Antaḥkaraṇa
Επιμειξία, οικειοποίηση, συνεργασία. Η ιστορία της ανθρώπινης δημιουργικότητας... Του Βασίλη Παπαδόπουλου
Όταν ακούτε για fusion, καλό είναι να το αποφεύγετε. Συνήθως αφορά επιμειξίες ψεύτικες και επιτηδευμένες. Δυτικοί άνθρωποι που ψάχνουν το γνήσιο και το αυθεντικό οπουδήποτε στον κόσμο χωρίς όμως να έχουν το βασικότερο προσόν, το βίωμα. Και αντίστροφα, άνθρωποι της περιφέρειας που ενώ δεν τους λείπει τίποτε από αξιοσύνη και μουσική παιδεία, πουλούν φθηνά την ψυχή τους στο διάολο για μερικά δολάρια. Συχνά έτσι το μείγμα είτε είναι ένας αδιάφορος αχταρμάς, είτε ένα ενοχλητικό άκουσμα που απέτυχε στον βασικό του σκοπό: Άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες να συναντηθούν και να δημιουργήσουν κάτι καινούριο και πρωτότυπο, κουβαλώντας όμως μέσα του τους διαφορετικούς κόσμους που έχουν βιώσει οι δημιουργοί του. Βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις. Μία από αυτές είναι η καινούρια δουλειά των The Three Seas.
Σχήμα που δημιουργήθηκε από τον Αυστραλό σαξοφωνίστα Matt Keegan που αναζήτησε κι αυτός την αυθεντικότητα στη Δυτική Βεγγάλη της Ινδίας, όπου ήρθε σε επαφή με baul μουσικούς, για να δημιουργήσει τους The Three Seas. Η baul μουσική είναι παραδοσιακή μουσική της Βεγγάλης (ήτοι του σημερινού Μπαγκλαντές και της Δυτικής Βεγγάλης), προστατευόμενο πλέον είδος πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco, ένα μείγμα ινδουισμού, βουδισμού και σουφισμού. Μουσικοί με τις παραδοσιακές πολύχρωμες φορεσιές και τα πρωτόλεια μουσικά όργανα εστιάζουν κατά κύριο λόγο στη φωνή για να τραγουδήσουν για τα δικά τους πάθη και καημούς. Καταρχάς έτσι αναρωτιέται κανείς τι δουλειά έχει η contemporary jazz με όλα αυτά. Είπαμε, ματαιοδοξίες μιας δυτικής αποικιοκρατικής λογικής που πασχίζει να κατανοήσει και να δαμάσει καθετί που της είναι παράταιρο, παράλογο, διαφορετικό.
Του το συγχωρούμε όμως του Αυστραλού αρχηγού, promoter, curator, συνδημιουργού, ότι είναι τέλος πάντων. Βρήκε διαλεχτούς μουσικούς από την Καλκούτα, τη Ντάκα και τα Ιμαλάια. Επιδέξιους μουσικούς σε αυτά τα μυστήρια παραδοσιακά όργανα της baul, όσο και κορυφαίους τραγουδιστές, καθώς, το αναφέραμε πριν, η φωνή είναι η κυρίαρχη και εδώ. O Raju Das Baul στο κρουστό khamak, o Deo Ashis Mothey στα παραδοσιακά έγχορδα dotora (στην οικογένεια του λαούτου) και esraj (παρεμφερές του ινδικού σιτάρ) καθώς και στην κιθάρα και ο Gaurab ‘Gaboo’ Chatterjee στα τύμπανα τόσο παραδοσιακά (dupki) όσο και σύγχρονα συμβατικά και όλοι στις φωνές.
