Traveling Light/Spectral Evolution
Υπάρχουν στη μουσική αδιέξοδα; Τι σημαίνει/συμβαίνει όταν ένας δημιουργός αφήνει μια πορεία που ακολούθησε για καιρό; Υπάρχει επιστροφή; Υπάρχουν 'σωστοί' δρόμοι; Του Άρη Καραμπεάζη
Υπάρχουν πράγματι διάφοροι τρόποι και ερμηνείες υπό τις οποίες θα μπορούσε είτε να δικαιολογηθεί, είτε να παρεξηγηθεί, η επιλογή του Πορτογάλου, Rafael Toral, ενάμιση χρόνο μετά την κυκλοφορία του ‘Spectral Evolution’ στην Moikai (το ανθυπο-label του Jim O’ Rourke, που ενεργοποίησε μετά από δύο δεκαετίες και κάτι εξαιτίας ακριβώς αυτού του δίσκου), να επιστρέψει δισκογραφικά με το διπλό ‘Travelling Light’ στην ‘μαμά’ Drag City (την γνωστή), μεθοδεύοντας με σχεδόν σοκαριστικά αποτελέσματα προς την cut & drone αισθητική του πρώτου, γνωστά (My Funny Valentine, Body and Soul) ή/και περισσότερο γνωστά (God Bless The Child, Easy Living) ‘jazz standards’ της δεκαετίας του προηγούμενου ’30 κατά βάση. Δηλαδή από έναν αιώνα πριν εδώ που τα λέμε, στην όποια αγωνία έχουμε να αποδώσουμε στην ηχογραφημένη pop μουσική μία θεμελιωμένη ιστορικότητα.
Αν μάλιστα η επιλογή αυτή ιδωθεί συνδυαστικά με την κυριαρχική απόφαση του Toral να επιστρέψει στην ηλεκτρική κιθάρα, που για δεκαετίες πλέον είχε εγκαταλείψει προκειμένου να αφοσιωθεί τότε σε αυτοσχέδια ηλεκτρονικά όργανα, σε μάλλον ακατάληπτα project και στην εν γένει αναζήτηση ενός νέου, μάλλον μη ικανού να υπάρξει τελικά, τρόπου να παράγει περισσότερο ελεύθερη μουσική, από αυτή στην οποία ένιωσε να τον περιορίζει το εν λόγω όργανο (που πάντως το ‘κατέχει’ με σχεδόν απόλυτο τρόπο), αλλά και ο ‘χώρος’ στον οποίο είχε ίσως και ακούσια καταταχθεί, θα μπορούσε κάποιος, όχι απαραίτητα κακόπιστα ή/και με αρνητική διάθεση, να μιλήσει τόσο για πισωγύρισμα (ως προς τα μέσα), όσο και για ομολογία ήττας (ως προς την επάρκεια για σύνθεση από το μηδέν).
Το ότι οι δίσκοι επί της ουσίας ηχογραφήθηκαν παράλληλα ίσως αποδυναμώνει την παραπάνω συνθήκη, αλλά πάντως δεν ανατρέπει τον ρόλο του δεύτερου δίσκου ως επεξηγηματικό του πρώτου. Αλλά τελικά είναι ο δεύτερος δίσκος που δεν θα είχε νόημα ύπαρξης χωρίς τον πρώτο, και όχι το αντίστροφο, παρότι είναι σαφές τον ποιον από τους δύο ακούμε και θα ακούμε περισσότερο.
Κάθε διαδοχική ακρόαση των δύο δίσκων, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας περί του ότι εκεί που το άλμπουμ με τις δικές του συνθέσεις διαρκώς απαιτεί από τον ακροατή (την αδιάλειπτη προσοχή του, την οξεία αντίληψη του, ενίοτε ακόμη και την ορθή σκέψη του), αυτό με τις συνθέσεις των τρίτων κάθε φορά βρίσκει τον τρόπο να δίνει στο ακροατή το κλειδί για να βρει τον δρόμο του σε μία μουσική πραγματικότητα, που παρότι μη εμφανώς φιλόξενη, προκύπτει στο τέλος ως μη απαραίτητα απροσπέλαστη. Σχεδόν σαν ο ένας δίσκος να σε διώχνει μακριά, και ο άλλος να σε τραβάει να γυρίσεις πίσω.
