θέλουμε να πιστεύουμε. Τα ανατολίτικα στοιχεία και το ήρεμο σόλο στο φλάουτο του Jimi, σε δεύτερο χρόνο, σε καθησυχάζουν και απομακρύνουν τα γκρίζα σύννεφα από το κάδρο, συνέρχεσαι και συνειδητοποιείς πως η άμμος δεν τινάχτηκε ποτέ από το αλατισμένο σώμα σου.
Οι ήρεμες γκρούβες εναλλάσσονται με τις εξώκοσμες τζαζιές, και όπως περιπλανιέμαι στα ασφυκτικά στενά της πόλης, διψώντας για λίγο ουρανό και προσμένοντας για το ιδανικό καλοκαίρι, παρατηρώ καλύτερα το εξώφυλλο του δίσκου του Jimi Tenor. Αντί για έναν ουρανό με αλμυρίκια, πάντα φωτεινό, έναν ουρανό με αστέρια, βλέπω ένα καμένο δάσος σε μωβ απόχρωση – ούτε καν μπλε. Ίσως και να μην είναι καμένο, ίσως να είναι απλά αποψιλωμένο, ή και τα δύο. Με ξεγέλασε ο Jimi με το κόντρα ρόλο εξώφυλλο (μήπως, κ. Tenor, παραθερίζετε στην Εύβοια, ή στην Πάτρα, ή...; ). Αλλά και ο Ray Davies με είχε εξαπατήσει. Το "Big Sky" δεν ήταν δέηση στον Μεγάλο Ουρανό, όπως παρατήρησα καλύτερα όταν το άκουσα από τους Yo La Tengo. Ήταν ανάθεμα σε κάτι ανώτερο, στο Ανώτατο, και ευθεία μπηχτή για την απραξία Του στις αγωνίες των ανθρώπων. Ας είναι. Κάθε έργο τέχνης έχει το νόημα που του δίνουμε εμείς.




