The (Un)finished Sessions
Πότε άραγε 'τελειώνει', ολοκληρώνεται ένα έργο; Όταν αποφασίζει ο δημιουργός; Η τύχη; Ένας δίσκος χρονομηχανή από έναν πολύ δικό μας άνθρωπο. Της Ελένη Φουντή
Μολονότι αρνήτρια των εσχατολογικών σχημάτων, κυρίως για την υπόρρητη (ωστόσο μην ξεχνάμε και τον εκδηλωτικότατο Φουκουγιάμα) τελεολογία, έχω αποδεχτεί τα 1990s ως τελευταία δεκαετία των μουσικών επαναστάσεων, με την παραδοχή ότι μιλάμε για την εποχή πριν την ψηφιακή μετάβαση. Μουσικές επαναστάσεις έχουμε και σήμερα, όσο μη εύσχημα και αν επιχειρείται να υποβιβαστούν σε τεχνολογικές, π.χ. με την αλληλεπίδραση του hip hop με την αλγοριθμική κατανάλωση και τον εκδημοκρατισμό των μέσων παραγωγής, αλλά διαφορετικού τύπου. Ίσως είναι και θέμα οπτικής, άλλωστε τα σημερινά τελούν υπό εξέλιξη, πάντως όπως και να το δει κανείς, τα 1990s σημαδεύτηκαν μεταξύ άλλων από τομές στην ηλεκτρονική, με τη δημιουργία νέων αντικουλτούρων στη χορευτική και την ηλεκτροακουστική / πειραματική που εξειδικεύτηκαν περαιτέρω στα μεταβατικά εύφορα πλην μη επαναστατικά 2000s. Το πώς ανακλούσε αυτό βέβαια στον πεισματικά, αν όχι πνιγηρά, ροκ χαρακτήρα του underground μίας χώρας υπό χρονίζοντα ανθυπομπουζουκοκρατικό ζυγό όπως η Ελλάδα είναι μία άλλη ιστορία, αλλά γενικότερα είδαμε για πρώτη φορά την αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του ροκ από το club culture.
Τούτων δοθέντων, η θεσσαλονικιώτικη Poeta Negra άφησε ένα μικρό αλλά σημαντικό αποτύπωμα, γιατί και στις δύο φάσεις λειτουργίας της προώθησε νέες αναφορές στην ακρόαση, κυρίως μέσα από την πειραματική ηλεκτρονική, αν και ασχολήθηκε και με το club culture και μάλιστα με ατόφιες techno, electro, electropop κυκλοφορίες, πέρα από το αμφίσημα εξωστρεφές broken beat του Peekay Tayloh φερ’ ειπείν (ενδεικτική προσωπική προτίμηση). Έχει κυκλοφορήσει όμως και τον κοινά αποδεκτό πρώτο εγχώριο post-rock δίσκο, από τους 2 Βy Bukowski. Κατά τη γνώμη μου πάντως, πιο σημαντικό και από την καταγραφή των ρευμάτων και σχημάτων που ανέδειξε είναι ότι χαρακτηρίστηκε από έναν κατεξοχήν γόνιμο εκλεκτικισμό συνιστώντας αφ’ εαυτής τεκμηριωμένη πρόταση. Από τη σκοπιά των ακροατών, εχέγγυο ουσίας και αισθητικής συνέπειας ήταν η ίδια η Poeta Negra, δηλαδή ο άνθρωπος πίσω από το label και το δισκοπωλείο Λωτός, ο Προκόπης Τζιλής, με τη συμβολή και του Απόστολου Ρίζου στη δεύτερη φάση.
Ο Τζιλής είναι επίσης ο άνθρωπος πίσω από το project Shape, πράγμα που καθιστά και το “The (Un)finished Sessions” αξιοσημείωτο, όχι φυσικά υπό την έννοια ότι οφείλουμε να το συμπαθήσουμε, αλλά επειδή με το παραπάνω σκεπτικό, δεδομένων και των περιορισμένων μετέπειτα δισκογραφικών εγχειρημάτων με τη συμμετοχή του Λωτού, περιμένουμε μία κυκλοφορία που δεν βγήκε για να βγει και άρα αξίζει καταρχήν και καταρχάς να ακουστεί.