Η επανάληψη των ακροάσεων, είτε παραμείνει συνδυαστική είτε όχι, καταδεικνύει ασφαλώς ότι ο ίδιος ο δημιουργός, και συνεπακόλουθα όσοι συνδράμουν αυτόν ειδικά στο να αποδοθούν ψήγματα μνήμης από τους ήχους των standards, παρακινώντας το συνειδητό στα χωράφια του οικεία παράξενου, σε καμία περίπτωση δεν έδρασαν χωρίς σχέδιο. Άλλωστε κάθε άλλο παρά υποδεέστεροι είναι και οι λοιποί συμμετέχοντες, ρίξτε μια ματιά στα liner notes στο bandcamp, παρότι ορθά (;) δεν θα σας επιτραπεί να ακούσετε ολόκληρα τα άλμπουμ, χωρίς να τα έχετε αγοράσει. Ουδείς λοιπόν απασχολήθηκε στο ελάχιστο με το αν οι συνθέσεις- σχέδια του S.E. κριθούν ως τυχόν ανεπαρκείς σε σχέση με τα τοτέμ του T.L. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.
Και μιας και είπαμε για τα liner notes του bandcamp, είμαστε υποχρεωμένοι να εξάρουμε το γεγονός ότι στο φυσικό format του ‘Traveling Light’ o σπουδαίος ανθρωπιστής μουσικογραφιάς (σπάνιο πράγμα εδώ που τα λέμε) Bradford Bailey (του κλινικά νεκρού πλέον The Hum, ίσως του σημαντικότερου μουσικού blog της περασμένης δεκαετίας), παραδίδει ένα κείμενο υψηλών αποδόσεων, όχι περιοριστικά υμνητικό, όσο εξαντλητικά αναλυτικό περί του τι επεδίωκε πάντα και τι κατάφερε τελικώς ο Toral, ειδικά με αυτόν τον δίσκο.
Θυμίζω πως ο Bailey άμεσα με την κυκλοφορία του ‘Spectral Evolution’ είχε μιλήσει για τον σπουδαιότερο, έως τότε, δίσκο της καριέρας του Πορτογάλου, που ήρθε ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της ιδέας δημιουργίας της πολυπόθητης εκείνης μουσικής που δεν εμπεριέχει μέσα της την μουσική (δηλαδή τις βασικές της φόρμες και κανόνες) ούτε καν ως ανατροπή. Η ιδέα των liner notes από σημαντικούς ανθρώπους μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί οριστικά στην βιομηχανία της κυκλοφορίας δίσκων και αυτό είναι πράγματι κρίμα.
Το ‘Spectral Evolution’ δεν είναι ένας δίσκος που αναλώνεται σε εξαιρετισμούς περί της τεχνικής και σε τεχνικές περί του εξαίρετου, σε βαθμό που αυτό θα πρέπει να καταστεί εξαιρετέο ως λόγος ύπαρξης. Αντίστοιχα, το ‘Travelling Light’ δεν είναι επ’ ουδενί ένας δίσκος εν κρυπτώ διασκευών, όπως θα μπορούσε να είναι αν π.χ. δεν δίνονταν στη δημοσιότητα οι τίτλοι των κομματιών. Πολύ περισσότερο απέχει από το να είναι μία απόπειρα για ακόμη ένα ‘πείραγμα’ στα κλασικά μην τυχόν και γίνουν αγνώριστα, ώστε και πάλι να ανακύψει έστω και δια της βίας η εξαιρετότητα των όσων τολμούν και τα πειράζουν. Όλα αυτά θα ήταν σε τέτοιο βαθμό ανόητα, όσο το τελικό αποτέλεσμα της ανάγνωσης των αμέσως παραπάνω φράσεων, με τους ύποπτους ετυμολογικά όρους.
