Δεύτερη Τανίνη

Howard Stelzer, Brume, John Szwed, Neumusik, Hideaki Shimada

Κασέτες, βινύλια, CD(r), ψηφιακά αρχεία και βιβλία περιλαμβάνονται στις ιδιαίτερες προτάσεις της στήλης του Νικόλα Μαλεβίτση

O Howard Stelzer, ίσως είναι γνωστός σε κάποιους από τους αναγνώστες που ασχολούνται με πειραματικά. Για περισσότερο από μια 30ετία ασχολείται με τη δημιουργία πειραματικών κομματιών ή θορυβοηχοτοπίων χρησιμοποιώντας ως βασικό του μέσο κασσέτες και κασσετόφωνα. Παράλληλα με αυτή του τη μανία, από το 1997 έως το 2012 έτρεχε τη δική του εταιρεία, την Intransitive (και για ένα μικρό διάστημα την CDr εταιρεία Songs From Under the Floorboard). Oι κυκλοφορίες και των δύο εταιρειών βρίσκονται αναρτημένες στη σελίδα της Intransitive.

Πριν από μια 15ετία περίπου, και ενώ βρισκόταν σε διαδικασία μετακόμισης με τη γυναίκα του, κουρασμένος από τη διαδικασία να ψάχνει για να βρει (ή να δημιουργεί) συνεχώς χώρο στο σπίτι για να βάλει περισσότερους δίσκους και CD και να οργανώνει συνεχώς τη δισκοθήκη του, του τη βάρεσε και αποφάσισε να την πουλήσει κρατώντας μόνο ψηφιακά αρχεία, σε σκληρούς δίσκους ή σε cloud.

Ακόμα βέβαια υπάρχει υλικό προς πώληση που έχει βαλτώσει και δεν φεύγει, αλλά λίγα χρόνια αργότερα ξεκίνησε το Noisy Bandcamp.

Δεν είναι κάποια εταιρεία, απλά σε ένα wordpress άρχισε να σηκώνει διάφορα site, ιδίως συνδέσμους από το bandcamp από καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Όπως λέει και ο ίδιος, "ήμουν πάντοτε εμμονικός με το να ομαδοποιώ και να κατηγοριοποιώ τη μουσική. Όταν μάζευα φυσικά μέσα (CD, LP, κ.ά.) ξόδευα άπειρες ώρες προσπαθώντας να οργανώσω και να ξαναστήσω στη σειρά που ήθελα τους δίσκους, τα CD και τις κασέτες μου".

Τo Noisy Bandcamp το ξεκίνησε λοιπόν ως μια πηγή για ιδία χρήση πηγάζοντας από αυτή του την εμμονή της ταξινόμησης πληροφορίας. Το έκανε διαδικτυακά γιατί σκέφτηκε ότι ίσως κάποιος το βρεί εξίσου ενδιαφέρον και χρήσιμο ως πηγή πληροφοριών. Το έστησε σε wordpress περισσότερο επειδή το Bandcamp ως πρόγραμμα και βάση δεδομένων δεν σου δίνει αυτή τη δυνατότητα να ταξινομήσεις τη μουσική κατ' είδος (ανεξαρτήτως των ετικετών που χρησιμοποιεί για τη μηχανή αναζήτησής του).

Προσθέτει ότι το όνομα Noisy Bandcamp το θεωρεί τελείως χαζό, αλλά ήταν μια παρόρμηση της στιγμής την ώρα που το έστηνε και αποφάσισε να το «βαφτίσει» έτσι.