Πριν απ’ όλα βέβαια περιμένουμε μία κυκλοφορία ατελή. Πέραν του αυτεξήγητου τίτλου κατά το σαβουάρ φερ, διαβάζουμε ότι ο δίσκος περιλαμβάνει επιλογή από home recordings που δουλεύτηκαν το 2001 αλλά δεν ολοκληρώθηκαν. Ο Τζιλής είχε τιμήσει και τον άλλο κανόνα του σαβουάρ φερ της ηλεκτρονικής που θέλει τους ανθρώπους πίσω από τα labels να εμφανίζονται στους καταλόγους τους και ως δημιουργοί (πέρα από παραγωγοί, υπεύθυνοι για το mastering, ενίοτε το artwork κ.ά). Το έκανε πού και πού ο John Twells με την Type, κατά κόρον οι ιδρυτές της Raster-Noton και σχεδόν κατεξοχήν ο Franz Pomassl με τη Laton και ο Matt Elliott / Third Eye Foundation με τη Linda's Strange Vacation, για να αναφέρω μερικά ανάλογα παραδείγματα (η Raster-Noton ξεφεύγει λίγο σε αναγνωρισιμότητα αλλά ας αντισταθούμε στην παράνοια μίας ατελέσφορης σχετικοποίησης μεγεθών εντός του experimental electronic underground). Ο Τζιλής το έκανε σε σύμπραξη με τον Χάρη Μάρτη ως UVA με το πολύ αξιόλογο μάλιστα “Fission E.P.” (2000).
Τα home recordings λοιπόν κάθε άλλο παρά εκπλήσσουν. Όπως μαθαίνουμε, κυκλοφορούν τώρα γιατί τώρα βρέθηκαν, τι πιο λογικό, και εκτός από ατελή είναι μη επεξεργάσιμα γιατί έχουν χαθεί τα σχετικά αρχεία. Θεωρήθηκε ωστόσο ότι ορισμένα αξίζει να ακουστούν, έστω με τα ελαττώματα της ηχογράφησης και παρά το ανολοκλήρωτο, καθώς απηχούν το κλίμα της εποχής, στον απόηχο της ηλεκτρονικής έξαρσης των 1990s.
Ομολογώ ότι διαβάζοντας τα σχετικά θυμήθηκα αυθωρεί εκείνα τα χρόνια και λίγο συγκινήθηκα. Δεν θυμάμαι να έχω ταυτιστεί ποτέ με μία μόνο υποκουλτούρα. Πάντα άκουγα διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα. Εκτός από μία (παρατεταμένη τελικά) φάση στα 2000s που αφοσιώθηκα στην electronica, συζητούσα με ενθουσιασμό για labels της σκληρής βρετανικής επαρχίας μηδαμινών μέσων που έπεφταν ηρωικά πέντε κυκλοφορίες αργότερα και άρα τηρουμένων των αναλογιών, οι δίσκοι του Bola στη Skam ελάχιστα απείχαν από το να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας ενώ ο Aphex Twin φάνταζε ως brand εμπορικής αξίας ανάλογης του Bob Dylan. Όσο προφανές ήταν ότι όλα αυτά είχαν προκαθορισμένο τέλος, άλλο τόσο προσπαθήσαμε οι ομοιοπαθείς να κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας ότι θα κρατούσαν για πάντα. Καλά κάναμε. Χρειάζεται κάπου κάπου.
Το ίδιo κλίμα απηχεί και το “The (Un)finished Sessions”, από τη γραμματοσειρά, το εξώφυλλο (επιμελημένο από τον Απόστολο Ρίζο) που με παραπέμπει λίγο στις κυκλοφορίες της Progressive Form, την παραδοσιακή ψευδωνυμία και το περιεχόμενο. Τρία tracks όλα κι όλα βέβαια, διάρκειας έως 6 λεπτών έκαστο, πολύ μικρό δείγμα δηλαδή. Μέχρι να προλάβεις να ακούσεις τελείωσε το 10’’. Πράγματι, μοιάζει περισσότερο με δείγμα των ενδιαφερόντων του Τζιλή εκείνης της περιόδου και δύσκολα δίνει αίσθηση πληρότητας, πράγμα που άλλωστε τονίζεται με κάθε δυνατό τρόπο, κατά τη γνώμη μου ορθά. Σε περίπτωση που δεν προσέξατε τον τίτλο και σας διέφυγε και η περιγραφή, βρίσκεται γραμμένο και στο εξώφυλλο ότι το περιεχόμενο είναι σχεδόν ολοκληρωμένο. Είναι έκδηλη η επιθυμία να μην εκληφθούν οι ηχογραφήσεις ως κάτι περισσότερο από ανολοκλήρωτα δείγματα, το γεγονός πάντως παραμένει.
