THE BEST OF THE REST #2 (Haushka, Oneida, John Parish, Pato Fu, Laura Veirs, Zoms Zoms)


The prepared pianoHaushka : The prepared piano (Karaoke Kalk, 2005)
Ο Huschka, κατά κόσμο Volker Bertelmann χρησιμοποιεί τη μέθοδο του prepared piano που συνθέτες όπως ο Cage και ο Satie καθιέρωσαν. Επεμβαίνει επί του ίδιου του οργάνου, "μιουτάροντας" χορδές, τοποθετώντας αντικείμενα πάνω τους, με λίγα λόγια μεταλάσσοντας το όργανο ώστε να δημιουργηθεί κάτι νέο. Αν και μετά τις πρώτες εφαρμογές αυτής της μεθόδου και την υιοθέτηση της από κινήματα όπως το fluxus, σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε σε χώρους έξω από αυτό που ονομάζουμε avant-garde, στο δίσκο αυτόν έχουμε την εφαρμογή, περιορισμένης έκτασης βέβαια, σε έναν, κάτι σαν ποπ δίσκο. Ο Bertelmann δημιουργεί λοιπόν έναν ευχάριστο στο άκουσμα δίσκο χρησιμοποιώντας κάποτε jazz αλλά και soundtrack μελωδίες και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που όμως δεν μπορούν να μετατρέψουν τη μουσική σε αυτό που λέμε μινιμαλισμό του Reich και του Glass. Παραμένει ποπ όπου οι μελωδίες του πιάνο συνοδεύονται από παιχνιδίσματα, πείτε τα κρουστών, πείτε τα παιχνιδιών, ένα μπάσο, drums στο 'Twins' καθώς και drum machine στο 'Firn' και το 'Morning'. Δεν πρόκειται βεβαίως για τον δίσκο της χρονιάς, δεν προκαλεί αίσθηση ή καλύτερα έκπληξη στον απροετοίμαστο (όσο μπορεί να είναι όταν ο τίτλος του album είναι 'Τhe prepared piano') ακροατή, αλλά έχει μερικές πολύ καλές στιγμές σαν το 'Firn', το 'Long Walk', το εναρκτήριου 'La seine' όπου τόσο η επέμβαση επί του πιάνου είναι φανερή όσο και η επιρροές του συνθέτη από τη μουσική του Cage (έστω ανά διαστήματα) ξεκάθαρη. (6,5) Δημήτρης Σαντζιλιώτης


The weddingOneida : The Wedding (Rough Trade, 2005)
Πρώτη φορά είχα διαβάσει για τους Oneida, στο παλιό καλό Fractal στην ανασκόπηση του 2001 και αν θυμάμαι καλά είχε συμπεριλάβει το καταπληκτικό "Anthem Of The Moon" στα καλύτερα της χρονιάς. Μετά άρχισα να τους ψάχνω και προς τα πίσω για να ανακαλύψω το "A Place Called El Shaddai's" και το σχεδόν αριστουργηματικό "Enemy Hogs". Μετά το περσινό, αρκετά καλό, "Secret Wars", τους βρίσκουμε φέτος αρκετά κουρασμένους και υποτονικούς, μία κατάσταση που σαφέστατα δεν τους ταιριάζει καθόλου. Ο γάμος τους δε λέει και πολλά πράγματα, χωρίς απαραίτητα όμως να είναι και κακό, ίσως να είναι περισσότερο αδιάφορο. Κουρασμένες alternative κιθαριές, οπισθοχώρηση των ψυχεδελικών στοιχείων τους, ανακατασκευή και ανέμπνευστη παράθεση παλαιοτέρων ιδεών αλλά αρκετά πορωτικό και περισσότερο αληθινό από πολλά σχήματα εκεί έξω που κυκλοφορούν. (5). Θάνος Σταυριανάκης