Πριν απο λίγους μήνες ξεκίνησε και μια αντίστοιχη ομάδα στο Facebook, περισσότερο για να αναρτά μουσική και να τη σχολιάζει με φίλους (ήδη αριθμεί πάνω από 1.200 άτομα), χωρίς κάποιο νόημα ή σκοπό. Ήταν και ο λόγος που ανέφερα τη σελίδα και την ομάδα γιατί ομολογώ ότι τους τελευταίους μήνες ανακάλυψα μουσική που μου είχε ξεφύγει αλλά και έχω την ευκαιρία κατά καιρούς να μιλάω γι’ αυτή με φίλους σχολιάζοντας αναρτήσεις. Από την άλλη, μου θυμίζει ένα ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο φαινόμενο, φίλους ή γνωστούς μουσικόφιλους (ενίοτε και βιβλιόφιλους) που από ένα σημείο και μετά λόγω του καταιγισμού πληροφορίας και κυκλοφοριών «καίγονται» (burnout) και σταματούν για λίγο καιρό να συλλέγουν νέο υλικό για να βρουν χρόνο να ακούσουν αυτό που ήδη έχουν αγοράσει ή αποθηκεύσει. Θυμίζει ένα ολοένα και αυξανόμενο κύμα που επαληθεύει αυτό που έγραψε ο Ζακ Αταλί στο βιβλίο του 'Οι Θόρυβοι' (εκδόσεις Ράππα) «καταναλώνουμε περισσότερη μουσική απ’ όση μπορούμε να ακούσουμε».

Χάρη σε μια από τις αναρτήσεις του πρόσεξα τις τελευταίες δυο κυκλοφορίες του Γάλλου Brume, κατά κόσμο Christian Renou. Ενεργός στην industrial, ambient, πειραματική σκηνή από τα μέσα των 80s, αρχικά με το ψευδώνυμο Brume και, για κάποιο διάστημα, με το όνομά του, Christian Renou, έχει εκδόσει άπειρες κυκλοφορίες και έχει κάνει επίσης άπειρες συνεργασίες. Ομολογώ ότι λίγες δουλειές του μ' έχουν τραβήξει από την πρώτη στιγμή που τον ανακάλυψα, ίσως επειδή έχει αυτό το ευρωπαϊκό EBM, industrial αίσθημα του ρυθμού που με παρέπεμπε σε πιο dark ή goth μουσικές που δεν ήταν και ποτέ ιδιαίτερα του γούστου μου. Πρόσφατα και έπειτα από σιγή κάποιων χρόνων έβγαλε, όπως προανέφερα, δύο νέες κυκλοφορίες, το 'L' ombilic de reves' στη βέλγικη Τaalem, εταιρεία που για πολλά χρόνια ειδικεύεται στο σκοτεινό ambient ήχο και έχει εκδώσει αρκετές κυκλοφορίες από τα 90s που ξεκίνησε τις δραστηριότητες της. Σε αυτό το CD παίζει με το θέμα του εφιάλτη και μπορεί να μην είναι τόσο πολύ στο στυλ μου γιατί έχει ρυθμικά και πιο dark ambient στοιχεία, την αναφέρω απλώς για όσους ενδιαφέρονται γι’ αυτό το είδος. Η άλλη του κυκλοφορία που δεν έχω σταματήσει να την ακούω τον τελευταίο καιρό είναι το ‘No Zen Machine στην αμερικάνικη No Rent Records. Κυκλοφορία που απαρτίζεται από δύο σχεδόν μισάωρα κομμάτια ωμού (ώρες ώρες ακατέργαστου) ήχου, ambient, ενίοτε θορύβου με collage από διάφορα tapes και ομιλίες που, μπορεί να παραπέμπει στις κλασσικές εποχές του είδους (80s/90s), όμως δεν στερείται φρεσκάδας ώστε δεν χορταίνεις να την ακούς. Δεν λέω ότι είμαι εξπέρ στις κυκλοφορίες του, αλλά πραγματικά απ' όσες έχω ακούσει είναι η πιο αγαπημένη μου και την προτείνω ανεπιφύλακτα!

Στο ίδιο κλίμα με πιο ηλεκτρονικά περάσματα αλλά με λογική cut-up, εν μέρει collage, ambient, κ.ά. στοιχεία είναι η πρόσφατη επανέκδοση σε βινύλιο του Jorden Forst του Σουηδού Arv & Miljo. Κυκλοφόρησε το 2021 σε μορφή CDr που εξαντλήθηκε και επανεκδόθηκε σε βινύλιο πριν από λίγο καιρό από τη δική του Discreet Music (η εταιρεία του ομώνυμου δισκάδικου). Χρησιμοποιώντας ηχογραφήσεις περιβαλλοντολογικών ομάδων όπως Earth First, κ.ά. ηχογραφήσεις από πορείες, συναυλίες, ομιλίες, κ.λπ στήνει μια δική του ηχητική ανάμνηση που παίζει αρκετά με μια νοσταλγική νότα με τον τρόπο που κυλάνε τα tapes και η μουσική περνώντας το δικό του μήνυμα για αλλαγή αυτού του κόσμου. Μπορείτε να το ακούσετε εδώ και να επισκεφθείτε τη διαδικτυακή σελίδα του δισκοπωλείου εδώ.

