Magdalen Accepts the Invitation
Αμερικανο-νορβηγική δημιουργική (αλλά και συζυγική) συνάντηση κάπου στην έρημο. Του Στυλιανού Τζιρίτα
Είναι ωραίος τύπος ο Mark Olson. Και δεν το λέω επειδή είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά στην έλευση του πριν από 15-16 χρόνια στην εδώ συναυλία του, στην οποία είχα την τύχη να δουλεύω τότε, αλλά επειδή κρατάει αναλλοίωτη τη φλόγα που τον παρακινεί να γράψει μουσική. Από τον Olson δεν ακούς παρά μόνο ιστορίες, είτε καθημερινής τρέλας είτε καθημερινής αγάπης για την ζωή, για το κάθε δευτερόλεπτό της. Μετά την αποχώρηση του από τους Jayhawks οι ρυθμοί έπεσαν και έστησε μερικούς δίσκους κομψοτεχνήματα της αμερικάνικης folk και americana. Η τότε συντρόφισσα του στη ζωή και στην τέχνη, η Victoria Williams, ήταν πραγματικά η ιδανική παρτενέρ του σε αυτό το τραγούδι της αμερικανικής περιφέρειας στα πλαίσια των Creekdippers, της μπάντας δηλαδή που σχημάτισαν, με αποκορύφωμα σαφώς το ‘December's Child’ του 2002. Τα πράγματα ήρθαν έτσι ώστε οι δρόμοι τους χώρισαν και μάλιστα με σκληρό τρόπο, τώρα πια ο Olson έχει μια καινούργια μούσα.
Η Νορβηγίδα Ingunn Ringvold είχε τη δική της πορεία πριν βρεθεί το 2006 με τον Olson, αλλά με κάποιο μυστήριο τρόπο (λέγεται αγάπη) βρήκαν κοινά πατήματα και αποφάσισαν να πάνε γύρω-γύρω την υφήλιο (έχουν κάνει αρκετές περιοδείες όπου μπορεί να φανταστεί κάποιος) και να ηχογραφούν δίσκους εκφράζοντας προφανώς την κοινή οπτική τους πάνω στη ζωή και τον ήχο. Και έχουμε φτάσει αισίως στον τρίτο δίσκο που τους πετυχαίνουμε μαζί.
Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα αυτιά αυτών που γουστάρουν τη σχεδόν γεμάτη πικρό χαμόγελο φωνή του Olson και τη μουσική που την πλαισιώνει. Όχι στον ήχο. Κάπου τρυπώνει το σαρδόνιο, στιγμές στιγμές, κάπου η νοσταλγία παίρνει τα ηνία, αλλά πάντα αυτή η ένρινη φωνή στέκεται πάνω από την πολυθρόνα της βεράντας, μερικούς σαπισμένους κάκτους, δυο παγωμένες μπύρες και την τηλεόραση χαμένη ανάμεσα σε αθλητικά και διαφημίσεις (και χωρίς αναγκαστικά θεατές). Η φωνή του Olson παραμένει η ίδια, όμως η μουσική είναι εμφανώς πιο στρογγυλεμένη.
Μη νομισθεί ότι πρόκειται για κάποιο περίφημο δίσκο «ωριμότητας», όπου εμείς οι δισκοκριτικοί προσπαθούμε να συμμαζέψουμε τα ασυμμάζευτα από την προσχώρηση ενός καλλιτέχνη, με ατσούμπαλο όσο και συντηρητικό συνάμα τρόπο, σε κανάλια όπου προσεύχεται να φτάσει σε μεγάλα ακροατήρια. Σε καμία περίπτωση δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα μαντολίνα είναι πάντα παρόντα, που και που κάνα γιουκαλίλι, αρκετά κρουστά (επιρροή της νέας μούσας του μιας και υπήρχαν πολύ εμφανή στην προσωπική της δισκογραφία). Η διαφορά πρέπει να εντοπιστεί στα πλήκτρα που πλαισιώνουν τις συνθέσεις αλλά και τα έγχορδα (παραπομπή σε μπαροκ 60s pop). Διακριτικά μεν, αλλά ένας μυστήριος (ή μάλλον υφέρπων) αέρας new age τις διαπερνά, επίσης μια επιρροή που έρχεται από την Ringvold. Η δε φωνή της ίδια της Νορβηγίδας τραγουδίστρια παραμένει μεν εμφατικά παρούσα, αλλά ελαφρώς πιο πίσω από τον Olson. Σε κανένα τραγούδι δεν αναλαμβάνει τα ηνία. Υπογραμμίζει, κάνει διφωνίες, τραγουδάει υποστηριχτικά τις γέφυρες, αλλά μέχρι εκεί. Άδικα θα πω μιας και έχει πολύ ωραία φωνή.
Αποκλειστικά για φίλους του Olson και οπαδούς της νεόκοπης americana ο δίσκος αυτός. Ωραία παρέα όμως γι’ αυτούς που θα επιλέξουν τους ήχους του Αμερικανού περιπατητή και της συντρόφισσας του. Οι Creekdippers είναι μία ανεπανάληπτη στιγμή στην πορεία του αμερικάνικου folk τα τελευταία 20 χρόνια, αλλά και εδώ έχουμε έναν δίσκο που στέκεται καλά πάνω στους λόφους. Η απορία που δημιουργείται βέβαια είναι σαφής. Ο Olson σε ποιο βαθμό αφήνει το ταλέντο της Ringvold να ξετυλιχθεί; Ή μήπως απλά προσάρμοσε τις ενορχηστρώσεις σε αυτό που παλαιότερα έκανε με την πρώην σύζυγο του; Δεν πρόκειται για κουτσομπολίστικη διάσταση. Είναι κάτι που αναγκαστικά το φέρνεις στην κουβέντα από τη στιγμή που ο Mark Olson έχει αποφασίσει να εμπλέκει τόσο έντονα την προσωπική με την καλλιτεχνική του ζωή, γεγονός που πάντα υποσημειωνόταν ακόμα και στα εξώφυλλα των δίσκων. Είτε παλαιότερα με την χυμώδη και μακρομαλλούσσα Williams είτε τώρα με την κάπως ethnic περιβολής Ringvold.




