Only Heaven
Από τους πιο 90s δίσκους. Ως ήχος, ως λογική, ως χοάνη επιρροών και ως μνήμη του μέλλοντος. Του Γιώργου Λεβέντη
Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του Οnly Heaven. Είναι αμφίβολο αν θα τη γιορτάσει κανείς. Ίσως βρεθούν κάποιοι εδώ και εκεί να εξηγήσουν πόσο σπουδαίο είναι να θυμάσαι τους Young Gods με αφορμή την πάροδο δύο δεκαετιών από το ιστορικό 1995. Ξέρετε, τη χρονιά που συμβολίζει περισσότερο από κάθε άλλη την ώσμωση του εναλλακτικού με το mainstream, όταν για καλό και για κακό κυριαρχήσαμε στα τσαρτς. Ίσως κάποιοι προσπαθήσουν να εξηγήσουν πως ξέρουμε τα πάντα για αυτή την εκδοχή της Ιστορίας, ας κοιτάξουμε κάτω από την επιφάνεια, ας ψάξουμε τι άλλο συνέβαινε όταν γινόταν η προσπάθεια να πειστούμε πως νίκη της εναλλακτικής μουσικής είναι αποκλειστικά να θριαμβεύουν κιθαριστικά ριφς φτιαγμένα από μεσοαστούς για μεσοαστούς. Αυτό ίσως τελικά γίνουν οι Young Gods και εκεί ίσως συμπυκνωθεί το ιστορικό τους εκτόπισμα, τμήμα και αυτοί ενός ούτως ή άλλως κλισέ και λαθεμένου ρεβιζιονισμού. Θα είναι μια δίκαιη τιμωρία. Και για αυτούς, ένα από τα σπουδαιότερα γκρουπ ever, και για εμάς, καταναλωτές ιδεολογικών φορτίων που περισσότερο σχηματοποιούν παρά εμβαθύνουν στην καλλιτεχνική μεγαλοσύνη. Και η μεγαλοσύνη των Gods υπήρξε ταυτόχρονα αυταπόδεικτη, αξιοπερίεργη και συμβολικά ανολοκλήρωτη.
Αν ισχύει πως αναλύοντας τη μουσική κυρίως αναλύουμε τον κόσμο γύρω της, τις στάσεις που δημιουργεί και την τοποθέτησή μας απέναντί τους, παραμένει ερωτηματικό το ποιοι είναι οι μουσικοί που πήγαν τα πράγματα αληθινά μπροστά. Αυτοί που επηρέασαν; Αυτοί που προφήτεψαν; Αυτοί που δημιούργησαν το περιβάλλον; Αυτοί που διαχειρίστηκαν την ηχητική πρωτοπορία ή ακόμη περισσότερο τους κάθε είδους ετεροπροσδιορισμούς που αυτή γεννά; Παρόμοιο με το ερώτημα περί του αν το κράτος δημιουργεί την εθνική συνείδηση ή το αντίστροφο, το ερώτημα αν το μέλλον της μουσικής δημιουργείται από τον ήχο ή από τη συζήτηση περί του ήχου θα απασχολεί όσο υπάρχουν μουσικοί και μπάντες που για διαφορετικούς λόγους διεκδικούν συμμετοχή στο φαινόμενο. Ή που τη διεκδίκησε το περιβάλλον για λογαριασμό τους.
Enter 1987. Αρκετά χρόνια πριν τον Φέντερερ και αφότου ο Όρσον Γουέλς εξήγησε στον Τρίτο Άνθρωπο πως ''η σημαντικότερη προσφορά της Ελβετίας στην ανθρωπότητα μετά τον Γουλιέλμο Τέλλο ήταν το ρολόι με τον κούκο'', στo Fribourg γεννήθηκε και την ίδια στιγμή πέθανε ως ήδη ξεπερασμένο το post-industrial. Κάτι σημαντικότερο από Suicide με ντράμερ και κάτι ευρύτερο από απλά πιο έξυπνους Front 242, το ντεμπούτο τους και μαζί και οι ίδιοι γεννήθηκαν μέσα στην κριτική αποδοχή. Aν κάθε προωθητική των πραγμάτων μουσική παρουσία χρειάζεται να εξηγήσει συνδηλωτικά στους κοινωνούς της από πού τους παίρνει και πού τους πάει, τότε στο πρώτο σκέλος δεν υπάρχει κάποιο μυστήριο. Εμφανιζόμενοι σε μια εποχή που indie σήμαινε οι τελευταίοι σπασμοί του C-86 και ποπ ο Jason Donovan, δε χρειάζεται καν να βγάλεις ένα δίσκο σαν το ντεμπούτο τους για να ξεχωρίσεις. Για να αποκτήσεις το στάτους των Gods όμως; Για να θεωρηθείς ένα από τα πιο πρωτοπόρα σχήματα στην ιστορία της μουσικής αιωρούμενος μάλιστα πάνω από τα στερεότυπα περί πρωτοπορίας; Το ''Envoye'' από μόνο τους ίσως αρκεί, είναι βέβαια η μία απάντηση.
