Smiths, Madonna, Depeche Mode, Soft Cell, David Bowie, Cure, Bauhaus, New Order, Chameleons... Bloc Party, Editors, Interpol... Από πότε έχετε να δείτε όλα αυτά τα ονόματα μαζεμένα σε μια δισκοκριτική; Δεν πάει και πολύς καιρός ε; Αν πάντως οι Adam "Adam 12" Bravin και Justin Warfield, οι Λος-Αντζελιανοί DJ που "κρύβονται" πίσω από την ...εκδικητική νεαρά, σε κάποιο σερφάρισμα έφταναν κατά τύχη σε τούτη τη σελίδα, θα χαίρονταν πολύ για το παραπάνω name-dropping (ελπίζω πάντως να μην έχουν κανέναν Έλληνα φίλο, για λόγους που θα διαπιστώσετε παρακάτω!).
Προσωπικά όταν βλέπω κριτική με πολλά ονόματα-αναφορές, δύο πράγματα συμβαίνουν. Eίτε η κριτική είναι προϊόν οκνηρίας του ίδιου του κριτικού, είτε ο δίσκος είναι μέτριος έως κακός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν τι έχουμε; Ένα ακόμη προϊόν που έχει πιάσει το πνεύμα της εποχής... Και να που οι Interpol απέκτησαν και αυτοί τους κλώνους τους! (τα φωνητικά είναι τόσο μα τόσο ίδια! θαύμα-σύμπτωση της φύσης ή του στούντιο;). Μόνο που όταν οι Interpol τολμάνε να βουτήξουν στα σκοτάδια, οι She Wants Revenge μένουν στην ασφαλή (και από εμπορικής άποψης) επιφάνεια, χωνεύουν όλη την κιτς πλευρά της δεκαετίας του '80, κρατάνε τα πιασάρικα κόλπα (ένα σκυθρωπό μπάσο, ένα ξεσηκωτικό σέξυ πλήκτρο) και όλα αυτά τα επενδύουν με στίχους που η αφέλεια τους χτυπάει τιλτ. Έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με μια απονευρωμένη εκδοχή των '80s, ότι πρέπει για αυτούς που δίσκοι όπως π.χ. ένα "Mesh & Lace" τους πέφτουνε δυσκολοχώνευτοι και χαλάνε την "καλά να περνάμε" διάθεση τους...
Οι ίδιοι πάντως δηλώνουν ότι: "θέλαμε να κάνουμε έναν δίσκο ο οποίος θα έκανε τα κορίτσια να χορέψουν και να κλάψουν"... Για το δεύτερο έχω πολλές αμφιβολίες, εκτός εάν τα ερωτικά δράματα του "Beverly Hills 90210" σας συγκινούσαν μέχρι δακρύων. Για το πρώτο δεν έχω καμιά, κάποια κομμάτια ακούγονται έως και ευχάριστα, θα κουνήσουν αρκετά σώματα στην πίστα (όπως το "Red flags and long nights" ή το "Broken promises for broken hearts"), αλλά μετά από μερικά ακούσματα θα αποκαλύψουν το γυμνό πλαστικό μουσικό τους υπόβαθρο, ακριβώς όπως γίνεται και με μια τσιχλόφουσκα... (5.5) - Aντώνης Ξαγάς
* * *
Λαμόγια!
Ήδη από την πρώτη ακρόαση του δίσκου γίνεται αντιληπτό ποια είναι αυτή που ζητάει απεγνωσμένα εκδίκηση. Η χήρα του Ian Curtis ασφαλώς, καθώς ακόμη περιμένει να της στείλουν οι Justin Warfield και Adam "Adam 12" εκείνη την επιταγή που της υποσχέθηκαν, όταν τους έδωσε την άδεια να ηχογραφήσουν χαμένες, ξεχασμένες και από το χρόνο παρατημένες συνθέσεις του Ian Curtis, που τυχαία ανακάλυψε η ίδια σε έναν παλιό ταξιδιωτικό νεσεσέρ, στο οποίο έβαζε ο μακαρίτης τα ξυριστικά του και την αλοιφή για την ακμή, κάθε φορά που έφευγε σε περιοδεία.
