II
Οι επιμειξίες μουσικών ειδών σε κάθε νοητό (ανα)συνδυασμό είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής. Εδώ η ambient συναντά το (t)rap. Της Ελένης Φουντή

Ambient rap: Σύγχρονες μορφές λαϊκής εξερεύνησης του αυθεντικού από αλήτες της trap που μαγαρίζουν τον Brian Eno μας
Μεσούντος του Νοέμβρη οι λίστες των καλύτερων της χρονιάς βρίσκονται λογικά σε πλήρη εξέλιξη, πλην του “Lux” της Rosalía που μισή μέρα αφότου κυκλοφόρησε ανακηρύχθηκε ψύχραιμα, οριστικά και πανδήμως σε ανυπέρβλητο διαχρονικό αριστούργημα που θα σώσει τις ψυχές της νέας γενιάς, βοράς κατά τα άλλα σε φτηνές μουσικές (με την trap φτηνότερη όλων), φτηνής έμπνευσης reels, cheap thrills (όχι τον δίσκο των Big Brother And The Holding Company, αγαπητοί αγωνιούντες boomers) και γενικά στη φτήνια καθότι η εποχή της δημιουργίας πέθανε μαζί με εμάς.
Τούτων δοθέντων, είναι νομίζω ασφαλές να ρισκάρουμε και φέτος την πρόβλεψη που κάθε χρόνο επιβεβαιώνεται: Όσο πληθαίνουν οι παραλληλισμοί του μετα-ηθικού χαρακτήρα της trap με τη σκέψη του Heidegger, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να δούμε έναν trap δίσκο σε κάποια λίστα, παρότι ποτέ δεν υπήρξε πιο ευνοϊκή εποχή για την αποδοχή του hip hop από τους κύκλους της διανόησης. Η Moor Mother συνεργάζεται με τους Sumac και ελάχιστοι εναλλακτικοί του indie δεν υπολήπτονται την “ενίοτε εσωστρεφή” πλην πολιτικοποιημένη Little Simz. Όμως είτε επειδή κατατρώει το αξιακό σύστημα της Gen Z (με την Gen Alpha enqueue), είτε επειδή ένας ντιλανικός θρίαμβος στα Νόμπελ είναι απίθανος, η trap, κατά την παράδοση του ηθικού πανικού, παραμένει συνολικά ανυπόληπτη.
Αν θέλουμε να το τραβήξουμε πάντως - και γιατί να μη θέλουμε όταν είμαστε αντιμέτωποι με μία δυσανάλογη προκατάληψη - και το “Chill Out” των KLF δεν το σνόμπαραν λίγοι το 1990 ως μέτριο αλμπουμάκι για κυριολεκτικό chill out μετά το κλαμπ και το MDMA. Ο Τάκης ο κυριλέ και η μάνα ρέιβερ ανέβηκαν σε δυσθεώρητες κορυφές καλτ στα εγχώρια ως απόηχος. Η ιστορία επαναλαμβάνεται δηλαδή, αλλά όχι ακριβώς γραμμικά, δεδομένου ότι οι Gen X μεγαλώσαμε τουλάχιστον σε ένα περιβάλλον φιλελευθεροποίησης και αισιοδοξίας, ενώ η Gen Z δεν έχει γνωρίσει κάτι πέρα από αλλεπάλληλες κρίσεις. Και οι Millennials κάπου ανάμεσα. Σημαντικό μαζί με τον μικροαστισμό και τον συστημισμό του “θέλω οικοπεδάκι και Γκούτσι” να μπορούμε να διακρίνουμε και το γενεσιουργό “βαρέθηκα να είμαι φτωχός, να δουλεύω σεζόν και να μη βλέπω φως στους κοινωνικούς αγώνες οπότε ας πιάσω την καλή”. Πέρα από την τεράστια συζήτηση που εγείρεται περί του κατά πόσο αυτό είναι και κυριολεκτικό. Το να ραπάρεις για κόκες δεν σημαίνει ότι τις πουλάς κιόλας. Ούτε το αποκλείει, πάντως το gangsta culture κρατάει από τα 1990s και τελικά διέψευσε την τότε κινδυνολογία καθώς δεν καθόρισε μία γενιά, εξ ου και ευτυχήσαμε να μην κάνει εμπόριο όπλων ο μισός πλανήτης. Ακριβώς επί τούτω έβγαλε ο Ice Cube το Gangsta Rap Made Me Do It μάλιστα.