Once upon a little timeJohn Parish : Once upon a little time (Thrill Jockey, 2005)
Το John Parish τον γνώρισα μέσα από το πολύ καλό "How Animals Move". Μετά έμαθα πως βρίσκεται πίσω από την P.J Harvey κτλ κτλ. Ακούγοντας τους δίσκους του έχεις την εντύπωση πως είναι κάτι άλλο παρά ένας κιθαρίστας, πιανίστας ή drummer. Σου δίνει την εικόνα του συνθέτη, του χωρίς όργανο μουσικού, που ασχολείται με τη μουσική σύνθεση και όχι με το μουσικό του όργανο. Δίσκοι ατμοσφαιρικοί, με ωραία παραγωγή, με ατμόσφαιρα concept ή soundtrack, χωρίς rock αρχέτυπα, σταριλίκι κτλ. Ο συγκεκριμένος ξεφεύγει από αυτή τη λογική, τουλάχιστον κατά μεγάλο ποσοστό. Είναι πιο ευθύς, ροκ και εξωστρεφής. η φωνή του κάνει πιο αισθητή την παρουσία της θυμίζοντας λίγο περασμένο Beck (ειδικά το 'Sea defences' λέτε τυχαία, αν σκεφτούμε το 'Sea changes'), οι ενορχηστρώσεις είναι περισσότερο folk-Americana και λιγότερο jazz-ε και portishead-ικές. Πάντως οι συνθέσεις δεν προσπαθούν να σε κοροϊδέψουν με φτηνά τρικ, ούτε να πουλήσουν εμπορικότητα και μελόδραμα, Από κει και πέρα είναι μόνο το αν σου αρέσει το είδος. Είναι κλασικό, ακούγεται ευχάριστα, έχει σωστή διάρκεια και δεν προσβάλει, κάτι σπάνιο για την σημερινή pop-rock σκηνή. Αν με ρωτήσετε ποιον John Parish προτιμώ θα σας πω του "How Animals Move" αλλά αυτό δεν σημαίνει και τίποτα. (6). Δημήτρης Σαντζιλιώτης


Toda cura para todo malPato Fu : Toda cura para todo mal (Sony, 2005)
Δεν γνωρίζω πορτογαλικά και δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι σημαίνει ούτε το όνομα τους, αλλά ούτε ο τίτλος του album... Αυτό που γνωρίζω είναι ότι αυτοί οι βραζιλιάνοι νεο-ψυχεδελοποπάδες, παίζουν στα ίσια όλους τους ευρωπαίους και τους λοιπούς αμερικάνους ομοϊδεάτες τους. Με τα μικρά, δίλεπτα και τρίλεπτα, διαμαντάκια τους, τιμούν τους Strawberry Alarm Clock αλλά και την ακουστική μεταψυχεδέλεια των δύο πλευρών του ατλαντικού (π.χ. Elephant Six Records). Οι μοναδικοί ίσως άξιοι συνεχιστές των A Bohla, Cortes, Lula & Ze Ramalho, The Fevers, Os Mutantes, Os Baobas και τόσων άλλων βραζιλιάνικων ψυχεδελιών των 60's/70's, που συνεχίζουν φέτος για δέκατη χρονιά την προσπάθειά τους. (7). Θάνος Σταυριανάκης


