Κουλτούρα ή υποκουλτούρα, τα γκράφιτι είναι μια μορφή ελεύθερης έκφρασης, διαμαρτυρίας, επίθεσης στην πλαδαρότητα και την αταραξία του συστήματος. Είναι η λανθάνουσα εντροπία στους νυχτερινούς δρόμους του Σιάτλ και του Πόρτλαντ, στους οποίους ρολάρει ο Rapture με το σκέητ του και των οποίων τα ντουβάρια φιλοτεχνεί με τις φευγάτες τοιχογραφίες του. Αυτό είναι το θέμα της ταινίας του σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη James Bolton που θεωρείται από τις πλέον σοβαρές ανεξάρτητες φωνές του ανένταχτου αμερικανικού κινηματογράφου. Ανάλογες μνείες είχαν εκφραστεί και για την πρώτη του, επίσης βραβευμένη ταινία, το "Eban and Charley".
Στο μέσα φύλλο του χάρτινου φακέλου του σιντί διαβάζουμε: μουσική γραμμένη από τον Kid Bravo για την αγάπη της ρασίντα / σε παραγωγή, ηχογράφηση και μίξη του Kid Loco / συμμετέχουν: / οι κιθάρες του Tim Keegan [των Departure Lounge] / τα πνευστά [τρομπέτα, κλαρινέτο] του Jerome Bensoussan / τα πλήκτρα [rhodes keyboard] του Erik Jansson [ήτοι Jay Jay Johanson]. Κι απέναντι, πίσω από τη θήκη του σιντί, βλέπουμε μια αρτιστίκ αφίσα σε μικρογραφία με μια καλοντυμένη κυρία με γυρισμένη πλάτη, κι αποκάτω να λέει ψυχεδελικά FLOR - For the Love Of Rachida. Δεν υπάρχουν πουθενά οι τίτλοι των συνθέσεων.
Ακούω τα σχεδόν 80 λεπτά του σιντί κι ανακαλύπτω έναν άλλον Kid Loco. Ένα τρελό παιδί που είναι ικανό να συνθέσει ένα μουσικολυρικό γκράφιτι από τοίχο σε τοίχο, που να αγκαλιάζει και να υποβάλλει τις εικόνες των εξωφύλλων. Το πρώτο κομμάτι δεκαπεντέμιση λεπτών, το δεύτερο εικοσιδυό και το τρίτο δωδεκάμιση. Στο νου μου έρχεται εγχείρημα ανάλογο του 'My Life in The Bush of Ghosts'. 'My Life in the Ghost Streets' θα μπορούσε να λέγεται. Το μίγμα περιέχει ηλεκτρονική hip-hop που ρέπει ανερυθρίαστα προς την λαγγεμένη Ανατολή [Ινδία, Πακιστάν]. Στο τρίτο κομμάτι εξελίσσεται σε ιεροτελεστία των δρόμων που εκτροχιάζεται σε πιο αυτοσχεδιαστικά μονοπάτια για να γυρίσει στο χιπ ακουστικό ροκ.
Εκεί αναλαμβάνει σκυτάλη το υπνωτικό, ρομαντικό, και μελαγχολικό κήμπορντ του JJ. Ακολουθεί μια υποηχητική ηλεκτρονική ανάσα, κάτι σαν αποσύνθεση ήχων. Μετά μια αρτ κλάσικ ροκ σύνθεση που υπονομεύεται μια αυτοδιαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Το βασικό θέμα επανέρχεται πιο αργόσυρτο και καταλυτικό [αυτό με το κήμπορντ]. Και κλείνει η φευγάτη λύτρωση του τέλους που σπεύδει να σμίξει με αυτές της αρχής, υποτροπιάζοντας πάνω στα ίδια μπητάτα περάσματα.
Ένα από τα πιο όμορφα και απολαυστικά κόνσεπτ που έχω ακούσει, βραβευμένο ως καλύτερο σάουντρακ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Όστιν 2004. Μένω έκθαμβος και περιμένω να το δω να λειτουργεί στο φιλμ, προσδοκώντας σε κάποιο live set του τρομερού παιδιού μετά της παρέας του. Ζητάω πολλά;




