Debussy · Rameau
Μπαρόκ και ιμπρεσιονισμός στα 'τακτοποιημένα' μας μυαλά μοιάζουν έννοιες αποκλειστικά αντιθετικές. Ένας δίσκος ενός νέου σπουδαίου μάστορα των ασπρόμαυρων πλήκτρων έρχεται να ταράξει την τάξη των δεδομένων. Του Χάρη Συμβουλίδη
Είναι δύσκολο να μη δεις τον Víkingur Ólafsson ως έναν από τους επόμενους «μεγάλους», στο τεραίν της κλασικής μουσικής. Ακόμα κι αν η πολυδιασπασμένη εποχή μας δεν επιτρέπει σε τέτοια νέα ταλέντα να αναδυθούν με τον κρότο λ.χ. ενός Ivo Pogorelić, ο 36άχρονος Ισλανδός πιανίστας κατόρθωσε να βρει τον δρόμο του από τις Dirrindí αυτοεκδόσεις στο πρεστίζ της Deutsche Grammophon. Και νομίζω ότι –ασχέτως γούστου– δεν υπήρξε άνθρωπος ασχολούμενος με τα κλασικά που να μην άκουσε τον δίσκο του πάνω στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (2018).
Η φετινή συνέχεια, ωστόσο, δεν βασίζεται σε στάνταρ «μενού». Ο Ólafsson επιστρέφει μεν αναφερόμενος σε δύο κορυφές, μα επί της ουσίας χρησιμοποιεί τον Κλοντ Ντεμπισί και τον Ζαν-Φιλίπ Ραμώ για να στήσει ό,τι ο ίδιος ονομάζει «μια αδύνατη συζήτηση». Έμμεσα, μάλιστα, την αφορμή του τη δίνει ο ίδιος ο Ντεμπισί, μέσω της αναφοράς του στον Dante Gabriel Rossetti: στο ποίημα The Blessed Damozel (1850), που οδήγησε στον περίφημο (ομότιτλο) πίνακα, ο κολοσσός των Προραφαηλιτών απεικόνισε την πεθαμένη πρωταγωνίστριά του να παρατηρεί από τα ουράνια τον αγαπημένο της, ποθώντας τη μέρα που θα βρίσκονταν ξανά μαζί. Ξεκινώντας λοιπόν με το πρελούδιο της σχετικής καντάτας (La Damoiselle Élue, 1893), ο Ólafsson εκμηδενίζει τα σχεδόν 200 χρόνια που χωρίζουν τον Ντεμπισί από τον Ραμώ· και επιχειρεί να βρει κοινούς τόπους σε ένα αναλόγως «αδύνατο» σκηνικό, μπλέκοντας επί 1 ώρα και 19 λεπτά τη λεπτεπίλεπτη ιμπρεσιονιστική πρωτοπορία με την καθηλωτική επιβολή του γαλλικού μπαρόκ.
Δεν έχουμε λοιπόν εδώ τον στάνταρ κλασικό δίσκο, όπου ένας ανερχόμενος βιρτουόζος διαφημίζει την ποιότητα της τέχνης του μέσω καθαγιασμένων επιλογών. Υπάρχει βέβαια κι αυτό (για όσους το ψάχνουν), καθώς τεχνικά ο Ólafsson είναι εκτελεστής με σφιχτό παίξιμο και με τρομερή άνεση στην άρθρωση των λεπτομερειών. Αλλά η ουσία βρίσκεται στην πρό(σ)κληση που απευθύνει να απεγκλωβίσουμε τον Ντεμπισί και τον Ραμώ από τις εποχές τους· φωτίζοντας εκ νέου την περίφημη κομψότητα του πρώτου μέσω του μπαρόκ, αλλά και βλέποντας τον δεύτερο ως φουτουριστική φιγούρα, η οποία είχε όψεις συμβατές με τις μουσικές αναζητήσεις του 20ού αιώνα. Εμείς οι Έλληνες, άλλωστε, δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να εντοπίσουμε πόσο δίκιο έχει επί τούτου ο Ισλανδός πιανίστας, αφού το μαρτυρά το έργο του Μάνου Χατζιδάκι –άσχετα που οι κριτικοί του εντέχνου δεν διέθεταν ποτέ την απαραίτητη γκάμα ακουσμάτων ώστε να πιάσουν τον Ραμώ σε διάφορες πτυχές των πιανιστικών του ενορχηστρώσεων.