The triumphsLaura Veirs : The Triumphs And Travails Of Orphan Mae (Bella Union, 2001/2005)
Οι κακές γλώσσες θα μιλήσουν για την εταιρική εκμετάλλευση, στον απόηχο του περισυνού εξαιρετικού 'Carbon Glacier', που ανασύρει απ' το '01 την πρώτη αυτή επίσημη δουλειά της αμερικανίδας τραγουδοποιού όπου δοκιμάζει για πρώτη φορά τα ιδιαίτερά της ηχοχρώματα (προηγήθηκε ένα αυτεπώνυμο ακουστικό demo) και ακονίζει την πρωτόλεια ακόμη intellectual αθωότητά της, καθ' οδόν για την δημιουργία του ήχου που -εύστοχα- ονομάστηκε art.country. Μακριά βέβαια από εμάς κακόβουλες σκέψεις όπως οι παραπάνω για το retrospective αυτό, πρώτη συνάντηση της Veirs με τους κατοπινά μόνιμους συνεργάτες της σ' ένα χαλαρό και μάλλον αυτοβιογραφικό concept περιπλάνησης στις βορειοδυτικές πολιτείες, όπου η όμορφη αλλά σχεδόν απλοϊκή ακόμη και αδιάφορη μερικές φορές country-folk ('Jailhouse Fire', 'Blue Ink') συνυπάρχει με δείγματα των λιτών όσο και πολύπλοκων ηχοτοπίων στα οποία εντοπίστηκε από τότε η Veirs ('Up The River', 'Black Eyed Susan', 'Montague Road', 'Raven Marching Band'), μαζί βέβαια με τραγούδια που θα είχαν θέση και στις μελλοντικές δουλειές της όπως το 'Orphan Mae' ή το κορυφαίο εδώ 'John Henry Lives'. Υποσχόμενο λοιπόν το Triumphs όταν πρωτοεμφανίστηκε, οι υποσχέσεις όμως πολύ σύντομα εκπληρώθηκαν κι έτσι, τώρα, απευθύνεται σε όσους επιδιώκουν την δισκογραφική πληρότητα καθώς γι' αυτούς που επιθυμούν την πρώτη γνωριμία συνιστάται οπωσδήποτε το προαναφερόμενο του '04, ενώ οι υπόλοιποι θα προτιμήσουν μάλλον να επενδύσουν στην επίσης εξαιρετική καινούργια δουλειά της ιδιαίτερης αυτής κυρίας. (6,5). Γιάννης Παπαϊωάννου


One brainZom Zoms : One Brain (Omega Point, 2005)
Η σύμπτωση(;) στα ονόματα (Zom και Zoms αντίστοιχα) των 2/3 της αποκλίνουσας αυτής παρέας ήταν η αφορμή να οπλιστούν οι τεξανοί με τα synths, το rhythm box και την κιθάρα για την δική τους εκδοχή στην λεηλασία των synth-ετικών '80's, με -ασυνήθιστη- αφετηρία τους Devo αλλά και τους Residents. Από τους πρώτους δανείζονται τα επαναλαμβανόμενα riffs και beats μαζί με τα επιτακτικά φωνητικά ('Pray To Zom Zoms', 'Steve Martin Is Going Nowhere') αφήνοντας όμως πίσω τα υπόλοιπα αιχμηρά αντικείμενα, ενώ από τους δεύτερους παίρνουν κάποιες -αποσπασματικές- ατμόσφαιρες και παραμορφωμένα φωνητικά ('Recipes Resume') χωρίς βέβαια τους σκοτεινούς ορίζοντες και τον σαρκασμό. Τα κενά συμπληρώνονται με χαοτικούς ήχους, θορύβους και σχεδόν επιληπτική συμπεριφορά γενικότερα καθώς οι ΖΖ, μακράν βέβαια της κορυφής, προχωρούν πέρα απ' το dance-punk στο spazz-core και, το αποτέλεσμα μοιάζει με φάρσα σε βάρος των σοβαροφανών αναβιωτών των synth '80's καθώς όλα τα απαιτούμενα συστατικά είναι παρόντα, τοποθετημένα όμως σε λάθος θέση και δοσολογία, όπως αρμόζει δηλαδή στο πραγματικό αναμάσημα. Στα 25 μόλις λεπτά διάρκειας οι Zoms φροντίζουν βέβαια να μην κουράσουν, οπωσδήποτε όμως διασκεδάζουν εδώ περισσότερο απ' τους ακροατές τους. (5). Γιάννης Παπαϊωάννου