O John Szwed είναι γνωστός για τις καταπληκτικές βιογραφίες του όπως του Miles Davis, του Sun Ra, του Alan Lomax, κ.ά. Δεν έχει περάσει διετία που κυκλοφόρησε μια καταπληκτική βιογραφία του Harry Smith, τον οποίο, ας μου επιτραπεί η έκφραση, θα τον χαρακτήριζε κάποιος «αναγεννησιακό άνθρωπο» λόγω της μόρφωσης και των πολυεπίπεδων ενδιαφερόντων του. Προσωπικά λίγα ήξερα για το έργο του, πέρα από τη δημιουργία της συλλογής-σταθμού, ‘Anthology of American Folk Music’ στη Folkways που επηρέασε (και επηρεάζει) μια ευρύτατη γκάμα ανθρώπων, από μουσικούς, καλλιτέχνες, συγγραφείς κ.ά. τα σχέδια για κομμάτια του Dizzy Gillespie όπως το ‘Manteca’ (οφείλω την ανακάλυψη αυτή σε ανάρτηση στο Tumblr που διάβασα πριν από καμιά 10ετία) και κατά καιρούς συνειδητοποιούσα ότι βρισκόταν πίσω από την ηχογράφηση του πρώτου δίσκου των Fugs, του απίστευτου ‘First Blues’ του Allen Ginsberg στη Folkways που παραμένει η πιο αγαπημένη μου ηχογράφηση του Ginsberg και το ‘Peyote Meeting’ της φυλής των Kiowa στη Folkways. Για χρόνια ήθελα να αγοράσω μια βιογραφία του που να καλύπτει όχι ένα μέρος της δουλειάς του αλλά το σύνολο της αν ήταν δυνατό. Όμως όλο το άφηνα για αργότερα, όπως γίνεται συνήθως με δεκάδες πράγματα, μέχρι που κυκλοφόρησε το ‘Cosmic Scholar, παρήγγειλα αυτή την έκδοση και δεν με απογοήτευσε. Αν πηγαίνω σαν χελώνα τη βιογραφία του Lomax, ξεκοκάλισα σε λιγότερο από βδομάδα το βιβλίο για τον Harry Smith. Καλύπτει όχι μόνο όλη τη ζωή και το έργο του, από τα πρώτα του βήματα, στις πρώτες ηχογραφήσεις ινδιάνικων φυλών (τους Lommi), την αρχή της μανίας των συλλογών του (βιβλία, δίσκους, αντικείμενα) και τη σχεδόν κινηματογραφική ζωή του. Πως χάθηκαν κατά καιρούς οι συλλογές του, πως τις ξανάκτισε, η μανία του με τον αποκρυφισμό, τη ζωγραφική, κ.λπ. Αλλά εξίσου βασικό που σε μαγνητίζει είναι ότι ο Szwed δεν κάνει μια αγιογραφία, αλλά παρουσιάζει άψογα (κατά την ταπεινή μου γνώμη) όλο το μωσαϊκό των εποχών που έζησε από τα 40s ως το τέλος της ζωής του (Νέα Υόρκη, Washington, κ.ά.), τόσο τον κοινωνικό περίγυρο και τις αλλαγές του, τους φίλους του σε σχέση μαζί του αλλά και τον χαρακτήρα του. Πολυδιάστατο και ανθρώπινο, με τις εκρήξεις οργής του, τις φοβίες, τα προβλήματα που αντιμετώπισε αλλά και που ίσως δημιούργησε κλπ που κατ' εμέ κάνει τη διαφορά αυτής της έκδοσης γιατί δεν μένει σε μια μονοδιάστατη εκδοχή αυτή του ερευνητή ή του καλλιτέχνη. Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όποιον ψάχνει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Harry Smith, αλλά και σε όποιον έχει τρέλα με τα 60s, τη τζαζ, τους beat, κ.ά.

