Εικοστή Τέταρτη Τανίνη

Peter Brötzmann, Yeast Culture, Ian Thompson

Όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε και μαθαίνουμε για την υπόγεια γαλλική σκηνή των 70s και για ήχους από κενές κασέτες. Του Νικόλα Μαλεβίτση.

Καλή χρονιά!

Την οποία και θα ξεκινήσω με έναν από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους. Το ‘Schwarzwaldfahrt’ (Ταξίδι στον Μέλανα Δρυμό) των Peter Brötzmann και Han Bennink που κυκλοφόρησε στα τέλη των 70s από την γερμανική FMP (FMP 0440). Eπανεκδόθηκε στα 00s με έξτρα υλικό σε διπλό CD από την αμερικάνικη Atavistic και πριν από μια τριετία πάλι ως CD, ένθετο βιβλίου με φωτογραφικό υλικό από αυτή την εκδρομή, από την αυστριακή Trost.

Για τρεις ημέρες τον Ιούνιο του 1977 οι Brötzmann και Bennink κατασκήνωσαν στον Μέλανα Δρυμό και χρησιμοποιώντας συμβατικά και μη όργανα άρχισαν να ηχογραφούν διάφορους αυτοσxεδιασμούς τους. Η επιλογή των ηχογραφήσεων που θεώρησαν αντιπροσωπευτικότερες κυκλοφόρησε λίγο καιρό αργότερα. Η φύση είναι η σκηνή και στους αυτοσχεδιασμούς τους μοιάζει σαν να παίρνει μέρος και το ίδιο το περιβάλλον.

Γυρνώντας κατά καιρούς σ’ αυτήν την ηχογράφηση έχω πάντα την ίδια αίσθηση όπως τότε που άκουσα τον δίσκο για πρώτη φορά στις αρχές 90s , έκπληξη και καύλα. Γιατί είναι από εκείνους τους δίσκους που ο χρόνος δρα ευεργετικά επάνω τους και δεν χάνουν το χρώμα και την ποιότητά τους. Ηχογράφηση η οποία πλέον κατατάσσεται σε διάφορα είδη (jazz, free jazz, field recordings, αυτοσχεδιασμό) αλλά που ακόμα στο μυαλό μου ακούγεται ανένταχτη και τελείως ελευθεριακή...

Το όνομα Yeast Culture (ίσως και Petri Suppli) σε πολύ κόσμο ίσως δεν θυμίζει πολλά σήμερα. Σε άτομα που ασχολούνται από παλιά με την πειραματική σκηνή θα θυμίζει μια μικρή αμερικάνικη κολλεκτίβα αποτελούμενη από διάφορους καλλιτέχνες όπως ο Abo. Στα τέλη 80s/αρχές 90s κυκλοφόρησαν μια σειρά κασετών, δίσκων, συλλογών με χειροποίητα εξώφυλλα, κανονικές κατασκευές κάποιες φορές, και φανταστική πειραματική μουσική, άλλοτε φλερτάροντας με τον θόρυβο, κάποτε όχι, αλλά περισσότερο με περίεργους πειραματισμούς με κασέτες, φτηνά ηλεκτρονικά, κ.τ.λ.

Την προηγούμενη δεκαετία είχαμε την τύχη να δούμε κάποιες σποραδικές κυκλοφορίες τόσο της εταιρείας, όταν στις αρχές προς μέσα της είδαν το φως κόπιες της απίστευτης συλλογής ‘Paper & Plastic’ που, ενώ επρόκειτο να κυκλοφορήσει στα 90s, έμεινε σε ένα ράφι για να δει το φως ως διπλό CD σε διάφορες εκδόσεις μεταξύ 2008-2011.

Ο Abo και η υπόλοιπη παρέα του μας χάρισε ξαφνικά κάποιες κυκλοφορίες ως Υeast Culture που επεξεργαζόταν υλικό ηχογραφημένο στα 90s μαζί με νεότερες ηχογραφήσεις και πρόσφατα η δική μας Coherent States μας έστειλε κυκλοφορώντας το απίθανο ‘Graft’ σε κασσέτα!

