Μπορεί κάποιος να μου πει γιατί όπου υπάρχει ψυχή δεν υπάρχει και ο χρόνος που θα την κάνει να λάμψει περισσότερο; Γιατί όποιος έχει τη δύναμη να κάνει τις καρδιές να χτυπάνε δυνατότερα, χάνει πρόωρα αυτή της δικής του; Μάλλον αυτοί που δε φοβούνται να τα δώσουν όλα σε αυτό που τάχθηκαν, τελικά γίνονται τόσο ευάλωτοι που στο τέλος καταρρέουν.
Κάπου εκεί ανήκει και ο Mark Sandman, ο πρόωρα χαμένος frontman των καταπληκτικών Morphine, ενός από τα ελάχιστα αν όχι το μοναδικό συγκρότημα που έδωσε πνοή στο rock των 90's αφαιρώντας του το πιο βασικό του όργανο, την κιθάρα. Το 'Bootleg Detroit' είναι η απόδειξη οτι οι Morphine ήξεραν να ορίζουν το πάθος όχι μόνο στους δίσκους τους αλλά και -αν όχι κυρίως- στις συναυλίες.
Ηχογραφημένο με ερασιτεχνικά μέσα από κάποιο fan του συγκροτήματος το 1994, κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του album 'Cure for pain' το bootleg αυτό αποτελεί ουσιαστικά μια ζωντανή έκδοση του παραπάνω και μάλλον καλύτερου δίσκου της μπάντας, με κάποια γεμίσματα από το πρώτο LP τους, του 'Good' από το 1993. Η ψηφιακή όμως επεξεργασία του δίσκου έγινε από τον ίδιο τον Sandman λίγο πριν το θάνατό του (από τους ελάχιστους 'μεταθανάτιους' δίσκους που έχουν την έγκριση του μακαρίτη), γι'αυτό και ο ήχος είναι σαφώς καλύτερης ποιότητας απ'ότι υπονοεί η λέξη bootleg. Πάντως, η τραχύτητα και η αναμενόμενη ζωντάνια του δίσκου όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά δίνουν και την ξεσηκωτική διάθεση αυτής της συναυλίας στο Detroit, ενώ δυο κομμάτια ηχογραφήθηκαν στο Jazz Festival του Montreux, και αυτά παθιασμένα και ψυχοδιεγερτικά όπως και τα υπολοιπα. Όλα αυτά μαζί, σε συνδυασμό με το οτι αυτή η ηχογράφηση έγινε τυχαία και απροειδοποίητα, δείχνουν οτι οι Morphine επί σκηνής ήταν πραγματικά κολασμένοι.
Το 'Cure for pain' είναι ένας πανέμορφος δίσκος, την εποχή δε που κυκλοφόρησε έκανε αίσθηση με το μοναδικό ήχο του: ένα δίχορδο μπάσο, ένα σαξόφωνο και τύμπανα, με την κουρασμένα και σχεδόν σαρκαστικά αισθησιακή φωνή του Sandman να στοχεύει απευθείας στην καρδιά. Οπότε μια δυναμική ζωντανή εκτέλεση αυτού του δίσκου (με μερικά σχόλια του Mark πριν από κάποια τραγούδια, Banters #1, #2, #3) δε μπορεί παρά να έχει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους fans, αλλά και για όλους τους απλούς φίλους της μπάντας που δεν κατάφεραν να την δουν ποτέ στη σκηνή. Βέβαια, οι μη έχοντες τη θεραπεία για τον πόνο καλό είναι να τη βρούν πρώτα στην εσωτερική της συνταγή παρά στην υπαίθρια.
Όπως και να'χει πάντως, πρόκειται για μια σημαντική live κυκλοφορία ενός από τα πιο ιδιόμορφα (και πλέον cult) σχήματα της δεκαετίας του '90.
Τα υπόλοιπα είναι μάλλον περιττά.




