"Έχουν περάσει ήδη αρκετά χρόνια, σχεδόν δε θυμάμαι πώς ξεκίνησε το κακό, το μόνο που έχει σημασία πλέον είναι πότε θα τελειώσει". Με κλισέ φράσεις από τα εξώφυλλα τριτοκλασάτων splatter προσπαθούμε πλέον να ξορκίσουμε την ασυλία που απολαμβάνει τούτος εδώ ο κάποτε θηλυκός Bob Dylan, οι παραξενιές και οι αδυναμίες της, η περιβόητη τελειομανία της και πάνω από όλα οι άδικες κατάρες που την ακολουθούν και της κάνουν τη ζωή κρέας. Σάπιο και παγωμένο για χρόνια.
Σαν τα τραγούδια της. Που με παγωμένη αισθητική, με ψυχρή τρυφερότητα και με χλιαρή κατανόηση αναπαράγουν στερεότυπα, με τα οποία κανείς μας δεν θα ήταν ποτέ υποχρεωμένος να ασχοληθεί, αν κάποτε δεν γινόταν... το κακό. Με χαρακτήρες αδιάφορους, σαν και αυτούς που προσπερνάς κάθε μέρα, με ιστορίες βαρετές και με πίκρα κουρασμένη. Σε θανάτους αναμενόμενους αναφέρεται και σε χωρισμούς που μάλλον ποτέ δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Μια νοικοκυρά που ονειρεύεται πάθη, θυμάται την ηρωίνη και προσπαθεί να καταλάβει τι στο διάολο έχει πάει στραβά και ξενέρωσε τόσο. Καλή αφορμή για Technicolor flashback σε ταινία του Όλιβερ Στόουν, όχι όμως και για να στήσεις έναν ολόκληρο δίσκο που επιχειρεί να σηκώσει στους ώμους του όλη τη μελαγχολία της δύσης (και άλλη τόση).
Από την πρώτη της κυκλοφορία για την Rough Trade το 1988 (δεν μετράω τα βλαχοτράγουδα για την κάθε λογής Vasipap της Αμερικής) μέχρι και το προσκύνημα στο Essence το 2001, ο μύθος της Lucinda Williams χτίστηκε προσεχτικά και σχεδόν αλάθητα. Ακούραστη δημιουργός, που ματώνει πάνω από τα τραγούδια της, ματώνει τους συνεργάτες της μέχρι να της "βγουν" όπως τα θέλει, ματώνει τους ακροατές όταν τα ακούνε... Σιγά τα αίματα, φέρεται να είπε και η ίδια, και ηχογράφησε μες στο 2006 το πιο αναίμακτο εναλλακτικό country αριστούργημα, για να ικανοποιήσει τους μουσικοκριτικούς, το μοναδικό πραγματικά πιστό κοινό της.
Ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχουν ακουστεί σχετικά με την πάρτη της είναι η σύγκριση με την Patti Smith. Θεωρώντας δεδομένο ότι ο πρώτος που το ανέφερε μάλλον δεν γνωρίζει καν την τελευταία, παραπέμπω στο Come On, μια τουλάχιστον ξεδιάντροπη προσπάθεια νεκρανάστασης των αγραναπαυμένων ορμονών και της απολιθωμένης οργής της πενηντάρας Williams. Αν σώζεται ένα τραγούδι εδώ μέσα και αν ένα τολμά να φέρει κάτι από τις στάχτες της ασυνείδητης punk ποίησης, αυτό είναι μονάχα το Unsuffer. Σώζεται όμως ένα άλμπουμ από ένα τραγούδι; Πόσο μάλλον μια "βαρυσήμαντη" καριέρα, ε;
Το κακό (για εμάς-εμένα) ξεκίνησε από τότε που κάναμε ουρές για τους Walkabouts και παρακαλάγαμε για ένα τόσο δα εισιτήριο, για να θαυμάσουμε την Carla να αποδίδει θανατηφόρες μπαλάντες υπό το πρίσμα αισθητικής που κάνει την ελληνική επαρχία να θυμίζει μεταμοντέρνο ντεφιλέ. Συνεχίστηκε με τα τραγούδια των Lambchop που δεν ξεκινούσαν ποτέ..., με την αποθέωση του Johnny Cash, αφού πρώτα ξεχάσαμε ότι κάποτε ήταν ένα τίποτε μπροστά στον Elvis..., και με την λογική ότι ακόμη και η country αποκτά υπεραξία όταν της κολλήσεις από δίπλα το ταμπελάκι "εναλλακτική"!
Kάπου εδώ πιστεύω ότι το κακό παίρνει τέλος. Άμορφα τραγούδια, αδιάφορα λόγια και μουσικοί που σταυροκοπιούνται για το μεροκάματο συγκλίνουν στην άποψη που θέλει τον Kenny Rodgers να αποτελεί τον επόμενο "εκλεκτό" του Rick Rubin. Απομακρυνθείτε όσο είναι καιρός!