Only Ηeaven, λοιπόν, και ενώ κανείς δεν αρνείται την αξία του δίσκου καθαυτή, υπάρχει και η άποψη που θέλει αυτό να είναι το σημείο που η μουσική των Gods εμφανίζεται (όχι βέβαια συμβατική, ούτε καν σχετικά, αλλά) ίσως στάσιμη. Δεν είναι τελείως ακατανόητο το επιχείρημα. Το 1995 οι σημαντικότερες εκδοχές του ''ηλεκτρονικού ροκ'' έχουν αφομοιωθεί πολλαπλά και υπερκαταναλωθεί συμβολικά. Το industrial (ούτως ή άλλως προβληματική ταμπέλα για τη μουσική τους) είναι ένα πολύ περιοριστικό σχήμα για να εκφράσει τη σπουδαιότητα των Gods, που διακρίνεται σε σημαντικότερα πράγματα από τα καλά λόγια του Reznor. Οι καλές στιγμές του Zooropa θυμίζουν πως όταν οι U2 διαχειρίζονται μια αισθητική καλύτερα από όσους την επέβαλαν τα πράγματα φτάνουν σε ένα αδιέξοδο, το αυτό και με το να μη σε παραλείπει στο namechecking ο Bowie της περιόδου Outside. Εντάξει, δεν έγιναν και Ministry, αλλά στα mid-90s οι Gods, εκ των πραγμάτων, είναι σε θέση να βγάλουν περισσότερο έναν σπουδαίο παρά έναν καινοτόμο δίσκο.
Εδώ όμως βρίσκεται και η σημαντικότητα του άλμπουμ, στην ικανότητα του γκρουπ να αντιμετωπίζει τις τεχνικές απαιτήσεις της μουσικής του χωρίς υποχωρήσεις και τις ιδεολογικές απαιτήσεις από τον εαυτό του με δημιουργικό και όχι καταστρεπτικό άγχος. Ας πάρουμε για παράδειγμα το δεκαεξάλεπτο ''Moon Revolutions '', στο οποίο κατά έναν χαρακτηριστικό τρόπο συμπυκνώνονται όχι μόνο οι δεξιότητες, αλλά και η ψυχολογία των Gods του 1995. Λίγο πριν γίνει κουραστικό και ενώ στο μέσο του έχει προλάβει να γίνει ''κουρασμένο'', αποφασίζει να ολοκληρωθεί με ένα κρεσέντο που όχι μόνο δείχνει την αδιαπραγμάτευτη ορμή του μουσικού τους νου, αλλά και την επιθυμία τους να διεκδικήσουν κάτι πιο ξεχωριστό από την καλτ υστεροφημία. Τα τέσσερα τελευταία λεπτά του ''Moon Revolutions'' δεν είναι απλά το σημείο που οι Gods σου παίρνουν το μυαλό και σε βαράνε στο στομάχι πιο πολύ από ποτέ, αλλά και το σημείο που αποφασίζουν πως η ζωή είναι μικρή για την περάσεις ως οι Cardiacs του post-industrial.
Ο κυνικός μέσα σου βέβαια αντιδρά. Υπάρχει μήπως κάποιο σημείο πέρα από το οποίο το γκρουπ απλά τρώει από τα έτοιμα που του άφησε η avant-noise συνέπεια και η περίπου δομική προοδευτικότητα του ήχου που παράγουν; Και ο κυνικός αρχίζει την έρευνα και δυστυχώς καταλήγει σε ακόμη πιο δυσάρεστα συμπεράσματα για την αξιοπρέπειά του. Μιλάμε για τα drumbeats του ''Strangel'' που κατέστρεψαν μια για πάντα τη δυνατότητα του οποιουδήποτε να καινοτομήσει στο βιομηχανικό-acid-dance-whatever rock από εκεί και πέρα. Μιλάμε για το απίστευτο θράσος τους να διεκδικήσουν με το ''Child in the Tree'' και το τελευταίο οχυρό της ψυχής από την πρωτοπορία, την ακουστική(;) μπαλάντα. Μιλάμε για τα ''Kissing the Sun'', ''Donnez Les Esprits'', ''Speed of Night'' και όλες τις υπόλοιπες στιγμές που παρουσιάζουν την ambient σαν δύναμη βετεράνο και σαν οδηγό του μέλλοντος, τον underground χορό των early 90s σαν το αδιέξοδο που πάντα ήταν, τους KLF σαν τους θλιβερούς απατεώνες που δυστυχώς ποτέ δεν ολοκλήρωσαν την απατεωνιά τους και το Dark Side of The Moon σαν ενδεχόμενη θετική επιρροή στη μουσική. Mη φεύγετε, έχει και χειρότερο. Όσο η κλασική ποιητική βαριεστημάρα του Τreichier διαλέγει τα ιδανικά σημεία για να εμφανίζεται όχι απλά λογική αλλά και γοητευτική (!), φτάνουμε στο σημείο που δε θα έπρεπε να φτάσουμε ποτέ. Αναρωτιόμαστε αν τελικά είναι δίκαιο που θεωρούμε ως ελάχιστο παρονομαστή του κοινού καλού γούστου του δυτικού κόσμου την απέχθεια για τους Doors. Όταν λέγαμε πως τα πράγματα πρέπει να πηγαίνουν μπροστά, δεν εννοούσαμε ΤΟΣΟ μπροστά και κακώς ο κυνικός μέσα σου τελικά δεν πήγε για ύπνο πιο νωρίς.
