Asperities
Δεν ηχογραφεί σονάτες και σουίτες με το τσέλο της. Του Πάνου Πανότα
Μην θεωρηθεί σαν ήδη παγιωμένο στοιχείο πως η κάθε συζήτηση περί πάθους και σύγχρονης -ενίοτε τεχνολογικής πια- μουσικής μπορεί να καταλήξει κάπου συγκεκριμένα. Για την Julia Kent λ.χ. ένα παλιό, καλό συμπέρασμα για την υπόθεση είναι το ότι με τις χορδές του τσέλο μπορεί να περιγραφεί το οτιδήποτε. Κάτι ανάλογο πίστευε έτσι αόριστα κι ο Tom Cora, τον δρόμο και τα έργα του οποίου η Kent δείχνει ότι επιθυμεί εντόνως να ακολουθήσει.
Βέβαια, πολλά μεσολάβησαν από τότε που η Julia Kent μετακόμισε στην Νέα Υόρκη, συμμετέχοντας αρχικά στο τρίο των Rasputina κι αργότερα στους Antony And The Johnsons, κι ακόμη άλλα τόσα από τότε που αποφάσισε να προχωρήσει σόλο το '07, γεμίζοντας παράλληλα μα πληθωρικά ολόκληρη λίστα από συμμετοχές σε δουλειές άλλων, soundtracks, το πρότζεκτ των Parallel 41 κ.λπ., η οποία συνεχίζει ακατάπαυστα να αυξάνει μέχρι σήμερα.
Το καινούργιο "Asperities" δε, το τέταρτο προσωπικό της άλμπουμ, είναι η μορφοποιημένη σε εννιά ορχηστρικά θέματα έκφραση ενός πλεονάσματος ενέργειας, εν πολλοίς οφειλόμενου στην ωριμότητα και στην εμπειρία που αποκόμισε η ίδια την εν λόγω εικοσαετία.
Από τον πρώτο της κιόλας δίσκο, η Kent προσπάθησε για μια πέρα της πεπατημένης, προσωπική ερμηνεία, δουλεύοντας συνδυαστικά την γκάμα ήχων του τσέλο, φυσική ή κι επεξεργασμένη, μαζί με ηλεκτρονικά και περιβαλλοντικές ηχογραφήσεις, ίσως απηχώντας έναν προσδιορισμένο στις ημέρες μας τρόπο σκέψης, αυτόν της ανομοιότητας. Κι οι επιδόσεις της κινήθηκαν ανοδικά προς το προ διετίας "Character" κι ασφαλώς το φετινό "Asperities". Το τελευταίο είναι ένα άλμπουμ που επιτρέπει καθ' όλη τη διάρκειά του στις βασισμένες σε ημιτόνια μελωδίες και στην έμμεση ηλεκτρική ατμόσφαιρα να αντιπαλέψουν επιτυχώς την όποια στιλιστική μονοτονία δύναται να προκύψει αφής στιγμής ηχογραφήθηκε από έναν άνθρωπο μονάχο του.
Για να αποδώσει τα κομμάτια της ζωντανά, η Julia Kent χρησιμοποιεί πολύ λούπες, ως μέρος ενός τελετουργικού που την θέλει να ανεβαίνει στην σκηνή ξυπόλυτη παρέα με το κατάμαυρο τσέλο της. Ωστόσο η χρήση της πολυκάναλης δυνατότητας εγγραφής του στούντιο προσδίδει εδώ πλεονεκτήματα. Ακούστε π.χ. πώς βγαίνει στα εξαιρετικά "Heavy Eyes", "The Leopard", "Empty States" η εντυπωσιακή κίνηση από συγχρονισμένα στρώματα ήχων δεμένα άρτια από αρμονικές συνδέσεις, όπως ομοίως, ή και καλύτερα ακόμη, στα κορυφαία όλων των τρακ "Terrain" και "Invitation To The Voyage". Ή το πόσο παρασκηνιακά ακούγεται το πιτσικάτο, ιδίως στο φαντασιοκοπικό "Flag Of No Country".
Αν δηλαδή κάτι κατέστησε κεντρικής σημασίας τέχνασμα η Kent για τη συνθετική της γραφή, αυτό ήταν η συνειρμική πρακτική είτε στην περιρρέουσα πραγματικότητα είτε έξω απ' αυτήν, στις οπτασίες και στα όνειρα.
Καθώς φαίνεται επομένως υπάρχουν πολλών λογιών αντιρρήσεις ως προς την ορθοδοξία και το γράμμα του νόμου. Η Julia Kent καταπιάστηκε με το τσέλο στα έξι της και παρότι απέκτησε έγκαιρα και νωρίς ένα επαρκές πακέτο σπουδών πάνω στο όργανο δεν θέλησε να προσαρμοστεί σε ένα προϋπάρχον πλαίσιο αλλά βαθμηδόν απομακρύνθηκε από την αυστηρή κλασική μουσική.
Επίσης, άφησε ελεύθερα να την οδηγήσει στο άγνωστο το γεγονός ότι δεν μετρίασε τις ενοχές της γράφοντας μουσική. Οι ως τώρα καταθέσεις της είναι δίσκοι σκοτεινοί που εντούτοις ανάγουν την έννοια της σολίστ κοντά σε εκείνην της περφόρμερ. Όμως, σε τελική ανάλυση, είναι ακριβώς οι εντάσεις κι οι σιωπές που οι δίσκοι αυτοί δημιουργούν το βαρίδι για την σπουδαιότητά τους. Το "Asperities" όχι μόνον δεν εξαιρείται, τουναντίον αποτελεί το πιο παραδειγματικό από τα άλμπουμ της κι αυτό για το οποίο πιθανόν να τη θυμόμαστε περισσότερο κάποτε.