Και τα τρία κομμάτια ακολουθούν γραμμική εξέλιξη, χωρίς τις ρυθμικές μετατοπίσεις με τις οποίες πειραματίστηκε εδώ κι εκεί το “Fission E.P.” αλλά χωρίς να είναι και ακριβώς minimal. Επικρατεί η λογική των υπόγειων εντάσεων με την προσθαφαίρεση beats και synths που μαρτυρούν τη δουλειά και επεξεργασία στην οποία είχαν υποβληθεί παλιότερα. Πολύ καλώς αποφασίστηκε να κυκλοφορήσουν. Καίπερ εντός του ευρύτερου techno ambient, δεν είναι πάντως παρόμοια μεταξύ τους αλλά μοιάζει να αντλούν επιρροές από τρία διαφορετικά υπορεύματα. Όπως είναι λογικό, σε μια τόσο ανθηρή περιοχή του ήχου, που ευνόησε έναν πρόωρο εκδημοκρατισμό, καλώς εννοούμενο ασφαλώς αλλά εκ του αποτελέσματος κυμαινόμενης προστιθέμενης αξίας, οι συνειρμοί είναι αναρίθμητοι. Τα 2000s ήταν η εποχή που κάθε geek με ένα λάπτοπ, φίλους στο We Are The Music Makers και στα rooms του soulseek (και πιθανότατα ούτε έναν φίλο offline) τραβούσε για την κόλαση παρέα με τις καλές προθέσεις του με αυτοέκδοση σε mp3 από την άνεση του υπνοδωματίου του. Η άλλη όψη του νομίσματος βέβαια ένα επίπεδο πιο πάνω από τα μετεφηβικά υπνοδωμάτια είναι η εντυπωσιακή αφθονία και των αξιόλογων παραγωγών με δαιδαλώδεις μάλιστα διασταυρώσεις και αλληλοεπικαλύψεις. Συνεπώς, οι συνειρμοί που αναφέρω εδώ είναι προσωπικοί και σίγουρα ενδεικτικοί.
Το “Lie Run Enjoy” είναι το περισσότερο ambient-related από τα τρία. Μου θυμίζει τις δουλειές των Sun Electric στην R&S / Apollo στα μέσα 90s, ίσως και τα πρώτα techno ambient βήματα των Autechre με το “Incunabula”, ή ακόμα και το cd single του Biosphere στην Poeta Negra. Το “Exp” προσθέτει ένα επίπεδο μπάσου στα synths και το percussion, με dub techno αλλά και minimal techno / tech house αισθητική. Περίοδος Basic Channel / Chain Reaction δηλαδή, Vladislav Delay στις techno αλλά και τις house δουλειές του (ως Luomo) αλλά και με επιρροές από το IDM / electro της Merck, την απώλεια της οποίας θρήνησαν (εντάξει, θρηνήσαμε) σύσσωμοι οι τότε αιθεροβάμονες (και επαναλαμβάνω ότι στο δεδομένο πλαίσιο το εννοώ ως κομπλιμάν) μη συνειδητοποιώντας ότι θα πυροδοτούσε ένα κυριολεκτικό chain reaction μέχρι τον πλήρη εκφυλισμό του είδους. Το τελευταίο κομμάτι λέγεται “Sea Of Disguised Memories”, τίτλος που περίπου επιδέχεται σύνταξη (επικίνδυνα πράγματα αυτά στα techno χαρακώματα - ευτυχώς απουσιάζει το ρήμα) και εισάγει acid στοιχεία της μεγάλης του Aphex Twin σχολής, αλλά και electro που ίσως δεν είναι μακριά από τις “club ready” κυκλοφορίες της Poeta Negra όπως το “Audiomatik “ του Neuro D, ο οποίος είναι ο άνθρωπος πίσω από την Kinetik Records (Σάββας Γεωργιάδης) που συνυπογράφει ως εκδότης το παρόν. Αμοιβαία υποστήριξη, άλλος ένας κανόνας του σαβουάρ φερ σε εφαρμογή. Το mastering ανέλαβε ο Emdy (Αναστάσιος Κοκκινίδης).
Στην πραγματικότητα αυτή η αλληλουχία ambient - bass - acid techno / IDM λειτουργεί καλά ως ανθολόγηση μίας πιθανής ρυθμολογίας με την οποία ασχολήθηκε ο Shape (άλλος ένας κανόνας του σαβουάρ φερ - που εν προκειμένω αφορά τρίτους - είναι η αναφορά του alias τουλάχιστον μία φορά σε τυχόν κείμενο) στη δεδομένη χρονική φάση. Ναι μεν συνειδητά δεν αφήνει αίσθηση πληρότητας, αλλά υπάρχει λογική πίσω από την επιλογή των ηχογραφήσεων και δεν ακούμε πράγματα ατάκτως ερριμμένα. Προσωπικά θα με ενδιέφερε να ακούσω περισσότερα ή μάλλον ειλικρινέστερα, δεν είμαι σίγουρη ότι το συναισθηματικό και διαυγές αισθητικό αποτύπωμα αυτής της σύντομης κυκλοφορίας είναι αρκετό για να υπερκεράσει ακριβώς το πόσο σύντομη είναι. Από την άλλη, είναι αρκετό ως διακριτική κατάθεση αγάπης για μία μουσική σκηνή που πρακτικά δεν υφίσταται πια με τα χαρακτηριστικά που την είχαμε γνωρίσει, από έναν άνθρωπο που την υποστήριξε και την προώθησε με ουσία και ειλικρίνεια διεκδικώντας και πετυχαίνοντας ρόλο συνδιαμορφωτή της.