Λίγο μπάστα λοιπόν με το δριμύ κατηγορώ για τα “σκουπίδια” “του συστήματος” που ακούνε οι χαμένες γενιές (δηλαδή όλες μετά τη δική μας) από όσους συγκινούνται κατά τα άλλα με την ποιοτική στροφή του RZA και - για πρώτη φορά μετά τις δεκάδες συμμετοχές της London Symphony Orchestra σε μη κλασικό έργο - ριγούν με λίγο βιολί σε έναν ακόμα δίσκο “του συστήματος” τον οποίο αποθέωσαν τρεις ώρες μετά την κυκλοφορία του, παρότι όπως λένε “θέλει χρόνο”. Αξιόλογο είναι το “Lux” και σημαντικό για τους δρόμους που πιθανόν να ανοίξει, αλλά οι βιαστικοί αλαλαγμοί είναι τραγέλαφος και το τέλος της κριτικής σκέψης.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι όλη η trap “μονοδιάστατη” και “πεπερασμένη” (ό,τι κι αν σημαίνει καταρχάς αυτό - γενικά το πρόβλημα με τον ηθικό πανικό είναι πως κάθε ισχυρισμός χρήζει αντίκρουσης σε χωριστή υπο-παρένθεση και δεν θα ξεμπερδέψουμε ποτέ), αντίθετα βγαίνουν και καλοί trap δίσκοι κατά τα ειωθότα για κάθε μουσική. Ούτε είναι περιχαρακωμένο το hip hop μακριά από εξωτερικές επιρροές, όπως άλλωστε δείχνει και η υπερεικοσαετής ιστορία πρόσμειξης στοιχείων electronica και ambient μέσα στη rap, από την οποία βγαίνουν συνεχώς νέα παρακλάδια, ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα μάλιστα, όπως το cloud rap του Clams Casino, μετά τις μέρες της Tri Angle Records όπου τον εντόπισα τουλάχιστον εγώ. (Μας άφησε κι αυτό το label. Δεν πιάνουν οι πειραματισμοί του Forest Swords φαίνεται. Δεν έβαζε μια ορχήστρα μέσα κι αυτός να χαρακτηριστεί post modern). Η παράδοση είναι μακρά και συνεχώς εμπλουτίζεται.
Ίσως λοιπόν ήταν θέμα χρόνου να δούμε και κάποιον να την αντιστρέφει, όπως κάνει εδώ ο Yungwebster που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδού, καθώς κρατάει το ambient σαν βάση και περνάει την trap από μέσα. Χαίρομαι όταν ακούω δίσκους που τεστάρουν δημιουργικά τα όρια των ιδιωμάτων που διατείνονται ότι εκπροσωπούν. Αυτό έκαναν φέτος οι Yellow Eyes με το black metal (χωρίς να ξεφεύγουν από το είδος), αυτό κάνει και ο Yungwebster με τη rap στο “II”, πανάξια συνέχεια στο ομώνυμο ντεμπούτο του προ διετίας που έβαλε στο παιχνίδι τον όρο “ambient rap” ως νέο ορόσημο για την trap, τη rap και το hip hop ευρύτερα.
