Stay Inside: Songs From The Great Indoors
Μία παγκόσμια υγιειονομική επιβολή-σύσταση, 6 εταιρείες, 37 καλλιτέχνες και συγκροτήματα, ένας καλός σκοπός και... ένα μουσικό είδος. Του Χάρη Συμβουλίδη
Σε μία από τις λίγες στιγμές αληθινής παγκοσμιοποίησης από τότε που ο όρος βγήκε από το σύμπαν των πολυεθνικών επιχειρήσεων και μπήκε στο καθημερινό λεξιλόγιο, Μείναμε Σπίτι σε όλον σχεδόν τον πλανήτη (παρά κάτι χώρες). Στις μέρες αυτές σκεφτήκαμε πολλά και συζητήσαμε ακόμα περισσότερα, σε τηλέφωνα και social media. Και αρκετοί από τον κόσμο της μουσικής, «απάντησαν» με τραγούδια. Συνέβη και στα καθ' ημάς, π.χ. με τον The Boy και την Αντιλόπη του ή με την κολεξιόν καραντίνας Virus Positions της Inner Ear, συμβαίνει βεβαίως και στα διεθνή.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ψηλαφούμε μάλιστα και τον απόηχο της κορωνοϊικής κρίσης, αφού έχουμε μια συλλογή με 37 τραγούδια, όλα δημιουργημένα στις πρόσφατες συνθήκες εγκλεισμού από 37 διαφορετικά ονόματα, την οποία έστησαν από κοινού 6 μικρές, ανεξάρτητες εταιρείες της Αυστραλίας (Osborne Again, Dinosaur City, Spunk, Blossom Rot, Hotel Motel & Inertia Music), με στόχο την ενίσχυση των πληγέντων καλλιτεχνών τους μέσω των BandCamp προσφορών.
Με 37 τραγούδια, βέβαια, τίθεται εξαρχής ένα ζήτημα οικονομίας, στην οποία είναι αλήθεια ότι το Stay Inside: Songs From The Great Indoors δεν αριστεύει. Όπως θέλει δηλαδή και το γνωστό κλισέ, «έπρεπε να έχει λιγότερα κομμάτια». Θεωρώ πάντως ότι το εξαρχής ενδιαφέρον μιας τέτοιας συλλογής έχει λιγότερο να κάνει με τις πιθανές αβαρίες και περισσότερο με το πόσα ελπίζεις να ανακαλύψεις –εν προκειμένω, εξερευνώντας ένα σύμπαν που κινείται δημιουργικά κάτω από τη Metacritic επιφάνεια, με άξονες αναφοράς την αξιοπιστία της εναλλακτικής «παράδοσης» της Αυστραλίας και την πίστη στην indie αισθητική και στο DIY ήθος.
Το θετικό με το Stay Inside: Songs From The Great Indoors, είναι ότι διαθέτει τις εκπλήξεις του. Εκείνη δηλαδή η κριτική προσέγγιση που αρέσκεται στην τραγούδι-τραγούδι αποτίμηση, θα έβρισκε σημεία να σταθεί, άλλοτε με περιέργεια, άλλοτε με ενδιαφέρον για λεπτομέρειες που τινάζουν τη σκόνη του «δεδομένου» (μια γλυκόλαλη κιθάρα εδώ, μια θελκτικά συναισθηματική εκφορά του λόγου εκεί, μια εποικοδομητική επίσκεψη στη lo-fi παρακαταθήκη κ.ο.κ.). Αρκετά σημαντικό, επίσης, ότι τηρούνται αποστάσεις ασφαλείας τόσο από την πλήξη της γκαραζοψυχεδέλ αναβίωσης, όσο και από την άγονη επανεκκίνηση του post-punk. Στην αντίπερα όχθη, όμως, κάμποσα αποδείχθηκαν και τα βαρίδια: οι αναιμικές μελωδίες, η υπερβολική εγγύτητα ορισμένων ερμηνειών στα καλλιτεχνικά τους πρότυπα, η διάσπαρτη αδυναμία υπέρβασης των εσκαμμένων.