Μιλώντας για εκδόσεις, θα σταθώ επίσης σε μια επανέκδοση. Το όνομα του David Elliott (ή ακόμα και του Andrew Cox) ίσως να μη λέει τίποτα σε πολύ κόσμο. Το όνομα Neumusik ίσως επίσης. Αναφέρομαι στο ομώνυμο φάνζιν που εξέδιδε ο David Elliott από το 1980 ως το 1982 όντας φοιτητής, και ήταν αφιερωμένο σε αυτό που κάποτε λεγόταν «eurorock» (ή eurock, επηρεασμένο από το ομώνυμο αμερικάνικο φάνζιν) και περιελάμβανε σε ευρεία κλίμακα το kraut, την kosmische musik, το γαλλικό ροκ και όλα τα περίεργα γκρουπ που ξεπετάχτηκαν μέσα από την έκρηξη του πανκ και του ποστ-πανκ. Τα έξι τεύχη που κυκλοφόρησε τα συνέλεξε το Frans de Waard και τα επανεξέδωσε σε έναν τόμο από την εταιρεία του Korm Plastics πριν από λίγο καιρό. Μπορεί σήμερα να το βλέπει κανείς ως μια τρέλα μετεφηβικής ηλικίας με την αφέλειά της, ενώ χάρη στην τεχνολογία μπορεί να κατεβάσει διπλάσιο ή τριπλάσιο υλικό από αυτό που περιλαμβάνουν όλα τα τεύχη του μαζί, όμως χαρακτηρίζει μια εποχή. Και τα 6 τεύχη που κυκλοφόρησε ως το 1982 που σταμάτησε, μας πάνε πίσω στο χρόνο με συνεντεύξεις και αφιερώματα σε γκρουπ και καλλιτέχνες όπως οι Heldon, Vangelis, Manuel Göttsching, Tangerine Dream, Klaus Schulze, Univers Zero, Art Zoyd κ.ά. Αυτό που μ' αρέσει σε αυτό το φάνζιν είναι ότι έχει πέσει πάνω σε εποχή μετάβασης από το prog, kraut, κ.ά. των 70s στο πανκ και ποστ-πανκ των τελών 70s-αρχών 80s με όλες τις ζυμώσεις που γίνονται. Μ΄ αρέσει επίσης να διαβάζω κριτικές δίσκων και πώς φαίνονταν εκείνη την εποχή στον κόσμο που τα άκουγε σε σχέση με σήμερα. Μπορεί κάποιες από τις συνεντεύξεις να χαρακτηρίζονται από την τρέλα 18άρηδων για ένα φάνζιν, όμως σε αρκετές περιπτώσεις πατάνε στη γη, καθώς μπορεί κάποια γκρουπ να έχουν γίνει γνωστά ονόματα, εμφανίζονται όμως χωρίς το καλτ στάτους που απέκτησαν με την πάροδο των χρόνων. Παράλληλα μπορεί κάποιος να δει άρθρα και νέα για άλλες εκδόσεις ή φάνζιν της εποχής που κάποια απλά έβγαλαν ένα τεύχος και χάθηκαν, άλλα συνέχισαν για λίγο περισσότερο ή μετεξελίχθηκαν σε άλλες καταστάσεις. Επίσης θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην εταιρεία YHR που ξεπετάχτηκε από το περιοδικό κυκλοφορώντας κασέτες από καλλιτέχνες όπως Conrad Schnitzler, Asmus Tietchens, μέρους των εκδοτών του φάνζιν όπως ο Andrew Cox, κ.ά. Για όποιον ενδιαφέρεται μπορεί να το αποκτήσει ή να δει περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Ο Ιάπωνας βιολιστής Hideaki Shimada παίζει από τις αρχές των 80s με το όνομα Agencement με το οποίο μπορεί στην πορεία των τελευταίων 40 χρόνων (περίπου) να μας χάρισε ελάχιστες κυκλοφορίες αλλά είναι όλες τους μικρά διαμάντια. Είτε από τις πρώιμες τελείως ambient, drone, experimental δουλειές του που έχτιζε με τους επεξεργασμένους ήχους του βιολιού του και tapes απίθανες ηχητικές καταστάσεις μέχρι τα τελευταία χρόνια που ο θόρυβος και το χάος των πρώτων ημερών έχουν δώσει τη θέση τους σε περισσότερο αυτοσχεδιαστικές σχεδόν συνθέσεις με τάσεις σύγχρονης μουσική.