Τέσσερα κομμάτια lo-fi θορυβοπειραματισμού μιξάροντας απίστευτους ήχους αλλά και υλικό που βρήκαν στο αρχείο τους από τα 90s στο οποίο βρίσκουμε ήχους του Rudolf Eb.Er *1 [που είναι γνωστός και ως Runzelstirn & Gurgelstock, μέλος της ελβετικής ομάδας Schimpfluch] και του Ben Gilbert, το όνομα του οποίου ίσως να μη θυμίζει σε αρκετό κόσμο τίποτα σήμερα, αλλά στα μέσα των 90s έφτιαξε την εταιρεία Zarbriskie Point η οποία στη βραχεία διάρκεια της ζωής της μας χάρισε κυκλοφορίες των Hands To, G*Park, M.B. (επανέκδοση του καταπληκτικού Aktivitat σε δίσκο), διάφορων φρη τζαζ και αυτοσχεδιαστικών γκρουπ όπως των Paul Flaherty/Randal Colbourne και μας χάρισε το ανεπανάληπτο harsh noise άλμπουμ ‘As Loud As Possible’ των Ιαπώνων Incapacitants το οποίο επανακυκλοφόρησε από την γερμανική Total Black πριν λίγα χρόνια και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Μακρηγόρησα, αλλά είναι κάτι που το κάνω όταν αναφέρομαι σε αυτή την αγαπημένη εποχή.

Για να επανέλθω όμως στην κασέτα λέγοντας ότι εάν κάποιος θέλει να έχει μια ιδέα πως είναι (και όχι πως ήταν) ο lo-fi θορυβοπειραματισμός, τότε δεν έχει παρά να εντρυφήσει σε αυτήν. Θα του παράσχει άφθονες ώρες ακρόασης και καύλας!

Το ‘Precedes’ των Αndy M. Jarvis και Diumal Burdens το πρόσεξα χάρη στον Θανάση του Electric Knife, όταν μιλούσαμε πριν λίγο καιρό για τις τελευταίες κυκλοφορίες της Krim Kram.

Χρησιμοποιώντας ως υλικό ήχους από κενές κασέτες τους οποίους επεξεργάστηκαν δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που φλερτάρει με ακραίους ηλεκτροακουστικούς ήχους, lo-fi πειραματισμούς και θόρυβο που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία είτε ως φύσημα είτε λόγω της επεξεργασίας. Αποτέλεσμα που μου άρεσε πολύ και έπιασα τον εαυτό μου να το ακούει συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό.

Ο Θανάσης μου ανέφερε επίσης ότι εν μέρει μπορεί να δει κανείς πίσω από την ιδέα αυτής της κυκλοφορίας τις συλλογές Blank Tapes της αγγλικής Steep Gloss, οι οποίες είναι βασισμένες ακριβώς στην ίδια ιδέα δηλαδή ήχους χρησιμοποιώντας ως ύλη ήχους από άδειες/άγραφες κασέτες που στη συνέχεια γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας από διάφορους καλλιτέχνες. Μπορείτε να τις βρείτε και να τις ακούσετε ή κατεβάσετε κι αυτές (1, 2, 3, 4), και οι τέσσερις είναι καταπληκτικές σε αυτό το ηχητικό παιχνίδι και θα προσφέρουν απολαυστικές ακροάσεις ηχητικής ψυχοθεραπείας.

Όσοι ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους πειράματα και ηχογραφήσεις από κόσμο που προέρχεται από μη ακαδημαϊκό περιβάλλον και περισσότερο από το θορυβοκύκλωμα θα πρότεινα να ψάξουν και το ‘Blank Tapes’ των Reyons στην γερμανική Trente Oiseaux, εταιρεία του Bernhard (Bernd) Guenter η οποία περισσότερο συνδέθηκε με την τάση της lowercase πειραματικής μουσικής στα 90s. Το ‘Blank Tapes’ όμως παραμένει ένα σημείο αναφοράς στις κυκλοφορίες της, καθώς ως πρώτη ύλη χρησιμοποιούνται ήχοι από κενές κασέτες για να δημιουργήσουν το σχεδόν ωριαίο σύμπαν που μας χάρισαν με εκείνη την κυκλοφορία.