Το πετυχαίνει με άλλοτε μελαγχολικά άλλοτε ευφορικά drones, με νεφελώδες ή διαυγές ή ορχηστρικό ambient και μαλακά trap micro beats που σε συνδυασμό με το ζαλισμένο flow δημιουργούν μία κυριολεκτικά ονειρική ατμόσφαιρα, δηλαδή χάνεται η αίσθηση χώρου και χρόνου. Και ακόμα περισσότερο γιατί την υπέροχη αυτή σύγχυση επιτείνουν οι χρονικές μετατοπίσεις των κομματιών. Ενώ εξελίσσεται μία κατά τα φαινόμενα σταθερή ρυθμική ροή, ξαφνικά ακούμε επιβραδυμένες ή επιταχυμένες εκδοχές του ίδιου κομματιού. Ήδη από το εναρκτήριο “skyfall [reg+fast]” όπου ο Yungwebster βήχει και ψελλίζει με διακοπτόμενη φωνή πάνω από μπάσα, έγχορδα, synths και σαμπλαρισμένες σειρήνες - και όλα αυτά πρώτα νωχελικά και μετά με ανεβασμένες στροφές - καταλαβαίνεις ότι έχει χαθεί η μπάλα. Στο “disheveled” βάζει και dub / bass, στο “Crazy8keepyaclose [fast+reg]” ξαφνικές αλλαγές τονικότητας και ρυθμού μαζί, στο “YW SA” ξεθωριασμένα synths, στο “offwrld” προγραμματισμένα έγχορδα, στο “crochet / i swear” διακοπές στο beat... άντε γεια.
Δεν τραγουδάει βέβαια σε 13 γλώσσες όπως η Rosalía αλλά μουρμουρίζει σε μία και θα εκπλαγώ αν έχει να επιδείξει τα δικά της ωδεία, πράγμα που ανακινεί το ερώτημα της αυταξίας του ακαδημαϊσμού στην pop culture. Σημαντικές οι σπουδές και η πολυγλωσσία στον άνθρωπο, αλλά δεν είναι εξ ορισμού δεδομένο ότι η pop κερδίζει πόντους σοβαρότητας από κλασικίζοντα ή οπερατικά στοιχεία, συνθήκη που αν αποδεχόμασταν άλλωστε θα οδηγούμασταν σε αξιωματικά παράδοξα περί μουσικών υψηλής και χαμηλής ποιότητας. Δεν πέφτουμε με τίποτα σε τέτοια παγίδα.
Στο “Lux” λοιπόν οι 13 γλώσσες δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό πέρα από έναν αόριστο μαξιμαλισμό, αντίθετα τα ωδεία επιδρούν άμεσα στον ήχο και την παραγωγή. Εν αντιθέσει με τις σπουδές π.χ, της Σάττι στο Berklee που δεν είχαν καμία θέση στις αλησμόνητες υψιπετείς αναλύσεις για το “Zari”. Και στην περίπτωσή μας, η πλήρης αντιστροφή των συνθηκών στο “II” - καθώς μετά βίας ακούμε μία γλώσσα και αυτή παραμορφωμένη από το autotune - όχι μόνο δεν αφαιρεί από τη δημιουργία συναισθήματος αλλά απογειώνει την αίσθηση υπερβατικής ζαλάδας και αρμονίας που είναι όλη η ουσία αυτού του δίσκου. Θαυμαστής του Travis Scott και γενικότερα, ο Yungwebster κράτησε την ιδέα του autotune ως εκφραστικού μέσου, πέρα από απλό εφέ δηλαδή, και την πήγε ένα βήμα παραπέρα, καθώς το χρησιμοποιεί περίπου ως μουσικό όργανο που δένει τις φωνητικές γραμμές με το ambient και δίνει βάθος στο ραπάρισμα.
Ανοίγω μία παρένθεση εδώ γιατί ίσως είναι σκόπιμο να εξηγήσω την εργαλειοποίηση σε αυτό το κείμενο του “Lux”, το οποίο ας επαναλάβω ότι βρήκα αξιόλογο (αλλά μέχρι εκεί). Πέραν της σύμπτωσης του χρονισμού καθώς οι αλαλαγμοί συγκίνησης αντηχούν όσο γράφω, ο δίσκος της Rosalía τυχαίνει να λειτουργεί ως το ιδανικό εξ αντιδιαστολής παράδειγμα, καθώς τοποθετείται αισθητικά στο άλλο άκρο ως προς κάθε επιμέρους στοιχείο της περίπτωσης Yungwebster, ξεκινώντας από τα ακαδημαϊκά προσόντα vs τους δρόμους της Νέας Υόρκης, τα μαζικά vs underground κανάλια προώθησης και προβολής, το blending αξιώσεων κλασικής μουσικής στην ποπ και δη με μία από τις πιο ξακουστές ορχήστρες παγκοσμίως vs την... trap (of all music styles), τους μεγαλοπρεπείς τίτλους τύπου “Mio Cristo Piange Diamanti” vs τα χύμα στο κύμα “txts red on imessage [reg+fast]”, τη Rosalía στο εξώφυλλο σε clean φωτογραφία ως εξαγνισμένη ομορφιά vs τον Yungwebster στο δικό του εξώφυλλο σε solarized φωτογραφία, σχεδόν σαν το αρνητικό ενός φιλμ, ως φρικιό και φυσικά τις 13 γλώσσες με καθάρια φωνή και δάκρυα στα μάτια vs τα μαστουρωμένα μουρμουρητά σε μία γλώσσα με τα χίλια ζόρια και τίγκα στο autotune. Η Λαίδη και ο Αλήτης σε πλήρη εφαρμογή.
