Last
You CAN judge a book by its cover... το λοιπόν (ή όπως έλεγαν και οι Carter USM... you can tell how much it costs!). Κι ας μας ξεγελάει το παρόν cover των Unthanks, που κουβαλάει μια ωραία βρετανική μελαγχολική αύρα και μας καλεί να το αποκτήσουμε έστω και ως αυτοτελές έργο εικαστικής τέχνης. Μια ματιά στο εξώφυλλο του προηγούμενου άλμπουμ τους (το πρώτο κάτω από αυτό το όνομα νομίζω, προηγουμένως κυκλοφορούσαν ως Rachel Unthank & The Winterset), αρκεί για να αποκαλύψει το πρόσωπο της βρετανικής μιζέριας που μαζί με διάφορα άλλα στοιχεία δίνει (δυστυχώς) και αυτή ισχυρό παρόν σε όλη τη διάρκεια του δίσκου. Ατονία σε βαθμό πλήξης και πλήξη σε βαθμό απόλαυσης είναι ό,τι ακολουθεί.
Κάπου διάβαζα πρόσφατα ότι η αγγλική παράδοση στο τραγούδι ήταν που προώθησε την ιδέα της πολυφωνίας και της αντίστιξης, σε πείσμα Ελλήνων και Λατίνων που σχεδόν με θρησκευτική προσήλωση ήθελαν το πράγμα να συνεχίσει "μονοκόμματα" (για να το πω απλά) και χωρίς φιοριτούρες. Οι Unthanks δεν αρνούνται τον πλούτο στις μελωδίες, ούτε στρέφουν την περίφημη Βόρεια Βρετανική folk σε τίποτε δωρικά σχήματα. Επιμένουν όμως μάλλον ύποπτα ότι κυρίαρχες διαθέσεις οφείλουν να είναι μια απροσδιορίστου λόγου κατατονία, που ούτε φτάνει ποτέ στο επίπεδο πραγματικά σκοτεινών συναισθημάτων, ούτε τυχόν αφήνει ελπίδα για αισιόδοξα συναισθήματα.
Κοινώς... έχουμε να κάνουμε με έναν καλοφτιαγμένο, ευάκουστο, έξυπνα τοποθετημένο ανάμεσα στο mainstream και στο 'ακαδημαϊκό' δίσκο, που όμως για κάθε επόμενο τραγούδι επιμένει να είναι απίστευτα ξενέρωτος. Τα έγχορδα είναι ξενέρωτα και μοιάζουν να έχουν κουρδιστεί βάσει συχνοτήτων και όχι επειδή κάποιος θα ήθελε να ακουστούν έτσι για να αποδώσουν ένα συγκεκριμένο αισθητικό αποτέλεσμα, οι ενορχηστρώσεις είναι λίγο πιο τολμηρές από αυτές που ντύνουν με ατέλειωτα strings μουσική για σαπουνόπερες που δεν τελειώνουν ομοίως ποτέ, η θεματολογία είναι πιο ξενέρωτη από σύγχρονα νεανικά σήριαλ που θέλουν εφήβους να παθιάζονται με την επιστήμη και όχι με το πώς θα φάει ο ένας τον γκόμενο του άλλου.
Αν καταφέρετε και ξεπεράσετε όλο το παραπάνω ξενέρωμα, το Last σίγουρα δεν είναι ένας κακός δίσκος. Είναι, το λέμε και πάλι, σχεδόν επιστημονικά τοποθετημένο στη διαχρονική διάσταση που πρέπει να διατηρεί η επίμονη folk, κλείνει το μάτι σε οπαδούς των Tom Waits και των King Crimson, διασκευάζοντας επίπεδα τον πρώτο και σαν σε ντοκιμαντέρ για τη χλωρίδα τους δεύτερους και βάζει στο μυαλό όλων την υποψία ότι οι The Unthanks θα μπορούσαν να μετεξελιχθούν σε μία μπάντα διασκευών με σκοπό ζωής να βαφτούν όλα τα μεγάλα τραγούδια των πενήντα τελευταίων ετών σε χρώμα σέπια. Σαν να μη μας έφτανε το τεχνικολόρ των Nouvelle Vague δηλαδή.
Επίσης μαζεύονται πλέον εννιά άτομα για να ακούγονται σαν ενάμιση, πράγμα που αν το καλοσκεφτείς από μόνο του έχει τη σημασία του.