Το ζητούμενο για τον Toral είναι στην κάθε περίπτωση να βρει την βαθιά κρυμμένη ουσία (όχι το νόημα, την ουσία ως ουσία, το συστατικό δηλαδή) της μουσικής, και να την φέρει χειρουργικά, δηλαδή σχεδόν δειλά, στην επιφάνεια, με τρόπο, που ανεξάρτητα αν θα ξενίσει ή αν θα ευχαριστήσει τον ακροατή (προφανώς και τον ίδιο, βέβαια), το σίγουρο είναι ότι θα τον οδηγήσει δύο βήματα παρακάτω. Τόσο στην αντιληπτική του ικανότητα, όσο και στην ευχαρίστηση, που οπωσδήποτε πρέπει να αντλείται από την ακρόαση, όσο απαιτητική και δύστροπη και αν καθίσταται αυτή. Και η αλήθεια είναι ότι το ‘Spectral Evolution’ είναι ένας σφόδρα δύστροπος δίσκος.
Καθώς λοιπόν φαίνεται να έχει πλήρη επίγνωση της βασάνου στην οποία μας υπέβαλε για ένα και πλέον έτος υπό το ασύντακτα οργανωμένο καθεστώς των παρα-συνθέσεων του ‘Spectral Evolution’, ο Toral ήρθε και σχεδόν μας παρηγόρησε στο τέλος της διαδρομής, έχοντας ήδη προετοιμάσει την κυκλοφορία του ‘Traveling Light’ (σαν να μην είναι τυχαίος και ο τίτλος του δίσκου, δηλαδή), στη διάρκεια του οποίου όμως εκ νέου μας υποβάλει σε σχεδόν υπαρξιακού τύπου αγωνία περί του αν πράγματι ξέρουμε τι ακούμε και αν εν τέλει ακούμε αυτό που ξέρουμε ότι ακούμε. Κοινώς δεν μας αφήνει σε ησυχία.
Κάπως έτσι στα εφτά και κάτι λεπτά του ‘δικού του’ ‘My Funny Valentine’ ακόμη και αυτοί που υποδόρια το κουβαλούν πάντοτε μαζί τους ως οριστικό άθλο των Davis/Coltrane υπεράνω όλων (ποτέ δεν είμαστε με τον Chet Baker), διαγράφοντας με το έτσι θέλω μέχρι και τον τιτάνα Sinatra, θα ομολογήσουν ότι ασφαλώς και υπάρχει και ένας άλλος δρόμος, καθώς η περίφημη μελαγχολία της σύνθεσης διασκορπίζεται στα εξ ων δεν γνωρίζαμε ακριβώς ότι συνετέθη, για να επιστρέψει τελικώς ίσως περισσότερο δομημένη και ατόφια, από όσο έχει ποτέ ακουστεί. Και ούτως καθ’ έξιν και για τα υπόλοιπα.
Αναντίστροφα, στα περίφημα long και short spaces του πρωτογενώς δικού του δίσκου, ο Toral για κάθε δρόμο που υποδεικνύει, στήνει και ένα αδιέξοδο, καθώς εξαρχής αποφασίζει να μην επιτρέψει σε οποιαδήποτε μουσική φράση να αποτυπωθεί στον ακροατή της, ακόμη και όταν αφήνει τις υποψίες ότι αυτό μπορεί και να συμβεί. Εδώ δηλαδή κανένα ‘φως’ δεν υπάρχει είτε στην διαδρομή, είτε στο τέλος αυτής. Ανάθεμα με αν υπάρχει και τέλος, δηλαδή. Περίπου σαν εκείνο τον αστικό μύθο των τελικών grooves σε κάποιους δίσκους βινυλίου, που δεν τελειώνουν ποτέ.