Άνοιξα την παρένθεση εδώ γιατί το autotune είναι βασικό στοιχείο του “II” και επειδή πιθανολογώ ότι, όπως και εγώ, οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες του MiC έχουν περισσότερες αναφορές στην ευκρινή εκφορά του λόγου. Γενικότερα η Rosalía μάλλον συγκεντρώνει περισσότερα χαρακτηριστικά του γενικώς εννοούμενου ως “καλού γούστου” (αν και προσωπικά αμφισβητώ την ύπαρξή του, ή μάλλον αμφισβητώ ότι είναι καλό) απ’ ό,τι ο αμερικανός ράπερ. Και στους εναλλακτικούς κύκλους μάλλον κυκλοφορούν περισσότερα πράγματα εγγύτερα στο “Lux” (αλλά όχι και στη Rosalía των προηγούμενων άλμπουμ) απ’ ό,τι προς την πλευρά του flow του Yungwebster. Αφού λοιπόν η αισθητική είναι και συνήθεια, για να επιβεβαιώνεται αξιόπιστα χρειάζεται και να αμφισβητείται, με διαλεκτική αντιμετώπιση του ωραίου. Όχι ότι ο Yungwebster είναι δύσκολος ή δύστροπος, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά όποιος το indie το θέλει μόνο μελωδικό, το metal μόνο Maiden, το ambient μόνο instrumental, τα φωνητικά μόνο λυρικά κλπ (εξαιρείται το post-punk που έχει ελευθέρας από τη σημαία να είναι όπως γουστάρει και παρά ταύτα συνήθως μηρυκάζει τα παλιά), δεν έχει νόημα να ασχοληθεί με αυτό τον δίσκο.
Ο οποίος δίσκος κυκλοφορεί στην εξόχως εκλεκτική Sferic από το Manchester, όμοια με το ντεμπούτο του Αμερικανού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Sferic δεν είχε κανέναν μουσικό της rap στο ρόστερ της πριν τον Yungwebster. Τον εντόπισε και τον προσέγγισε μέσω soundcloud, γιατί προφανώς οι άνθρωποι πίσω από το label έχουν οραματική σκέψη που υπερβαίνει πνιγηρές θεωρήσεις για το πώς “πρέπει” να είναι το ambient και για το αν δικαιούνται οι αλήτες της trap να μαγαρίζουν τον Brian Eno μας. Αν ήταν θιασώτες της διαιρετικής τομής “εμείς ακούμε ροκ, εσείς λαϊκά” (ή pop ή trap ή ό,τι άλλο βαφτίζουμε δευτεράντζα για να νιώσουμε Τάσος Καγιάρ και όπου ως “ροκ” συνήθως εννοούν τους Arcade Fire και μετά το “Funeral” - άντε να βάλουμε και το “Neon Bible” στα αποδεκτά - όχι κάτι φοβερό δηλαδή), δεν θα έμπαιναν στον κόπο να πατήσουν ούτε play. Θα εξανίσταντο για την πολιτισμική και κοινωνική κατάντια και τέλος. Το γεγονός της προσέγγγισης πάντως ήταν κυριολεκτικά απίστευτο για τον Yungwebster, ο οποίος όταν τσέκαρε το προφίλ της Sferic θεώρησε πως τα μηνύματα ήταν scam και δεν απαντούσε για μήνες. Ευτυχώς στην πορεία άλλαξε γνώμη.
