Songs for the X generation
Χωράνε τα ονόματα των Soundgarden και των Portishead μέσα στην ίδια κριτική; Του Χρήστου Αναγνώστου
Συνήθως οι δημιουργοί ενός δίσκου δεν τα κάνουν όλα μόνοι τους, πχ στους Black Sabbath ήταν μοιρασμένες οι δουλειές, άλλος μουσική (Iommi) άλλος στίχους (Ozzy) και άλλοι στήριζαν τα θεμέλια (Butler&Ward). Στις περιπτώσεις που τα μαζεύουν όλα μαζί έχουμε να κάνουμε είτε με διάνοιες (Mike Patton) ή παρανοϊκά ταλαντούχα άτομα (Buckethead). Τώρα σε ποια κατηγορία ανήκει ή persona πίσω από το πρότζεκτ "the Mighty N" (Natasha Tsirou) νομίζω ότι μια ακρόαση του δίσκου θα σας το ξεκαθαρίσει.
H Natasha έχει ακούσει πολύ Soundgarden, αυτό είναι εμφανέστατο από το πρώτο κιόλας κομμάτι, τότε όμως γιατί έχει τέτοιο break στα drums, γιατί είναι ανεβαστικό και δεν το απορρίπτουμε σαν θηλυκό Chris Cornell; Μα γιατί μέσα σε όλα το κομμάτι έχει και το προσωπικό της στίγμα. Το επόμενο νομίζεις ότι θα ναι κάτι από Portishead αλλά "you're so wrong" μιας και ξεχειλίζει από κιθάρες και ένταση. Οκ, οκ λοιπόν αυτό ήταν, δυο καλά κομμάτια και το ξεπέταξε το cd. Έλα όμως που δεν! Συνεχίζουμε στα ίδια επίπεδα του alternative rock έτσι όπως ήταν κάποτε στα 90s ευχάριστο με μια ποπ πινελιά χαριτωμένη όμως που δεν ενοχλούσε αλλά έδινε κάτι παραπάνω. Κάπου στο "In love we trust" ακούμε και κάτι που μοιάζει με μπλιμπλίκια (κάτι άλλο είναι αφού όλο το cd είναι analogue). Μα αυτή η κιθάρα μοιάζει με ringtone σου λέω. Όχι ρε έτσι έκαναν στα 70-80s! Α δεν ξέρω δεν είχα γεννηθεί. Έ άκου και κανέναν παλιό όταν σου λέει ότι το δισκάκι μυρίζει συναίσθημα.
Πρώτη προσπάθεια λοιπόν αλλά μετά από πολλά χρόνια τριβής και εμπειρίας τα κομμάτια αυτά έχουν ψηθεί και βρίθουν ωριμότητα που σπάνια συναντάς σε ντεμπούτο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λειτουργεί αρνητικά για την φρεσκάδα του αποτελέσματος. Θα ακουστεί από πολύ κόσμο και θα αρέσει σε άλλους τόσους αλλά είναι πολύ εύκολο να χάσεις το τι κρύβει από πίσω του και τον ιδρώτα ή την μάχη που παίχτηκε για να γραφτεί το κάθε κομμάτι. Μου αρέσει ιδιαίτερα το "Rays of Light" μοιάζει σαν τρεις μουσικές ιδέες μαζί και μια ωραία μελαγχολική μπαλάντα που σε συγκινεί/ταξιδεύει (Επιλέξτε ελεύθερα).
Στο τέλος του "Who Why" συναντάμε πάλι το φάντασμα του grunge. Και ο δίσκος κλείνει με κατάληξη και συναίσθημα που δεν αφήνει κάτι μετέωρο. Αν κάτι περισσεύει από αυτό τον δίσκο είναι το πάθος, καλώς ή κακώς ο επαγγελματισμός δεν είναι κάτι που κυνηγάει κανείς στην μουσική ίσα-ίσα πολύ συχνά την σκοτώνει.
Πρόσφατα είδα ένα βίντεο στο YouTube που ένας πιτσιρικάς έλεγε ότι η μουσική των Nirvana έρχεται από μια εποχή που το rock was real. Νομίζω και της Νατάσας ανήκει κάπου εκεί γιατί παραφράζοντας μια ξένη παροιμία "Rock is where the heart is." Κάτι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ότι το mastering του δίσκου το έχει κάνει ο Αμερικανός Dave Collins γνωστός για τις παραγωγές του σε δίσκους όπως το Red Album των Weezer και το Kettle Whistle των Jane's Addiction. Συγκεκριμένα είναι διάσημος γιατί δεν προσθέτει extra volume στα cd (βλέπε Metallica) αλλά μπορείς ν'ακούς το κάθε όργανο σε πολύ σωστό επίπεδο ήχου.




