Τα τύμπανα του πολέμου ηχούν σα ν' αρχίζει κάποια προαιώνια πάλη. Ο Ηρακλής κι ο Αχελώος μιας ευριπίδειας τραγωδίας σφιχταγκαλιάζονται. Η νοσταλγία και η ανάμνηση / η αναπόληση και η οδύνη μιας χαμένης αγάπης τους δίνουν δυνάμεις τιτάνιες. Μια κραυγή αγωνίας, χαμηλότονη κι αργόσυρτη ακούγεται ως μεταβιομηχανικός αχός. Αυτές οι καμπάνες δεν είναι της σωτηρίας είναι οι καμπάνες της εκτέλεσης. Πνευστά και έγχορδα μεταφέρουν αναλαμπές κλασικές σ' ένα περιβάλλον ακατάληπτων ψιθύρων και θορύβων.
Το λεωφορείο γίνεται φορείο λεόντων, δοχείο άγριων πόθων, χαμένων. Το ακορντεόν παίζει στο πανηγύρι ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Τα τύμπανα ξαναηχούν. Μια δημοτική προσευχή περνάει απ' το βοκόντερ και χάνεται μέσα στην επανάληψή της. Ακολουθεί μια γαλήνια μουσική ανάπαυλα που ισοδυναμεί με παράξενη κάλμα πριν από την τρικυμία, πριν από το άδοξο τέλος. Η καταιγίδα ξεσπά επί δικαίων και αδίκων. Η πύρρειος νίκη είναι λύτρωση και ήττα μαζί.
Κι όπως η απαγωγή ενός υπεραστικού οχήματος δεν είναι παρά αφορμή για να δηλωθεί πόσο όμηροι είμαστε του εαυτού μας και πόσο ποθούμε την απελευθέρωσή μας ενώ ταυτόχρονα συντηρούμε τη σκλαβιά μας, έτσι κι η μουσική είναι μια προσπάθεια λύτρωσης, είναι τα λύτρα που πρέπει να καταβάλλουμε για να καταβάλλουμε, να νικήσουμε, τη συντηρητική πλευρά του εαυτού μας.
Λυπάμαι αν κακοκαρδίζω τον σκηνοθέτη της ταινίας, αλλά η μουσική επένδυση του Πατρελάκη στέκεται πάνω απ' αυτήν, την ξεπερνάει, υπερβαίνει τις εικόνες. Είναι πιο φευγάτη, πιο τρεχαλητή. Ακούγεται και ταξιδεύοντας. Και εσείς ταξιδεύετε κι ακούγοντας. Καλοτάξιδοι λοιπόν.