Δεν υπήρχε π.χ. λόγος να ξανακούσουμε το "When You Sleep" των My Bloody Valentine από την Emma Russack, σε αντίθεση με το "Romance At The Petrol Station" των Stolen Violin, το οποίο φρεσκάρεται στα χέρια των Popfilter. Κάθε επίσης S. M. Jenkins, που έφερε μισοτελειωμένες ιδέες διάρκειας 1,47 λεπτών ("Cosmic Coma", σε demo εκδοχή) και κάθε Snowy Band που επεκτάθηκε αναίτια στα 6,5 λεπτά ("Taste Of It"), συγκρίνεται αναπόφευκτα με τους Focus Group, οι οποίοι μέσα σε 2+33 είπαν τα πάντα για την εύρεση μιας "New Job" –με νεύρο, με χιούμορ, με τα όλα τους. Οι δε Southern Rainbows ("Bloodsport"), Dannika ("Hurricane"), Bored Shorts ("As Long As I Float") και Hugh M. Hominid ("Universe") προσπάθησαν και πέτυχαν να «παίξουν» με τις αναφορές τους, ευρισκόμενοι έτσι στον αντίποδα όσων αποτυπώθηκαν ως ενοχλητικά χλιαρός αντίλαλος αυτών (π.χ. ο Dom Roff στο "Old Boys", οι V.I.P.P. στο "Letters", οι Hiace στο "Don't Do That", η Annie Hamilton στο "Indifference").
Κάνοντας τη σούμα, μπαίνεις στον πειρασμό να θέσεις τη συλλογή ως βάση μιας πολυσχιδούς διαλεκτικής γύρω από τις χάρες μα και τα όρια της indie έκφρασης εν έτει 2020, συζητώντας τόσο για ζητήματα βιομηχανίας (6 διαφορετικά label για πάνω-κάτω το ίδιο ρεπερτόριο, τι σηματοδοτεί;), όσο και για την αισθητική εγγύτητα του περιεχομένου με διάφορα απ' όσα ο Τύπος επαίνεσε ως σημαίνοντα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο εδώ καταγράφονται μερικά μόνο απ' όσα συμβαίνουν στην εναλλακτική Αυστραλία under the ground της Courtney Barnett (για να μη φθείρουμε κι άλλο το ήδη πολύπαθο «underground»)· οπότε καλό είναι να επικρατήσει η σύνεση και να μην τα αναγορεύσουμε σε γενικής ισχύος.
Αν αξίζει μια παρέκκλιση, ας γίνει για να τονιστεί ότι ελάχιστοι από τους 37 έγραψαν κάτι με προφανώς Μένουμε Σπίτι θεματική (ο Lyndon Blue με το "Love In The Time Of Corona" και οι Deuce με το "Day Three", είναι οι μύγες μες το γάλα) ή κάτι συνδεδεμένο με το πιθανώς ζοφερό μέλλον το οποίο βλέπουν κάποιοι να φέρνει ο κορωνοϊός. Έτυχε; Ή αποτελεί αντιπαράδειγμα σε όσα –εγχώρια και διεθνή– κείμενα της περιόδου 2010/2019 στήριξαν τη θέση ότι ο indie χώρος παρήγαγε στιχουργική συντονισμένη με το «επείγον τώρα» (το περιβάλλον, το #MeToo, ο Donald Trump, τα ζητήματα queerness και άλλα κομβικά, που ορισμένοι μετέτρεψαν πάντως σε alt-lifestyle επίκαιρα); Ενισχύοντας έτσι την εκτός indie τειχών άποψη ότι, πέραν εξαιρέσεων, η σχετική τραγουδοποιία απηχεί συστηματικά ατομικές ανησυχίες με ερωτικές και υπαρξιακές προεκτάσεις, παρά κόπτεται να «συνδεθεί με την κοινωνία»; Με τη δέουσα σημείωση κατά των παρεξηγήσεων, ότι δεν χρειάζεται να συμβαίνει τίποτα τέτοιο ώστε να βγαίνει καλή μουσική.
Για να φτάσουμε όμως και στην ταμπακιέρα, τα όσα ξετυλίγονται εδώ μπορεί να διαθέτουν το ενδιαφέρον τους και την περιστασιακή τους «νοστιμιά», αλλά δεν είναι σπουδαία. Με την πιθανή εξαίρεση των Focus Group, δύσκολα θα κάνεις τον κόπο να ξανατσεκάρεις ακόμα και όσους σημειώνεις ως διακριθέντες, αν δεν ακούς αποκλειστικά/κυρίως indie. Κι αυτό δεν συμβαίνει (τόσο) επειδή χανόμαστε στο ίντερνετ και στην πληροφορία, όσο γιατί το ό,τι προσφέρεται είναι λίγο, δίχως δύναμη να γίνει χνάρι στο σώμα του Χρόνου. Αφήνει μάλιστα την εντύπωση ότι, τη δεδομένη στιγμή, η Αυστραλία χρειάζεται ίσως περισσότερους INXS και λιγότερες Courtney Barnett ή γκρουπ τύπου Rolling Blackouts Coastal Fever.