Φυσικά, όλη αυτή η ίντριγκα θα μπορούσε να μείνει θεαματικά ακάλυπτη αν εν τέλει βασίλευε στεγνά το στυλ. Αλλά ο Ólafsson δεν είναι ο βιρτουόζος που θα πέσει σε μια τέτοια παγίδα. Ίσα-ίσα, αποδεικνύεται εξαιρετικός πλοηγός, έχοντας προφανώς σκεφτεί πάρα πολύ τη διαδρομή που χαράσσει για τα αυτιά μας, το ποιος δηλαδή Ντεμπισί θα πάει πού και ποιος Ραμώ θα τον ακολουθήσει. Όπως μάλιστα αποκάλυψε, δούλεψε με μυριάδες κρυφές λίστες στο Spotify προκειμένου να αποφασίσει την ακριβή σειρά των κομματιών. Και το γεγονός ότι ένας δίσκος τεράστιος ίσως σε διάρκεια για τα δεδομένα του 2020 καταλήγει με την οικειότητα μιας Spotify playlist (για όσους τουλάχιστον έχουν περάσει ως ακροατές σε αυτήν την πραγματικότητα), προσμετράται στην αρχιτεκτονική του επιτυχία.
Εντούτοις, όσο στιβαρή κι αν είναι μια ευρηματική κεντρική ιδέα ή όσο επιτυχώς κι αν ασκείται η αρχιτεκτονική των ήχων, εν τέλει μιλάμε για μουσική. Και είναι εδώ όπου θριαμβεύει ο Ólafsson, όπως κι αν διαλέξεις να δεις τον νέο του δίσκο. Αν δηλαδή κρίνεις βάσει των συνολικών επιδόσεων πάνω στον Ντεμπισί, θα βρεις μία από τις πιο διάφανες ματιές πάνω στο έργο του. Θα επιμείνω μάλιστα στο επίθετο «διάφανος», γιατί, ενώ ο ιμπρεσιονιστής δημιουργός φιγουράρει συχνά σε διάφορα πιανιστικά προγράμματα, καταλήγει να ηχεί πλαδαρός. Εδώ, αντιθέτως, αναδεικνύεται η ευαισθησία στιγμών σαν το "Jardins Sous La Pluie" ή το "The Snow Is Dancing", μέσω μάλιστα ενός παιξίματος που ενισχύει την κάπως φευγαλέα διάσταση του συνθέτη δίχως να ανατρέξει εμφανώς σε ήδη προηγηθέντες μάστορες σαν π.χ. τον Jean-Efflam Bavouzet.
Αν πάλι εστιάσεις στον Ραμώ, θα χαιρετήσεις την τόλμη του Ισλανδού να τον δει πέρα από το μπαρόκ χαψίχορδο, επιχειρώντας να τον προσεγγίσει μακριά από τους κανόνες που ο ίδιος είχε θέσει στους μακρινούς του καιρούς. Έτσι, όσο «αιρετικές» κι αν ίσως μοιάζουν οι πιανιστικές μετεγγραφές για όσους έχουν σαφή προτίμηση στα όργανα εποχής, αποτυπώνονται εύστοχες, επιτρέποντας λ.χ. να αποδοθούν σωστά οι διαθέσεις των επιλογών από τα Pièces De Clavecin (1724). Παρά ταύτα, ο πήχης μπαίνει ακόμα ψηλότερα, καθώς ο Ólafsson πετυχαίνει να δει τον Γάλλο δημιουργό με σοβαρότητα αλλά όχι με αυστηρότητα, φωτίζοντας έτσι τόσο τη μελίρρυτη καλαισθησία του ("Les Cyclopes", "L' Égyptienne"), όσο και τις απολήξεις που εμπεριέχουν τη γκριζάδα μιας μελαγχολίας ("La Cupis"). Έστω κι αν κάπου εδώ, π.χ. στο "Le Rappel Des Oiseaux", διαφαίνεται το πρότυπο του Σοβιετικού πιανίστα Emil Gilels, από τον οποίον υπήρχαν νομίζω περιθώρια μεγαλύτερης αυτονομίας.
Όπως πάντως ήδη ειπώθηκε, ο συγκεκριμένος δίσκος δεν είναι το άθροισμα δύο χωριστών υποσυνόλων, αλλά δουλειά επιμελώς χτισμένη ώστε να προσφέρει μία και αδιαίρετη εμπειρία. Η οποία επιτυγχάνει τον στόχο της επικοινωνίας μεταξύ Ραμώ και Ντεμπισί: «κουμπώνει» τη γλώσσα του πρώτου στη θεμελιώδη ευγένεια του δεύτερου, που με τη σειρά του εμφανίζεται να αντιπροσωπεύει βασικά στοιχεία του μακρινού του συναδέλφου στο πλαίσιο της δικής του εποχής· ανά σημεία, μάλιστα, αν αφαιρεθείς, δεν είσαι εντελώς σίγουρος ποιον ακούς. Ο Ólafsson ξετυλίγει λοιπόν μαεστρικά έναν διάλογο που ουσιαστικά ξεκίνησε μέσα στο κεφάλι του, οδηγώντας μας να δούμε με φρέσκια οπτική πράγματα που ίσως θεωρούσαμε επιμελώς τακτοποιημένα.




