An Ambient Decade
Δέκα χρόνια (ambient) κομμάτια. Μαζί με οδηγίες χρήσεως και ακρόασης... Του Βασίλη Παπαδόπουλου
Δέκα κομμάτια, ένα για κάθε χρονιά της πρώτης δεκαετίας μιας εταιρίας που βγάζει ambient (ή αλλιώς, όπως λέει, μοντέρνας κλασικής ή ηλεκτροακουστικής μουσικής). Το ‘εταιρία’ δεν είναι ακριβές, καθώς η Whitelabrecs είναι το δημιούργημα ενός ανθρώπου, του Harry Towell, που κάποτε, παρότι dj, είδε το φως στη ζωή του στα πρώτα αριστουργήματα που καθόρισαν το είδος, τους δύο δίσκους του Brian Eno με τον Harold Budd. Ήδη σήμερα η Whitelabrecs είναι μέλος μιας κοινότητας μουσικών ετικετών – μουσικών παραγωγών και συνθετών που διακονούν το είδος στην Αγγλία. Εχουν μάλιστα και το δικό τους ambient φεστιβάλ, που γίνεται από το 2022 στο Woodbridge, την πατρίδα του Eno, μια ήρεμη πόλη της Νοτιοανατολικής Αγγλίας.
Κι είναι πράγματι αυτή η ηρεμία που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο είδος. Δεν υπάρχει σχεδόν καν ρυθμός, καθώς τις περισσότερες φορές απουσιάζουν παντελώς τα τύμπανα ή οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες που θα έβαζαν σε τάξη τον χρόνο. Η μουσική είναι άχρονη, ανοίγεται στο υπερπέραν, διαρκεί αόριστα, φλερτάρει με την αιωνιότητα. Δεν υπάρχει μελωδία, με την έννοια μιας μουσικής φράσης που κυριαρχεί. Παρόλα αυτά υπάρχουν μικρές επαναλαμβανόμενες στοιχειώδεις μουσικές φράσεις που δημιουργούν υπόγειες διακριτικές αρμονίες (εξ ου και ο μινιμαλισμός ή το πιο σύγχρονο παρακλάδι του, η drone). Απουσιάζει επίσης η φωνή. Παραμένουν γυμνά τα όργανα, συχνά ηλεκτρονικά, να δημιουργούν ήχους που αναδύονται από το πουθενά για να καταλήξουν στο πουθενά. Η ανακάλυψη του διαστήματος σίγουρα εκτόξευσε το είδος, αν και συχνά οι αναφορές της ambient είναι η φύση γύρω μας, γυμνή όμως, χωρίς ανθρώπους. Ακόμη και τα πνευστά δεν είναι συνηθισμένα, καθώς φέρνουν κάτι από την ψυχή του ανθρώπου και η συγκεκριμένη μουσική θέλει να είναι χωρίς συναισθήματα, χωρίς εξάρσεις. Οι δε σιωπές είναι μέρος της ηχητικής παράστασης. Εξάλλου συχνά οι μουσικοί του είδους ασκούνται στην μουσική υπνοθεραπεία (η Whitelabrecs μόνο έχει βγάλει ήδη 6 άλμπουμ στη σειρά Sleep Laboratory). Συχνές δε είναι και οι καταγραφές πεδίου ή field recordings για να αποτυπώσουν τον ήχο της φύσης γύρω μας.