Το Only Ηeaven, είναι ένας από τους πιο 90s δίσκους που ακούσαμε ποτέ. Ως ήχος, ως λογική, ως χοάνη επιρροών και ως μνήμη του μέλλοντος. Οι Gods διαχειρίστηκαν την μουσική πρόοδο χωρίς την ψυχρή αδιαφορία που συνήθως συνδέουμε μαζί της και την ευρωπαϊκότητα της αισθητικής του εν τη ευρεία έννοια ηλεκτρονικού ροκ χωρίς τις κιτς παρεκτροπές που εξέθεσαν ακόμη και τους καλύτερους που ασχολήθηκαν μαζί του. Το Only Heaven δεν είναι απλά ο καλύτερος τους δίσκος, αλλά και αυτός που επισφραγίζει την σπουδαιότητα ενός γκρουπ που με το έργο του απαντά στα περισσότερα από τα σοβαρά και μη ερωτήματα που μπορεί να έχουμε γύρω από τη μουσική. Το ελληνόφωνο ροκ είναι τελικά δυτική μουσική ή όχι; H techno πρώτα μας κούρασε ή πρώτα κουράστηκε; Ήταν όντως καταδικασμένη η επίθεση του UK garage στα early 00s ή κακώς το εξευτελίσαμε πριν εκτεθεί μόνο του; Τελικά άξιζαν κάτι καλύτερο σε αυτή τη ζωή οι Yello; Όλες οι απαντήσεις βρίσκονται εδώ.
Αλλά τίποτε από αυτά δε θα συζητήσουμε και σωστά δε θα συζητήσουμε, γιατί οι Gods τελικά ξεπέρασαν το σημείο που η ποπ έθεσε ως ψυχολογική γραμμή άμυνας για λογαριασμό όσων της αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο από τη ζωή τους από όσο είναι λογικό. Η συζήτηση για τη μουσική είναι πρώτα συζήτηση για τους εαυτούς μας και μετά για την ίδια τη μουσική. Το μέλλον της και η πρόοδός της διαμεσολαβούνται μέσα από στερεότυπα, σημεία αναφοράς και εύκολες απαντήσεις -μην μπερδευόμαστε, την πραγματική πρόοδο στη μουσική την έδωσαν πάντοτε οι εύκολες απαντήσεις. Οι Gods, τελικά υπήρξαν τόσο ξεχωριστό γκρουπ που είναι αδύνατον να τους ψάξεις στην υπόλοιπη μουσική των τελευταίων δεκαετιών αν και βρίσκονται παντού μέσα της. Δεν έχουν καν το δικό τους Autobahn και η τελική αξία των δίσκων τους συμπυκνώνεται συμβολικά σε απλές εκφράσεις του στιλ ''δε θυμίζει τίποτε άλλο'', πράγμα αληθές, αλλά λίγο για τη σημασία τους. Άδικο αν σκεφτούμε τη μουσική ως νότες, δίκαιο αν τη σκεφτούμε ως ψυχολογικό συμβολισμό. Αριστερά της αριστεράς βρίσκεται πάντα η άκρα δεξιά και το Only Heaven είναι τόσο ξεχωριστό που όχι μόνο δε μένει ζωντανό στη μουσική μνήμη, αλλά καταλήγει τελικά να ενσαρκώνει τη συντηρητικότερη αμαρτία ενός δίσκου, μοιάζει δηλαδή στερεοτυπικά και απόλυτα στο δημιουργό του. Για πάντα τέλειο, για πάντα ξένο.