Αυτό που μας δείχνει ο Rafael Toral, και που δεν είναι τόσο απλό όσο διατυπώνεται με λόγια, είναι ότι οι πραγματικά άξιες ύπαρξης μελωδίες, εκείνες που τελικώς θα επικρατήσουν, είτε απλές είτε δαιδαλώδεις, υπάρχουν σε έναν απόλυτα δικό τους κόσμο, πριν και πέρα από τα μέσα και τον τρόπο που θα ερμηνευτούν. Όσο και αν ο ίδιος επιμένει ότι οι μελωδίες δεν υπάρχουν, αλλά αυτό που υπάρχει είναι μόνο οι αρμονίες και ο τρόπος χρήσης και μη χρήσης τους, το αποτέλεσμα του έργου του τον διαψεύδει θριαμβευτικά.
Το ότι βέβαια (και πάλι) ο ίδιος είναι που παιδεύεται εδώ και τρεις πλέον δεκαετίες και με τα μέσα και με τους τρόπους, σε μια διαδρομή κατά την οποία εγκατέλειψε, επανήλθε, εφηύρε και επανεφηύρε ακόμη και εαυτόν, για να επιστρέψει μεν εκεί από όπου ξεκίνησε, αλλά όχι ασφαλώς ως ο άνθρωπος και ο μουσικός που ήταν όταν ξεκίνησε, δεν είναι ασφαλώς αδιάφορο γεγονός. Ίσα ίσα, είναι το μείζον γεγονός. Ο Rafael Toral είναι από τους ελάχιστους που εγκατέλειψε τα κεκτημένα του, ακριβώς την στιγμή που διέκρινε ότι θα γίνουν κοινό κτήμα, χωρίς να λογαριάσει αν τυχόν έρχεται η ώρα να δρέψει δάφνες και καρπούς.
Συνεπώς, αυτή ακριβώς είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που καθιστά και τους δύο αυτούς δίσκους ως ένα απολύτως απαραίτητο σύνολο, με το οποίο σχεδόν υποχρεούται να ασχοληθεί, και με τη σειρά του να παιδευτεί, όποιος σήμερα ψάχνει να βρει το πως έγινε και κάπου στην πορεία το υπόγειο ροκ, η αρχετυπική jazz, η minimal electronica, το ενοχλητικό ambient και η εσώτερη ψυχή της pop, καταλήγουν όχι μόνον να συμπλέουν και να συμπλέκονται μεταξύ τους, αλλά και να αλληλοεξαρτώνται, σε σημείο που κάθε είδος από μόνο του φαντάζει ίσως και ανεπαρκές για να επιβιώσει εφεξής (δείτε πως ξεψυχάει το post punk, για παράδειγμα, στο σάβανο του κάθε επόμενου αδαούς σωτήρα του).
Κάποτε ο Kevin Shields προσπαθώντας να εντάξει το συγκρότημα του στα σωστά αυθαίρετα μη όρια είχε πει ότι ‘έχουμε περισσότερα κοινά με την Kylie Minogue, παρά με τον David Coverdale’. Και αυτό ακριβώς πρέπει να είναι πάντοτε το πνεύμα των πραγμάτων, ακόμη και αν προτιμάμε τελικά τον δεύτερο από την πρώτη.
Ο Toral δείχνει τον δρόμο, και ο δρόμος δεν είναι εύκολος. Αλλά είναι μάλλον βέβαιο, ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος. Το ‘Spectral Evolution' είναι ένας δίσκος που όταν δεν τον ακούς, δύσκολα θα σκεφτείς να βάλεις να τον ακούσεις. Και το ‘Traveling Light’ είναι ένας δίσκος που περισσότερο τον σκέφτεσαι, όταν δεν τον ακούς. Διάνα και οι δύο δηλαδή. Δύο δίσκοι που ηχογραφήθηκαν σε τρία χρόνια, και που παρότι τους ακούμε λιγότερα από δύο, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ήδη σίγουροι.




