Από το Σεντούκι

Achim Reichel

Πρόταση γνωριμίας με τον σημαντικό Achim Reichel. Το βιογραφικό του, το ιδανικό άλμπουμ για να ξεκινήσει κανείς και τρία τραγούδια για την πρώτη επαφή. Του Δημήτρη Κοργιαλά

Achim Reichel and MachinesΤο 1970 ήταν μια σπουδαία χρονιά για έναν νεαρό από το Αμβούργο, τον Achim Reichel. Με πατημένα πλέον τα 26 του χρόνια καυχιόταν πως υπήρξε μέλος των θρυλικών Rattles (της beat μπάντας, δηλαδή, που έκανε support στους Beatles το 1966) και πως τους εγκατέλειψε για χάρη ενός λιγότερο συμβατικού project, των Wonderland (και αργότερα Wonderland Band).

Σ' εκείνο, όμως, το κομβικό σημείο για ολόκληρη τη rock ιστορία πήρε, ο Reichel, μιαν ιστορική απόφαση: να αναμετρηθεί με τα "Μηχανήματα". Τουτέστιν, να βρεθεί απέναντι από τις κονσόλες, τα πεντάλια, τα μικρόφωνα και όλα τα συναφή gadgets που διαθέτει ένα studio και να τα βάλει μαζί τους, να πειραματιστεί, με προσωπικό στοίχημα να αναδειχθεί νικητής και με μοναδικό -αρχικά- σύμμαχο τον τραγουδιστή των Wonderland Band, τον Frank Dostal.

Από το νέο project -που ονομάστηκε A. R. & Machines- θα ξεπηδούσαν έξι cosmic αριστουργήματα και τούτο αποτελεί ένα κατόρθωμα που καθιστά την περίπτωση "Achim Reichel" τουλάχιστον εξωφρενική.

Ας υπογραμμιστεί εδώ πως όποτε το αυτί του ακροατή συλλαμβάνει στίχους, αυτοί είναι γραμμένοι από τον Dostal και, θεματικά, απόλυτα προσαρμοσμένοι στους απόκοσμους ήχους της κιθάρας τού Reichel.

Όμως, με τι μοιάζει η μουσική του Reichel και ποιος είναι ο στόχος της; Ποια είναι τα βασικά της σημεία και πότε αρχίζει να ατονεί;

Σε πολύ γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με ψυχεδελικό rock, το οποίο, όμως, εμπλουτίζεται με στοιχεία που αργότερα εμφανίζονται σε πάμπολλες και σημαντικές μπάντες του Krautrock. Kιθαριστικά μοτίβα, ηλεκτρονικοί πειραματισμοί, freak out τζαμαρίσματα, space και cosmic ύφος, free jazz αναρχισμός περασμένος από flanger - όλα τούτα τα στοιχεία συνυπάρχουν με την τέλεια αναλογία στα δύο albums των A. R. & Machines, τα "Die Grune Reise - The Green Journey" (Polydor, 1971) και "Echo" (Polydor, 1972), έργα λαμπρά που είναι εισαγωγικά και καθοδηγητικά για οποιονδήποτε επίδοξο ακροατή του Krautrock.