Ο δίσκος των Αμερικάνων She Wants Revenge λοιπόν επαναφέρει στην επικαιρότητα το ακανθώδες ζήτημα της διαχείρισης του υλικού που άφησαν πίσω τους μεγάλοι καλλιτέχνες, που επίσης μας άφησαν πίσω χρόνια, χήρες και ορφανά. Οι Beatles την βρήκαν την άκρη τους με τη βοήθεια της τεχνολογίας, ενώ η καημένη η Courtney Love βαρέθηκε την ανακατωσούρα και αποφάσισε να τα πουλήσει τα παλιο-πνευματικά δικαιώματα, να πάρει το εφάπαξ και να αποσυρθεί.
Εν προκειμένω από τις δώδεκα συνθέσεις του 'She Wants Revenge' άλμπουμ, διαπιστώνουμε ότι ο Ian Curtis λίγο προτού μπερδευτεί με τα σκοινιά και τα σαπούνια καθώς προσπαθούσε να αλλάξει τη λάμπα στο σκοτεινό και παγωμένο του καθιστικό (αργότερα θα έβαζε και καινούργια φιάλη αερίου στη σόμπα, αλλά τι σου είναι ο άνθρωπος τελικά...), είδε ξεκάθαρα το μέλλον των Joy Division: περισσότερα ηλεκτρονικά στοιχεία -καθώς απαιτούσε άλλωστε και το technology zeitgeist των 80s - (Red Flags And Long Nights), μια δόση ανθρωπιάς στον μέχρι πρότινος μισάνθρωπο κόσμο των στίχων του και πιο πιασάρικα ρεφρενάκια (Broken Promises For Broken Hearts) και ασφαλώς ανανεωμένες version κλασσικών επιτυχιών του παρελθόντος με ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο (Out Of Control).
Είχε ήδη μάλιστα αποφασίσει να απολύσει μονομιάς τον συρφετό των ατάλαντων που κουβαλούσε μαζί του (με πρώτο-πρώτο τον Peter Hook... που είχε βαρεθεί να τον ακούει να παίζει τόσα χρόνια το ίδιο πράγμα) και να προσλάβει κάτι νεαρούς από το Basildon που είχε ακούσει ότι είναι πολύ καλοί στο να γράφουν ηλεκτρονική μουσική σε ροκ υπόβαθρο (αφού πρώτα βέβαια τους έπειθε να απολύσουν κι αυτοί έναν υπερβολικά χαρούμενο νεαρό, που το έπαιζε αρχηγός τους, τον Andy Bell).
Το σχέδιο του Curtis ήταν σχεδόν άψογο. Ο νέος ήχος των Joy Division, βοηθούμενος από μία επιτέλους καθαρή και επιβλητική παραγωγή, θα συνδύαζε το αρχικό μοναχικό του όραμα με μία άνευ ξεπουλήματος εμπορική επιτυχία. Σύμφωνα με το σχέδιο σε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια οι Joy Division θα ήταν η πιο επιδραστική μπάντα της rock ιστορίας, ξεπερνώντας ακόμη και τους Beatles. Δυστυχώς παραπάτησε, μπερδεύτηκε το καλώδιο γύρω από το λαιμό του και τα υπόλοιπα είναι rock μυθολογία για αρχάριους.
Στα χέρια τώρα δύο πρώην DJ από το Los Angeles το πρωτότυπο αυτό υλικό, με τη βοήθεια της αυθεντικής φωνής του Ian Curtis, αναπαραγόμενη από ένα ειδικό μηχάνημα που μιμείται με απόλυτη ακρίβεια την οποιαδήποτε ανθρώπινη φωνή (το ίδιο που χρησιμοποιεί πλέον και ο Morrissey για να "πιάνει" τα falsetto του παρελθόντος), αποδίδεται με σχεδόν ιδανικό τρόπο. Την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι (Interpol, Editors...) αναζητούν το αυθεντικό πνεύμα του Ian Curtis και χαροπαλεύουν σε ατέλειωτες ώρες στο studio μονοκοπανώντας τις κιθάρες τους, οι She Wants Revenge αναδεικνύονται στην καλύτερη tribute band στον κόσμο, που έχει την τύχη να ερμηνεύει μόνο αυθεντικό και ακυκλοφόρητο υλικό.
Αν ήταν και συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στην έρημη τη χήρα, θα μπορούσαμε σχεδόν να τους αγαπήσουμε.
Λαμόγια!
(6) - Άρης Καραμπεάζης




