Στο οπισθόφυλλο του "Release The Stars" υπάρχει μια φωτογραφία όπου ο Rufus Wainwright είναι καθισμένος σε ένα κρεβάτι πλάι στη μητέρα του. Ακριβώς από κάτω, διαβάζουμε: "αυτό το album είναι αφιερωμένο στη μητέρα μου, η οποία ακόμα ψιθυρίζει στο αυτί μου ότι είμαι σπουδαίος". Το "είμαι σπουδαίος" με μεγαλύτερα fonts από αυτά του υπόλοιπου κειμένου (συμπεριλαμβανομένων και των τίτλων των κομματιών). "I'm Great" θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο τίτλος αυτού του δίσκου. Κάποιοι θα έσπευδαν να τον χαρακτηρίσουν ψώνιο. Οι περισσότεροι όμως θα συμφωνούσαν μαζί του. Απλά δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να τού το ψιθυρίσουν στο αυτί.
Και ο Rufus δεν έχει κανένα πρόβλημα να γράψει φαρδιά-πλατιά "I'm Great" πάνω στο δημιούργημά του, διότι έχει πλήρη συναίσθηση του ταλέντου του και της συνθετικής του μοναδικότητας. Δεν είναι τόσο αυταρέσκεια, όσο αυτογνωσία. Δεν είναι τόσο επίδειξη, όσο μια απλή διαπίστωση, έστω και ελάχιστα μετριοπαθής. Δεν είναι τόσο κομπασμός, όσο η προσωπική του γνώμη (ή έστω αυτή της μητέρας του) για το άτομό του ως καλλιτέχνης. Και γιατί όχι άλλωστε; Αν τα βασικά επιμέρους προσόντα ενός singer/ songwriter είναι η μουσική, οι στίχοι και η ερμηνεία, ο Wainwright έχει τρία στα τρία, και μάλιστα με τόνο σε όλα.
Το θέμα με τον Rufus, πάντως, είναι ότι δεν έχουμε απλά καλούς στίχους πάνω σε καλή μουσική, ερμηνευμένους από μια καλή φωνή. Εδώ πέρα, το σύνολο υπερβαίνει το άθροισμα των συστατικών. Το "Tulsa", για παράδειγμα, είναι σε στιχουργικό επίπεδο μια μάλλον χιουμοριστική αναπόληση ενός περιστασιακού εραστή (και όχι όποιου και όποιου αν πιστέψουμε τις φήμες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα), η μουσική είναι μεγαλόπρεπα οπερετική και η ερμηνεία κάνει ακροβασίες που κόβουν την ανάσα. Αλλά αν το αναλύσει κανείς έτσι, έχει χάσει τη μισή μαγεία: στο σύνολό του, το "Tulsa" δεν είναι ένα παράταιρο πείραμα, αλλά ένα κατά βάση απλό, γλυκόπικρο και υπεραισθαντικό δίλεπτο που, αν μη τι άλλο, κλείνει το μάτι στο κλασικό τραγούδι της Dusty Springfield που αναφέρεται στην ίδια πόλη.
Και είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα του να προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις τι ακούς: ο Wainwright είναι τόσο πληθωρικός και απρόβλεπτος που σε παρασέρνει στο να προσεγγίσεις τη μουσική του εγκεφαλικά. Όσο όμως κι αν σκεφτείς με πόσο εύστροφο τρόπο συνδυάζει την pop κουλτούρα με την κλασική μουσική, ή το glamour μιας ντίβας τύπου Judy Garland με το σκοτάδι των μοναχικών τραγουδοποιών, o Wainwright δεν πρόκειται να σε κερδίσει πραγματικά αν δεν προσπαθήσεις να δεις το όλο έργο του σαν ένα ολοκληρωμένο σύνολο ήχων. Σαφώς και όλα έχουν υποστεί εξαντλητική επεξεργασία, και δε χωράει αντίρρηση ότι μιλάμε για κάτι παραπάνω από μια προσεγμένη παραγωγή (στην οποία έχει βάλει και το χεράκι του ο Neil Tennant), αλλά αυτά είναι απλά οι λεπτομέρειες. Η ουσία είναι πως μέσα από όλη την εκκεντρικότητα και τη σχολαστικότητα, ίσως και το άγχος, για κάτι αντάξιο των προηγούμενων δίσκων, έχουν γεννηθεί 12 νέα τραγούδια από τα οποία τουλάχιστον τα μισά είναι, πολύ απλά, έργα τέχνης. Που για να αποκαλύψουν το μεγαλείο τους, απαιτούν να ακουστούν κάμποσες φορές, έτσι ώστε η αρχική εντύπωση πως ο Wainwright αρέσκεται σε φαντεζί αλχημείες να διαλυθεί και να δώσει τη θέση της στην κατασταλαγμένη διαπίστωση ότι, ναι, ο Wainwright είναι πράγματι σπουδαίος. Και άρα, όποιος σκέφτηκε αυτή ακριβώς η γνώμη να μπει με μεγάλα γράμματα στο οπισθόφυλλο, δεν υπερέβαλε καθόλου.