Αρκετά όμως αναλύσαμε την ambient. Δεν χρειάζεται. Είναι σύγχρονη (μοντέρνα) κλασική μουσική, που στηρίζεται στις ευκολίες της ηλεκτρονικής μουσικής, αντί στα παραδοσιακά όργανα, χωρίς κι αυτό να είναι αναγκαίο. Είναι αυτό ποπ κουλτούρα; Όσο είναι τα νυχτερινά του Σοπέν, οι σουίτες του Μπαχ ή τα Gnossiennes του Erik Satie. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Όταν η πανκ κουλτούρα οριοθετούσε και αναπροσδιόριζε τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα, ο Eno μας παρέδιδε τη Μουσική για Αεροδρόμια, και κατόπιν το magnus opus του Plateaux of Μirror. Σήμερα, τούτη η μικρή εταιρία, μαζί με άλλες τρεις μικρές αγγλικές εταιρίες (Driftworks, Elm Records and Evergreen Music) συνεχίζουν την παράδοση της ποπ, καταγράφοντας και εκδίδοντας σύγχρονη ατμοσφαιρική κλασική μουσική. Είναι δε πανκ, όσο ίσως κανείς άλλος. Ανεξάρτητες μικρές εταιρίες, diy στην καθ΄ ολοκληρία τους.
Τα δημιουργήματά τους είναι ηλεκτρονικές κυκλοφορίες στο bandcamp (ελάχιστες μόνο στιγμές στο YouTube), ενώ συντηρούν και τον μύθο γύρω τους, με μικρές, θα έλεγε κανείς συλλεκτικές, κυκλοφορίες cd-r και κασετών. Η μουσική τους απευθύνεται στο υπερπέραν και την αιωνιότητα, όμως οι δημιουργίες τους είναι μάλλον πεπερασμένες με μέσα που φθείρονται στο χρόνο. Δεν έχουν αξιώσεις hi-fi. Στοχεύουν στο μέσο κοινό και στον μέσο άνθρωπο και περισσότερο στην αίσθηση που αποκομίζει κανείς παρά στην ανώτερη ηχητική απόλαυση μιας ανώτερης μουσικής, καθώς δεν είναι τέτοια. Αντίθετα είναι απλή στη φύση της.
Είπαμε πριν για συναισθηματική κενότητα, όμως αυτό που απομένει είναι μια ηρεμία, μια ζεστασιά και μια οικειότητα. Πράγματα ξένα στις αστικές μεγαλουπόλεις που ζούμε, αλλά όχι παράταιρα. Ο Harry Towell λέει ότι μεγάλωσε δίπλα σε βουητό από μηχανές εργοστασίων και μπορεί αυτό να καθόρισε τα ακούσματά του. Εμείς θα προτείνουμε να ακούσετε τη Δεκαετία Ambient πρωί και όχι βράδυ πριν να ξεκινήσει η πρωινή παραζάλη. Ανοίγει ορίζοντες, προσφέρει γαλήνη και ησυχία και δίνει δυνάμεις να ξεκινήσει ή να συνεχίσει κάποια ή κάποιος.
Δεν είπαμε τίποτε για τα κομμάτια που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή. Δεν νομίζω όμως ότι χρειάζεται. Περιέχει τα ονόματα,όλο το βαρύ πυροβολικό αυτή της μικρής αγγλικής σκηνής (The Prairie Lines, James Osland, Adrian Lane, Andrew Heath) όσο και εκλεκτές συμμετοχές από τον Αμερικανό Michael Grigoni, τον Γερμανό Sven Laux ή τη Νορβηγίδα Julia Gjertsen. Αν διαλέγαμε εμείς, θα κρατούσαμε το ‘Reach for the horizon’ του Adrian Lane, το περισσότερο ποπ κομμάτι της συλλογής, ή το ‘Carlsen’ του Sven Laux, όπου διακρίνεται ξεκάθαρα η επιρροή του Philip Glass. Ξεκινήστε όμως μάλλον καλύτερα με το ‘This is where we kneel’ του Bill Sawden (ως The Prairie Lines), το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι της συλλογής και όλης αυτής της μικρής θαυμαστής σκηνής, πιστής σε αυτό που υπηρετεί.
Ο κατάλογος της Whitelabrecs είναι εξάλλου μακρύς. Τα δέκα αυτά χρόνια έχει ξεπεράσει τις 200 κυκλοφορίες. Και θα συνεχίσει μάλλον αιώνια και στο υπερπέραν.




