Smile
Το Χαμόγελο των Skeletons είναι ένας δίσκος που αν ήταν γλυκό θα σ' άφηνε να γλύφεις τα δάχτυλά σου κι αν ήταν πέτρα θα την έκανες κρεμαστάρι για να την φοράς τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες. Προσοχή, εδώ δε μιλάμε ούτε για γκουρμέ κατασκεύασμα, ούτε για ακριβό διαμάντι. Αλλά κάτι σαν ένα φίλο που ενώ δεν είστε μιλημένοι κολλητοί, ψάχνεις δικαιολογία για να τον ξαναεπισκεφτείς στο μέλλον.
Οι πιουρίστες απόφοιτοι της ...ανωτάτης Μουλατεμπορικής καλύτερα ν' ακούσουν τη συλλογή με τα παλιά του Astatke ή να εμβαθύνουν κατευθείαν στον καινούριο δίσκο του. Γιατί υποψιάζομαι ότι αν ακούσουν το Smile, θα φρίξουν με τα "κλεμμένα" θέματα από όλο το εύρος της ethio-jazz και των επιρροών της. Ο Lamdin (βλ. Nostalgia 77) πάντως, ισχυρίζεται ότι απλά ανακύκλωσε παλιότερες συνθέσεις του που είχε φτιάξει κατά παραγγελία. Συνήθως αυτές οι παραγγελίες είναι ολιγόλεπτες και προορισμένες για διαφημίσεις κι άλλους παρόμοιους εμπορικούς σκοπούς. Παραδόξως, στην προκειμένη κατάσταση αυτό ίσως και να συνέβαλλε στο ότι η πρώτη ύλη είναι την ίδια ώρα αυτάρκης αλλά και ανοιχτή στον αυτοσχεδιασμό.
Όσοι πάλι θέλουν αποκλειστικά καινοτομίες και "φεύγα" καταστάσεις σε μοντέρνες συσκευασίες, ας αρκεστούν σε οποιοδήποτε των Heliocentrics. Οι δε φανατικοί της jazz θα μας πουν ότι ναι, πολύ καλός τζαζίστας ο Lamdin, αλλά τα έχουν ξανακούσει όλα και πολύ καλύτερα στο παρελθόν. Οι πιο οξυδερκείς απ' αυτούς θα παρατηρήσουν ότι κι εδώ, όσο κι αν επιμένω στην επιτυχία των θεμάτων του δίσκου, ούτε εδώ βρίσκουμε αυτό που κάνει τους κλασικούς δίσκους να διαφέρουν από τις πολυπληθείς τωρινές ρέπλικές τους: ένα killer theme σαν π.χ. του Psychedelic Sally ή (για τους αφρομπιτάδες) έναν δυναμίτη σαν του Musicawa Silt ο οποίος σκάει στα χέρια σου πριν προλάβεις ν' αντιδράσεις - γι' αυτό και τον θυμάσαι από την πρώτη φορά και για πάντα.
Εμείς όμως είμαστε ένας συνδυασμός των προηγούμενων κατηγοριών κι άλλων τόσων, οπότε απλά σκάμε ένα χαμόγελο με το ευδιάθετο Smile και το καταχωρούμε σε κείνους τους δίσκους που μπορεί να μην επιβιώσουν μέχρι το τέλος της χρονιάς στη λίστα με τα καλύτερα, αλλά που θα συνεχίσουμε να τους ακούμε για καιρό.
Γιατί φαντάζει εύκολος στο άκουσμα αλλά δεν είναι. Γιατί κλέβει από δω κι από κει αλλά δεν το κάνει και θέμα. Γιατί δε σε υποδέχεται με τις πυτζάμες σ' ένα hangover τζαμάρισμα, αλλά με τα καλά του ρούχα στην πρόβα τζενεράλε. Γιατί κι ας την απολαμβάνουμε στο μοναδικό τραγούδι του δίσκου, δε χρειάζεται την παρουσία της Alice Russell για να τον προσέξουμε. Γιατί ακόμα και σ' αυτό το μεταμοντέρνα ριβαϊβαλιστικό περιβάλλον που κινούμαστε ως ακροατές, μας ξεγελάει ουκ ολίγες φορές κάνοντάς μας να χαθούμε αποκλειστικά σ' επίπεδο ηχητικής διήγησης, προσφέροντάς μας ολοκληρωμένες αρχές, μέσες και τέλη, αν κι όχι απαραίτητα μ' αυτή τη σειρά.
Η αίσθηση που αποπνέει ο δίσκος είναι ότι ο Lamdin ξύπνησε κάποια στιγμή μόνιμα σ' ένα όνειρο όπου ήταν ο αρχηγός μιας μπάντας από κείνες του εξήντα και του εβδομήντα, εκεί που το αρχηγός μετρούσε περισσότερο από τη λέξη μπάντα. Γι' αυτό και δεν έχει σημασία στο τελικό αποτέλεσμα το γεγονός ότι οι Skeletons δεν υπάρχουν στ' αλήθεια. Αντίθετα: τώρα ο ενορχηστρωτής μπορεί να βάλει κάθε όργανο εκεί ακριβώς που πρέπει, χωρίς συμβιβασμούς. Και κυρίως να δώσει τον κατάλληλο "αέρα" ανάμεσά τους ώστε ν' αναπνεύσουν.
Διότι στα θέματα (είτε afro, είτε ethio, είτε soul και funk) και την jazz ανάπτυξή τους κρύβεται η γοητεία και η δύναμη αυτού του δίσκου. Και στο ευτυχές γεγονός ότι ο έμπειρος και ταλαντούχος Lamdin τ' άφησε ν' ανθίσουν κι όχι να ισοπεδωθούν κάτω από τον καταναγκασμό ενός προαποφασισμένου project.




