Η 22άχρονη σήμερα Casey Dienel ανήκει σε εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις πρώιμα ανικανοποίητου ναρκισσισμού: ενώ ξεκίνησε σόλο καριέρα λίγο μετά το τέλος του λυκείου, αυτή ήταν σύντομη, ίσα για να βγάλει το 2006 το άλμπουμ "The Wind-Up Canary". Μετά βρήκε το δρόμο της προς τη σκεπή των White Hinterland, όπου σφράγισε τις όποιες εφηβικές της ανασφάλειες ότι ο κόσμος είναι πολύ σκληρός για έναν στο μπαούλο με τα αζήτητα. Και δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να κρυφτεί τόσο το ότι το "Phylactery Factory" δεν είναι ο φυσιολογικός δεύτερος δίσκος της, όπως και το ότι είναι δουλειά μιας κοπέλας και όχι ενός γκρουπ. Έψαξα στα τουριστικά του ίντερνετ για να βρω καμία φωτογραφία του Jamaica Plain της Μασαχουσέτης, μπας και έφταιγε ο τόπος ως περιβάλλον, αλλά μια χαρά έχουν τα πράγματα εκεί. Οπότε αλλού είναι το κουμπί.
Κι είναι σε αυτό που γενικά λέμε ψυχολογικό κορεσμό του σύγχρονου τρόπου ζωής, πηγή και άλλων κακών -ειδικώς όλων εκείνων των λέξεων σε -άθεια: απάθεια, εμπάθεια κ.λπ.- απ' όπου λέω ότι πηγάζουν οι στιχουργικές παγιδεύσεις της Dienel που τραγουδάει συχνά για το ανεκπλήρωτο, τη στέρηση, την ήττα σε συμβολικό επίπεδο, κι ας είναι μια χαρά κοπελίτσα ως προς όλα τα άλλα.
Το βασικό χαρακτηριστικό των τραγουδιών του "Phylactery Factory" είναι επίκτητο: η φωνή της Casey Dienel έχει αυτή τη μουρμουρητή αγουράδα τύπου Joanna Newsom, με λιγότερες όμως ακροβασίες. Κατά βάση είναι λες κι η Newsom περίμενε να νυχτώσει, παράτησε την άρπα και το δάσος που λέγαμε πρόπερσι, και με στητό κορμί και σταθερό βήμα μπήκε στην πρώτη αμερικάνικη κωμόπολη και στο πρώτο μπαρ που συνάντησε να έχει φως αναμμένο. Όπου κι έγινε στο τσακ μπαμ η φωνή και το πιάνο στην μπάντα του μαγαζιού - μέλη των Norfolk & Western συν κάνα δύο-τρεις άλλους κι άλλες, κουτσομπολεύουν οι πιωμένοι θαμώνες. Που έπαιζε μέχρι τότε ορχηστρικές σερενάτες σε jazzy ύφος, αλά Joni Mitchell, οι οποίες αδημονούσαν για μια απόλυτα κοριτσίστικη φωνή να τις ερμηνεύσει.
Το κακό με το σετ των White Hinterland είναι ότι δεν αντέχει στις ακροάσεις, το πιάσατε το νόημα, καθότι ξεφτέρια στις μπηχτές. Κι εξαντλείται κατευθείαν θεματικά στο εναρκτήριο "The Destruction Of The Art Deco House", λες και ό,τι ήταν να ακούσεις και να περιμένεις σου δόθηκε πλήρως μ' αυτό. Άντε να βάλω και τον πιο νευρικό τόνο του "Napoleon At Waterloo" μερικές θέσεις πιο κάτω, κάτι σώζει κι αυτός. Στο φινάλε, με το παιδευτικό γρατζούνισμα του "Vessels", αδούλευτο σαν από ντέμο, η Dienel πρέπει να βλέπει άδεια τραπέζια, ενώ σε μέτρια βυθίσματα τύπου "A Beast Washed Ashore" για να μη σου φύγουν τα σαγόνια θες γερανό. Τι να το κάνεις που κάποια απ' τα υπόλοιπα τραγούδια είναι άκρως συμπαθητικά;
Αν το δεις συνολικά, το παρόν άλμπουμ θα μπορούσε να είναι ένα think tank προς τη συνθετική ωριμότητα για την Casey Dienel, αυτήν που μονίμως υποτιμάται όταν έχεις απέναντί σου κάποιον ή κάποια με ηλικία που έχει πρώτο ψηφίο το ένα ή το δύο. Και πιθανόν να είναι σε σχέση με το παρελθόν της. Η ίδια ωστόσο, το θέλει ως μια νέα αρχή και μια καινούργια αναμέτρηση με χορηγικές ιδέες περισσότερες σε γκάμα, ύφους και πλήθους. Νομίζω πρέπει να σεβαστούμε το θέλημά της, δίνοντάς της άλλη μια ευκαιρία στο μέλλον.
Εξάλλου, εξακολουθεί να παίζει στα αφτιά μας το περσινό της Basia Bulat, που έχει τρία περισσότερα τραγούδια γλιτώνοντάς σε κι από ένα πολύτιμο τεταρτάκι της ώρας, ενώ από φετινά, το νέο της Ane Brun δεν αφήνει περιθώρια για κολιγιές εκεί στην κορυφή.




