Ο σφυγμός της βρετανικής χορευτικής μουσικής δεν υπήρξε ποτέ σταθερός. Ξεχάσαμε μήπως ότι ακόμη και στην καλύτερή της περίοδο - πριν μια δεκαετία σχεδόν - όταν μιλούσαμε για αυτήν αναφερόμασταν βασικά στον ήχο της σκηνής του Bristol; Τι και αν οι Dave Henley και Justin Langlands είχαν διαφορετική άποψη; Ήταν πνιγμένοι στο Λονδίνο. Κανείς δεν πρόσεξε τους Pressure Drop εκείνη την εποχή. Ακόμη και οι πρώτες τους ηχογραφήσεις έγιναν στην Γερμανία και έφτασαν ακόμη και στην χώρα τους μόνον ως εισαγωγής. Και αν δεν υπέγραφαν στην Hard Hands των Leftfield και λίγο μετά στην Higher Ground (θυγατρική της Columbia), πιθανότατα η ιστορία να είχε άλλη εξέλιξη, μάλλον τραγική.
Τότε ήταν που ήρθε το 'Elusive' album. Ο χρόνος ήταν τέλη 1997/ αρχές 1998 και αυτό ένα σκοτεινό, αγωνιώδες μουσικό δημιούργημα, με αναπάντεχη αποτελεσματικότητα. Η νέα προσθήκη στο κεφάλαιο : οπτιμισμός και μουσική.
Περίμενα την συνέχεια του 'Tread' με αφελή και άγουρη, όπως τελικά αποδείχτηκε, φαντασία. Διότι μη έχοντας πιάσει τις προθέσεις, αιφνιδιάστηκα από την αλλαγή του style σε κάτι κοντύτερο στο αμιγώς χορευτικό, αυτό που ταιριάζει γάντι στα clubs. Μπροστά σε αυτούς τους ήχους το να δηλώνεις, όπως ο Dave Henley, ότι δεν περιορίζεσαι μόνον στην μαύρη μουσική ακούγεται σαν κακόγουστη φάρσα. Γιατί είναι η συντριπτική πλειοψηφία του υλικού εδώ που τον διαψεύδει. Και δυστυχώς κάνει το ίδιο και με τις προσδοκίες μας μένοντας στην περίμετρο της μετριότητας - αυτής του μέσου όρου - πλήρη από dub breakbeats, hip-hop επιρροές, scratching (από τα πολλά χρόνια των Blood Brothers ως DJ's) και στοιχεία funk/reggae στις ενορχηστρώσεις. Αν δεν υπήρχαν παράλληλα τα εξαιρετικά afro κρουστά του Chris Taylor, οι διεξοδικές δημιουργίες του Rohan Kriwaczek στα πνευστά και έγχορδα (εξάλλου ο Ennio Morricone είναι μια παραδεκτή επιρροή) και τα σαγηνευτικά της συμβολής τους, θα είχαμε αφήσει προ πολλού το 'Tread' παρκαρισμένο στα ασήμαντα των καιρών. Βλέπετε τίποτα δεν είναι αρκετό, όταν οι συνθέσεις τραβούν αλλού, με λιγοστά στο επιτυχημένο.
Στο τέλος κράτησα το καλύτερο, την Vanessa Freeman. Μια ερμηνεύτρια που αποδίδει καταπληκτικά - ως μια νέα Shirley Bassey - ένα τραγούδι που παίξαμε πάρα πολύ την περασμένη χρονιά, το 'Promises' - ένα θαυμάσιο soul-jazz θέμα, με απλούς αλλά όμορφους στίχους για την απώλεια του αγαπημένου. Η ίδια σηκώνει και το βαρύ φορτίο του 'Spirit Shine', κοντά στα πρώτα των Massive Attack, καθώς και το καπνισμένο 'Raise Up'. Αυτά τα τρία μαζί με τις τρικυμιώδεις θάλασσες του instrumental 'The Spiral Stare' είναι οι καλύτερες στιγμές ενός άνισου album που δεν πείθει για τίποτα περισσότερο και δεν φαίνεται να πετυχαίνει ούτε τον εξαρχής ορισθέντα αντικειμενικό σκοπό του. Εννοείται ότι από αυτές και μόνον το...