Στο επόμενο album σταματάει να αναγράφεται πλέον στο εξώφυλλο το "... & Machines", η δε εταιρεία κυκλοφορίας είναι η Zebra, θυγατρική της Polydor, που την αναλαμβάνει ο ίδιος ο Reichel (υπήρξε, άλλωστε, γνωστό λαγωνικό ταλέντων). Έτσι, στο "AR 3" (Zebra, 1972) βρίσκουμε κομμάτια με το μεγαλύτερο να διαρκεί επτάμιση λεπτά και το μικρότερο δυόμιση, γεγονός αντίθετο με τη λογική του "Echo". Είναι λοιπόν, εδώ, όλα περισσότερο συμβατικά; Μάλλον όχι, διότι μπορεί ο Reichel να αφήνει στην άκρη τη βαρύτατη αντήχηση του "Echo" και να επιστρέφει στην αρχική συνταγή του πρώτου δίσκου (βλ. παρακάτω), όμως επιχειρεί να την περάσει μέσα από fusion, progressive και ethnic μονοπάτια. Στο "A.R. IV" (Zebra, 1973) υπάρχουν δύο μονάχα μακροσκελείς συνθέσεις (το space jazz rock jam "Vita" και το ψυχεδελικό αριστούργημα "Aqua"), πράγμα διόλου ασυνήθιστο για το cosmic rock.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα η αναμέτρηση του Reichel με τα "Μηχανήματα" αρχίζει να ατονεί. Πριν όμως λάβει τέλος μας δίνονται δυο albums που κλείνουν σχεδόν θριαμβευτικά το όλο εγχείρημα: το "Autovision" (Zebra, 1974) και το ζωντανά ηχογραφημένο στο Αμβούργο, τον Αύγουστο του 1973, "Erholung" (Brain, 1975). Ο Reichel στράφηκε, αργότερα, στις συμβατικές μορφές της pop και της rock. Δεν σταμάτησε όμως να ασχολείται με τις κονσόλες και την παραγωγή (του πιστώνονται -μεταξύ άλλων- η κυκλοφορία του μοναδικού αριστουργηματικού δίσκου των Yatha Sidhra, οι πρώτες δισκογραφικές δουλειές των Kin Ping Meh από το Mannheim και ο πρώτος δίσκος των Ougenweide).

Κατά έναν περίεργο λόγο το έργο του (κυρίως των πρώτων χρόνων) παραδίδεται στη λήθη. Όμως, αν ένα από τα βασικά στοιχεία ενός μέρους τού Krautrock είναι αυτό το space ή cosmic feeling, αυτή η ηχητική πνοή ασάφειας και η αίσθηση της ερημιάς που υπάρχει -σε μεγάλη ποσότητα, είναι αλήθεια- σε κάθε cosmic δίσκο, τότε τούτο το στοιχείο το προσέδωσε ο Achim Reichel. Ισχυρίζομαι ότι δημιουργώντας το ηχητικό βάθος, το φόντο, που επάνω του στηρίχθηκε το Krautrock, έθεσε συγχρόνως τους όρους εμφάνισης και λειτουργίας του είδους.

Ένα άλμπουμ:

Die Grune Reise - The Green Journey (Polydor, 1971)

Die Grune ReiseΔεν είναι τυχαίο ότι μπορεί κανείς να ξεκινήσει την ανακάλυψη του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη από το ντεμπούτο album του. Από τους πρώτους κιόλας ήχους του "Globus" ο ακροατής αντιλαμβάνεται ότι αυτό που ακούει δεν έχει να κάνει με οτιδήποτε ξανάκουσε στο παρελθόν. Ένας boogie ρυθμός οδηγεί ανεπαισθήτως σε space jamming. Η δε βασική μελωδία επαναλαμβάνεται ανά δύο κομμάτια (δηλαδή και στα "Beautiful Babylon", "Body" και "As If I Had Seen All This Before"). Όλα τους αποτελούν instrumental προδρόμους των άλλων κομματιών: του αμιγώς rock "In The Same Boat", του "I?ll Be Your Singer - You?ll Be My Song" (ίσως το αριστούργημα του δίσκου) και του psych-blues "A Book?s Blues". Ένας bo-diddley ρυθμός οικοδομεί το "Come On, People" και μας δίδεται το cosmic λεξιλόγιο στο "Cosmic Vibration - An Afternoon Concert". Αλλά πόσο τολμηρός μπορεί να είσαι ώστε να κλείνεις ένα τέτοιο album με το avant garde freak out "Truth And Probability (A Lexicon Of Self Knowledge)"; Και πόσο φιλοσοφημένος πρέπει να είσαι για να ισχυρίζεσαι κάτι τέτοιο: ότι η αυτογνωσία στηρίζεται σε δύο αντίθετους μεταξύ τους πυλώνες: στην Αλήθεια (Truth) και την Πιθανότητα (Probability), στο σταθερό και το ασταθές, στο διαυγές και το θολό, στην πεποίθηση και την αμφιβολία, στον δογματισμό και τον σκεπτικισμό. Το "Truth And Probability (A Lexicon Of Self Knowledge)" σηματοδοτεί -αρχικά ως τίτλος, αλλά όχι μόνο- όλο εκείνο που θα εκφραστεί και με τρόπο μουσικό στα επόμενα albums.

Και τρία τραγούδια: