Αφού ο ανθρώπινος νους έχει την τάση να ψάχνει παντού αναλογίες κι αφού όταν δεν βρίσκει κάποια μπαίνει αμέσως σε κατάσταση να φτιάξει μία μόνος του, θα ξεκινήσω κάπως έτσι:
Είναι νύχτα, αφήνετε το αντιληπτό και μετρήσιμο του δωματίου σας, το ασφαλές του σπιτιού σας, τους φωτισμένους δρόμους, στρίβετε στην πιο απομακρυσμένη γωνία, κάνετε αργά μερικά βήματα μέχρις ότου οι κόρες των ματιών σας να διασταλούν και αρχίσετε να "βλέπετε" στο σκοτάδι, κι αυτό εν ολίγοις ήταν, είστε στο σωστό μέρος για το καλωσόρισμα του άυλου κόσμου του "Ett Berg Av Fasa".
Το ένστικτο είναι ένας πολύτιμος βοηθός. Γενικά μιλώντας. Δεν έπαψε ποτέ του, ωστόσο, να μας φοβίζει. Διότι δεν είναι λίγες οι φορές που μας παρασύρει σε υπερβολές, αμάζευτες και μετά χίλιες και μια μετάνοιες. Σπάνια χαλιναγωγείται, όταν όμως αυτό γίνεται έστω και κάπως, μπορεί να δημιουργήσει μικρά θαύματα, μουσικά εν προκειμένω.
Οι Stormfagel είναι στα χαρτιά σουηδοί. Δηλαδή ο Andreas Neidhardt είναι, το ένα τους ήμισυ. Το άλλο μέλος τους είναι η ουγγαρέζα Eva Mag. Οι δυο τους ζουν και δημιουργούν στη Στοκχόλμη. Τι παίζουν, τώρα; Ένα είδος αχτύπητης σκοτεινής folk, είναι η απάντηση. Όχι τόσο ethereal όσο η συντριπτική πλειονότητα των neo-folk γκρουπ, αλλά προς την ακριβώς αντίθετη, την aggressive, κατεύθυνση, είναι η αναγκαία επεξήγηση. Ο ήχος τους είναι ένα σύνθετο παράγωγο. Προς αυτό συνδράμουν κι οι τρεις καλεσμένοι μουσικοί στα βιολιά και διάφορα φλάουτα. Αν τον ψαχουλέψεις περισσότερο, στην αρχή θα σου συστηθούν τα επιβλητικά κρουστά (τύμπανο, ταμπούρο, κύμβαλα κ.ά.), μετά τα εκφραστικά έγχορδα -που πρόσεξε όμως, όταν τα δοξάρια σύρονται απότομα στις χορδές γίνονται ακόμη πιο οξύηχα, γίνονται τραχιά και θυμωμένα-, ακολούθως τα θλιμμένα πλήκτρα, στη συνέχεια τα διαπεραστικά πνευστά (ξύλινα, για φλάουτα μιλήσαμε). Στο τέλος θα μείνουν μόνα τους τα φωνητικά. Ευκαιρία για δύο-τρία λογάκια παραπάνω...
Παράγων κλειδί, λοιπόν, είναι εδώ το τραγουδιστικά μέρη. Στα οποία όταν η Eva Mag παίρνει πάνω της την ερμηνεία η όλη κατάσταση εξοκείλει σε εξωκοσμικά μονοπάτια, έτσι όπως ανακατεύονται στίχοι, εδώ στη μητρική της γλώσσα τα ουγγρικά κι εκεί στα σουηδικά, αλλά και στιλ, αρμονίες και τεχνικές που έχουν αντληθεί από το, ενίοτε εντυπωσιακό σ' αυτόν τον τομέα, ανατολικοευρωπαϊκό σεντούκι. Κι επειδή έτσι όπως εκ των ενόντων το αποτέλεσμα φτάνει να γίνεται ακαταλαβίστικο, σε σπρώχνει από μόνο του στο να το παρακολουθήσεις πρωτίστως συναισθηματικά, όλο και πιο βαθιά, καθώς το cd γυρίζει και τα τρακ διαδέχονται το ένα το άλλο. Ο Neidhardt αποδεικνύεται ο σύνδεσμος με την τωρινή εποχή, επιλέγει και λίγα αγγλικά, αν και δεν υπήρχε θέμα να σπάσει αυτή η ανακόλουθη διαφυγή μας στα απόκρυφα της παράδοσης. Εξάλλου, κάπου η Mag μας πήγε ακούσια στην πρωταρχική σημασία των φωνητικών τόνων, χρωμάτων και χροιών, δείχνοντας την αγωνία, το φόβο, την προειδοποίηση, τη συντροφικότητα, τη λατρεία, με φθόγγους που ίσως να μη λένε άμεσα κάτι, το "σε θέλω" του έρωτα ας πούμε, αλλά οξύνουν τη διαίσθηση. Αυτό έκανε κάποτε τους δίσκους με τις βουλγάρικες φωνές της 4AD ανάρπαστους, τα πολυφωνικά τραγούδια συχνά τόσο ανατριχιαστικά, την Marie Boine Persen ένα από τα δυνατότερα χαρτιά της πρώτης περιόδου της Realworld και πάει λέγοντας.
Αν εξαιρέσει κανείς το τελευταίο τραγούδι, μια πνιγμένη στα τεχνητά παράσιτα διασκευή σε "δημοτικό", όλα τα υπόλοιπα σε βάζουν σε μια σπάνια κατάσταση όπου δεν έχει ουσιαστικό νόημα να τα ξεδιαλύνεις στα καλύτερα και στα άλλα. Μόνο λειτουργώντας σε ατομικιστικό επίπεδο, κυριολεκτικά, μπορώ να σας πω ότι προτιμώ πρώτο το απίστευτο ομότιτλο κομμάτι και ύστερα όλη μαζί την καθηλωτική, κατανυχτική πεντάδα των "Varj Meg Vandor", "Kis Kece Lanyom", "The Smile", "I Cursed Each Tune" και "Skoldmon". Με αυτήν την ανάκατη σειρά που μπροστά της η μετά πολλών κόπων προσπάθεια του Tamas Katai να πάρει οριακά την ποιοτική έγκριση "αρκετά έως πολύ καλό" είναι σα να μην υπήρξε ποτέ. Το μοναδικό άλλο άλμπουμ που στέκεται όρθιο σε σύγκριση με το παρόν είναι το προ εξαετίας "The Book Of The Cruelty Of Women" των ρώσων ομοϊδεατών Rada & Ternovnik αν του βγάλεις τις κιθάρες. Κάνουν, δε, και ταιριαστό ζευγάρι ακούγοντάς τα απανωτά, αλλά πού τύχη.
Από την αρχή μέχρι το τέλος, το ντουέτο μοιάζει απρόθυμο να επωφεληθεί από τα πλείστα όσα προνόμια τους δίνουν οι καιροί που ζούμε κι η τεχνολογία. Αυτό είναι ίσως που κάνει τα πράγματα να θέλουν πιο πολύ και με έναν, να τον πω, επιτακτικότερο τρόπο την έγκριση. Στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο ήδη έχουν υποστεί τις γνωστές κατσάδες/ επευφημίες. Στο μουσικό, εντούτοις, ειδικά μετά από έναν τέτοιο εξαιρετικό δεύτερο δίσκο, δεν θα ακούσετε κιχ.
Η πιο άξια "διαφορετική" πρόταση του 2007 μέχρι του παρόντος. Σχεδόν...