To 2017 μας εξέπληξε όταν κυκλοφόρησε το CD 'Six Juxtaposed Works' στη γερμανική Tochnit Aleph (πλέον εδράζει στη Δανία). Είχαν μεσολαβήσει μόλις 15 χρόνια σιωπής με εξαίρεση διάφορες συμμετοχές σε αυτοσχεδιαστικά σύνολα και λίγες συναυλίες. Αυτή η δουλειά έδειξε μια εξέλιξη, δεν ήταν μια ακόμα αναμασημένη τροφή και συγκέντρωνε υλικό το οποίο το δούλευε για μια περίπου πενταετία μέχρι να διαλέξει έξι μικρά ηχητικά διαμάντια για να μας προσφέρει. Υπήρχαν τα ηλεκτρονικά, τα περίεργα tapes, αλλά παρατηρεί κανείς ότι ο ήχος του ρέπει πλέον στη σύγχρονη σύνθεση και μουσική. Δεν κόμιζε κάτι πρωτοποριακό ή νέο αντιθέτως παρουσίαζε έξι κομμάτια άρτια που δεν χόρταινες να τα ακούς. Ήξερα έπειτα από συζήτησή μας εκείνη την εποχή ότι υπάρχει κι άλλο υλικό στο μυαλό του, απλά ήθελε το χρόνο του να το ηχογραφήσει και να το δουλέψει. Θα πέρναγαν άλλα επτά χρόνια για να μας παρουσιάσει αυτό που όπως λέει ο ίδιος είναι το σημείο που σταμάτησε το ‘Six Juxtaposed Works’, αλλά και ένα βήμα παρακάτω από το κομμάτι ‘October Variations που κυκλοφόρησε σε ψηφιακή μορφή από τη βρετανική Scatter με το όνομα του. Φλερτάρει πλέον άγρια με τη σύγχρονη μουσική, δεν μας δίνει μόνο μια τρομερή σύνθεση, αλλά δείχνει πως με απλά tapes και ευρηματικότητα μπορείς να δημιουργήσεις καταπληκτική μουσική, δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι κάλλιστα μπορεί να δει εδώ ο ακροατής ήχους και προσέγγιση που φέρνει στο μυαλό εκείνες τις φευγάτες τελευταίες δουλειές του Luigi Nono για βιολί και μαγνητοταινία (μπορείτε να το ακούσετε ή να κατεβάσετε εδώ το κομμάτι. Το απίθανο ‘Binomial Cascades που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε βινύλιο από τον ίδιο και μπορείτε να το ακούσετε ή προμηθευτείτε από εδώ. Τα ηλεκτρονικά εδώ είναι πολύ πιο διακριτικά ενώ γυρνάει στο ύφος των παλιότερων δουλειών του όσον αφορά τη διάρκεια, δύο πλευρές, δύο σχεδόν 18λεπτά κομμάτια όπου έχεις πλέον την αίσθηση ότι ακούς ένα καταπληκτικό έργο σύγχρονης μουσικής. Προτείνω και τις τρεις κυκλοφορίες ανεπιφύλακτα, προσωπικά μιλάω για ένα από τα πιο αγαπημένα μου ονόματα της (πάλαι πότε λεγόμενης) πειραματικής μουσικής, που δεν έμειναν σε μια στείρα επανάληψη ιδεών ή μανιέρας, αλλά που προχώρησαν πολύ πιο κάτω την πορεία τους, φλερτάροντας με τις ίδιες τους τις καταβολές. Εάν επιθυμεί κάποιος περισσότερες πληροφορίες για τον Hideaki και τη δουλειά του έχω ένα παλιότερο άρθρο/συνέντευξη του σε παλιότερο τεύχος του φάνζιν μου «εμβοές» του 2015, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Καλή ανάγνωση και ακρόαση ως τον άλλο μήνα!