Ο Gaurab Chatterjee είναι μέλος των Lakkhichhara, πετυχημένης κλασικής μάλλον ροκ μπάντας στην Καλκούτα της Ινδίας αλλά και γιος του Gautam Chattopadhyay. Ο τελευταίος ήταν η βασική μορφή των Moheener Ghoraguli, δυτικότροπης ποπ μπάντας που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ‘70 στη Δυτική Βεγγάλη. Βλέπετε, όπως σε όλο τον κόσμο, είχαν και εκεί την ίδια περίοδο τη ζωογόνα είσοδο και επιρροή της ροκ στις τοπικές λαϊκές – παραδοσιακές μουσικές. Δεν έγιναν γνωστοί τότε, αλλά τη δεκαετία του ‘90 όταν τα άλμπουμ τους επανεκδόθηκαν από φανατικούς θαυμαστές τους και κατέκτησαν πλέον τη θέση τους στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα όλης της Βεγγάλης.
Από τους Moheener Ghoraguli έτσι η κορυφαία στιγμή του ‘Antaḥkaraṇa’, το ‘Prithibi’ ή ‘Prithibi Ta Naki’ όπως είναι γνωστό και χιλιοαγαπημένο στη Βεγγάλη. Ένας σύγχρονος ποπ ύμνος, που μόνο ο γιος του αρχικού δημιουργού του θα μπορούσε να το ερμηνεύσει με τρόπο αυθεντικό όσο και ο πατέρας του.
Οι The Three Seas μαζεύονται κάθε 4 περίπου χρόνια και βγάζουν από ένα άλμπουμ. Για το τελευταίο τους, τέταρτο στη σειρά, μαζεύτηκαν στα Real World Studios που είχε ιδρύσει ο Peter Gabriel στην Αγγλία και κατέγραψαν αυτή τη μίξη πολιτισμών. Το ότι εδώ κυριαρχούν περισσότερο οι φωνές, μάλλον κάνει το αποτέλεσμα πολύ καλύτερο από τις προηγούμενες φορές. Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι μία από τις πλέον κορυφαίες στιγμές συνάντησης μουσικών από διαφορετικές κουλτούρες, πάντως είναι ένα αποτέλεσμα αξιέπαινο.
Πέρα από το ‘Prithibi’ αξιομνημόνευτο είναι και το ‘Rongmohole’, ίσως το καλύτερο αποτέλεσμα της μουσικής αυτής συνάντησης, όπου παραδοσιακά όργανα και φωνές απαντώνται μαζί με σύγχρονα τύμπανα και τόνους από το σαξόφωνο με τρόπο αρμονικό και ισότιμο. Στα ‘Bhalobasha Makorshar Jal’ και ‘Tone Shamam’ η μίξη είναι επίσης ενδιαφέρουσα, παρόλα αυτά ενίοτε ο ένας κόσμος διαχωρίζεται από τον άλλον τόσο που συχνά δεν συναντώνται. Στα περισσότερα από τα λοιπά κομμάτια, η μίξη είναι ισότιμη μεν, πλην μάλλον αδιάφορη. Δυστυχώς υπάρχουν και κακές στιγμές, από τις ενοχλητικές, που αναφέραμε και παραπάνω, όπως αυτή στο ‘Real World’, όπου το σαξόφωνο μαζί με την αγγλική γλώσσα μοιάζουν με όπλα του δυτικού ιμπεριαλισμού που όχι μόνο δεν συναντώνται με την παράδοση της baul, αλλά κυριαρχούν πάνω σε αυτή.
Κλείνουμε τούτη τη δισκοκριτική, αναγνωρίζοντας ότι κι εμείς οι ακροατές συμπεριφερόμαστε σαν αποικιοκράτες. Συναντάμε κάτι ενδιαφέρον, εντυπωσιαζόμαστε, προσπαθούμε να το βάλουμε στα δικά μας καλούπια, να το ερμηνεύσουμε και να το δαμάσουμε. Παρόλα αυτά παραμένει η γλυκιά εντύπωση του πρωτόγνωρου. Για εμάς τούτος ο δίσκος, ελαφρά άνισος, μας άνοιξε ένα παράθυρο στη μουσική της Βεγγάλης μάλλον, παρά στον κόσμο της contemporary jazz. Μπλέξαμε πάλι κοινώς, με πράγματα και μουσικές που δεν ξέρουμε. Θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μάθουμε.




