Heir Of Ecliptical Romanticism
Μαυρομεταλλική ταξιαρχία (η οποία ωστόσο έχει μόνο έναν... φαντάρο) εξαπολύει diy σαρωτική επίθεση. Και τα πάντα καταγράφονται σε αυτό τον σπουδαίο δίσκο. Του Χάρη Συμβουλίδη
Αυτοπαρουσιαζόμενος ως διάδοχος ενός εκλειπτικού ρομαντισμού, ο μυστηριώδης M. από την Olympia της (πολιτείας) Ουάσινγκτον εξαπολύει μια επίθεση με περίτεχνα χθόνιο χαρακτήρα, η οποία κεραυνοβολεί τις αισθήσεις ήδη από τις πρώτες νότες του απίστευτου "Of Infernal Passion And Aberrations": ωμό μαύρο μέταλλο σφυρηλατημένο από Νορβηγούς σιδηρουργούς, φωνητικά πυκνής τραχύτητας που δεν σκεπάζονται από τον ηχητικό όγκο, κιθαριστικές μελωδίες να ξεπηδούν θαρρείς από την άβυσσο διεκδικώντας μια σιδηρόφραχτη μα πιασάρικη αμεσότητα, θριαμβικά σημεία ανάκατα με αραιές εκτάσεις. Αλλά και το διάχυτο ξέσπασμα μιας πονεμένης, υπαρξιακής οργής, που, πράγματι, αντανακλά (έστω και σε διάθλαση) τις ρομαντικές παραδόσεις, κουμπώνοντας στο αναπάντεχο τελείωμα του δίσκου με μια διασκευή στο "In The Wake Of Adversity" των Dead Can Dance (1987).
Το Heir Of Ecliptical Romanticism είναι δουλειά ενός ανθρώπου-ορχήστρα, ο οποίος κάνει τα πάντα μόνος του καθώς φτάνει σε ένα επίσημο ντεμπούτο μετά από μια σειρά demo ηχογραφήσεων που έκαναν ουκ ολίγα κεφάλια να γυρίσουν στο επίκαιρο black metal underground, οδηγώντας και σε ένα split EP με τους Revenant Marquis στις αρχές της τρέχουσας χρονιάς. Η παραγωγή προδίδει ότι εδώ δεν έχει ακουμπήσει κανένα επαγγελματικό «χέρι», αν και ως έναν βαθμό αυτή η αποπνέουσα ερασιτεχνικότητα μάλλον συνιστά αισθητική επιλογή, εφόσον ορισμένες λεπτομέρειες προκύπτουν πιο φροντισμένες απ' όσο ίσως περιμένει κανείς από τα δεδομένα μιας τέτοιας προσπάθειας. Δείχνοντας να συνηγορούν στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας με δυσοίωνα χαρακτηριστικά, η οποία μπορεί να εκφράζεται σε πρώτο πλάνο από την παράνοια των φωνητικών-κρωξιμάτων και τις εκπληκτικές σαϊτιές των κιθάρων, μα οικοδομείται επιμελώς στα μετόπισθεν, με καθαρές μπασογραμμές και τιμωρητικής ταχύτητας ντραμς.
Σε κάθε περίπτωση, τα της παραγωγής μικρή σημασία έχουν καθώς ο Lamp Of Murmuur ξετυλίγει το κακοτράχαλο όραμά του μέσα από την πυρκαγιά τραγουδιών σαν το "Bathing In Cascades Of Caustic Hypnotism", το "Chalice Of Oniric Perversions" ή το ομώνυμο του δίσκου "Heir Of Ecliptical Romanticism", που μπορεί να αρέσει και σε όσους αγάπησαν τη new wave σκοτεινιά των 1980s. Ίσως το μεγαλείο των Emperor εποχής In The Nightside Eclipse (1994) να υψώνεται σε διάφορα σημεία της ακρόασης σαν τις Πύλες του Argonath, παρατήρηση εντούτοις που δεν θα πρέπει να αποπροσανατολίζει: έχουμε εδώ έναν μουσικό ενημερωμένο και από πράγματα εκτός «χώρου», σαν τους προαναφερόμενους Dead Can Dance (οι οποίοι δεν διασκευάζονται τυχαία), τους Fields Of The Nephilim, τους Deep Purple του Machine Head (1972)· ακόμα και από τον Klaus Schulze θα τολμούσα να πω, καθώς τα χρησιμοποιούμενα πλήκτρα φέρνουν περισσότερο στη δική του παρακαταθήκη, παρά στη dungeon synth απλοϊκότητα με την οποία σχετίζεται πολλές φορές το black metal.
Όλα αυτά οδηγούν τον Lamp Of Murmuur σε ένα ηχηρό ντεμπούτο, από το οποίο αναδύεται ηγεμονικά στο σύγχρονο black metal τοπίο, σαν (ημι)μυθικός βασιλιάς της πανάρχαιας Αθήνας με ερπετοειδή χαρακτηριστικά σε πόλεμο με τον Ποσειδώνα. Δείχνοντας –για ακόμα μία φορά, κατά την τελευταία δεκαετία– ότι ο ήχος αυτός παραμένει ένας από τους πλέον ζωντανούς τόπους της επίκαιρης μουσικής δημιουργίας.