Στην παραγωγή συναντάμε μεταξύ άλλων το Mancunian ντούο των Space Afrika που έχουν βγάλει δύο εκπληκτικούς (και δυστυχώς εξαντλημένους) dub ambient δίσκους στη Sferic, αλλά μου έκανε εντύπωση η πολυφωνία, καθώς κάθε κομμάτι έχει διαφορετικά credits. Στον δίσκο συνεισφέρουν ιδέες διάφοροι ράπερς και παραγωγοί house / techno και αντί μίας ανερμάτιστης σούπας με ασυνάρτητα trap beats πάνω από ambient χαλί (όχι χάλι - αλλά ίσως να ήταν και χάλι εν προκειμένω), ακούμε ένα ιδιαίτερα συνεκτικό και δουλεμένο αποτέλεσμα. Σε σχετική ερώτηση από youtubers πάντως για τον προηγούμενο δίσκο ο Yungwebster είχε εξηγήσει ότι οι παραγωγοί είναι στενοί φίλοι και συνεργάτες του από διάφορες χώρες και όλοι μαζί έχουν φτιάξει μια online κοινότητα στην οποία μοιράζονται το ίδιο δημιουργικό όραμα ambient rap, μιλάνε καθημερινά και δοκιμάζουν διάφορες τεχνικές. Εξ ου και η αυθεντικότητα και συνοχή του ήχου λοιπόν, παρά το πλήθος των παραγωγών και τη γεωγραφική διασπορά. Ένα είδος κοινοτικού οικοσυστήματος ράπερς με συνεχή ζύμωση ιδεών, ωραία πράγματα.
Τον ρώτησαν επίσης ποιες είναι οι επιρροές του στο ambient και δεν είπε. Ευτυχώς, γιατί η πολλή αποκωδικοποίηση ενός ήχου όπου χάνεται η μπάλα από τον ίδιο τον δημιουργό αντιβαίνει στον σκοπό του. Ανέφερε μόνο φευγαλέα τον Aphex Twin, το οποίο βέβαια με τόσα 808 kicks που χρησιμοποιεί ο Yungwebster είναι ανάλογο του να αναφέρει κανείς τους Beatles ως επιρροή στο ροκ, δηλαδή δεν πιάνεται. Και να έλεγε ότι δεν έχει ακούσει ποτέ το “Selected Ambient Works 85-92” δεν θα τον πίστευε κανείς. Είπε πάντως ότι δεν σκέφτεται με όρους επιρροών, ψάχνει το vibe, το οποίο αγοράζω κατευθείαν. Ξεκίνησε σαν ράπερ και πλέον τον ενδιαφέρει πρωτίστως το ambient. (Πάει, μαγαρίστηκαν όλοι από τον Brian Eno και τον Robert Rich μέχρι τον Tim Hecker).
Ακριβώς αυτό απηχεί το ντεμπούτο “Yungwebster” και ακόμα περισσότερο το “II” ως εξέλιξη και εμβάθυνση. Μία εξερεύνηση του ambient με την trap ως εκφραστικό εργαλείο που σίγουρα αντικρούει τη δημοφιλή υπεροπτική κριτική ότι η trap δεν προσφέρεται για διαλεκτική και αποδόμηση - ανασύνθεση του εξωτερικού περιβάλλοντος γιατί δήθεν είναι μονοσήμαντη και δεν έχει πολυεπίπεδη καλλιτεχνική αξία. Μία σύγχρονη μορφή λαϊκής εξερεύνησης του αυθεντικού. Θα ήθελα μόνο να τον ρωτήσω πώς κατάφερε να πετύχει τέτοια διαστολή χρόνου στο “Crazy8keepyaclose [fast+reg]” το οποίο τελικά είναι μόλις 4.18’ και ποιος σκέφτηκε το εσωτερικό gatefold art που με έστειλε στο εξωδιάστημα αλλά μάλλον θα μουρμούριζε παραληρητικά διάφορα ακατάληπτα.