Για να κλείσω αυτή την πρωτοχρονιάτικη Τανίνη με ένα βιβλίο, το ‘Synths, Sax & Situationists’ του Αυστραλού Ian Thompson.

Μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το βιβλίο πραγματεύεται ένα μέρος του γαλλικού underground της περιόδου 1968-1978. Αυτό που με τράβηξε σε αυτό δεν είναι, όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, ότι πάει να λειτουργήσει ως π.χ. εγκυκλοπαίδεια, αλλά βλέπει με μια σημερινή και καθαρά προσγειωμένη ματιά μια συγκεκριμένη δεκαετία και συγκεκριμένα είδη και γκρουπ.

Θα έλεγε κανείς ότι έχει να κάνει περισσότερο με γκρουπ που συναντιούνται στη θρυλική λίστα αναφοράς του Steven Stapleton (ΝWW) που βρισκόταν με μικρές διαφορές στους δύο πρώτους δίσκους των Nurse With Wound (‘Chance Meeting On A Dissectring Table With An Umbrella And A Sewing Machine’ και ‘To The Quiet Men From A Tiny Girl’). Εξάλλου το αναφέρει και ο συγγραφέας ότι δεν έβγαλε αυτό το βιβλίο με αυτόν τον σκοπό, εξ ου και δεν θα βρει κανείς αναφορές στη γαλλική φολκ ή φολκ ροκ σκηνή και π.χ. στην Catherine Ribeiro και τους Alpes, ή τη Brigitte Fontaine, την Collette Magny (που εκτός από chancon τη συναντούμε και σε τρομερά free jazz σκηνικά στα τέλη των 60s), στα οξιτανικά φολκ (π.χ. Riga Raga), κ.o.κ

Υπάρχει βέβαια στο τέλος του βιβλίου μια βιβλιογραφική αναφορά σε εγκυκλοπαίδειες και βιβλία που εντρύφησε εκτός από τις συνεντεύξεις που έχει στο βιβλίο, οπότε μπορεί κανείς να ψάξει να βρει πληροφορίες.

Εξάλλου πρόσφατα οι Θούληδες (Alan & Steven Freemann, οι οποίοι έτρεχαν το θρυλικό δισκάδικο Ultima Thule στο Leicester της Αγγλίας) έβγαλαν το ‘The Twilight of the Alchemists’, εγκυκλοπαίδεια της γαλλικής σκηνής. Προσωπικά ακόμα έχω το ‘La Discographie Du Rock Francais’ των Francis Grosse & Bernard Gueffier που είχε βγάλει η γαλλική Musea αλλά αρκετά με τις παράπλευρες αναφορές στο διά ταύτα.

Το βιβλίο ώρες ώρες μου έδινε την αίσθηση διατριβής ή διδακτορικού με την… καλή έννοια. Ξεκινάει με το Μάη του ‘68 ως βάση κάνοντας μια αναφορά στη γαλλική σκηνή και κοινωνία πριν από αυτόν, στο chancon και πώς ξεκινάει το γαλλικό ροκ ν ρολ (Johnny Hallyday, Serge Gainsbourg, κ.ά.) και πώς ξαφνικά γίνεται αυτή η εξέγερση τον Μάη του ‘68 και διάφοροι νέοι βλέπουν ξαφνικά να ανοίγεται ένας ολόκληρος νέος κόσμος μπροστά τους και αρχίζουν να τζαμάρουν να κάνουν γκρουπ και η μια φάση να φέρνει την άλλη. Μουσικοί όπως ο Gilbert Artman (Lard Free, Urban Sax) πώς μπλέκουν με άτομα που τότε ξεκινούν. Τα διάφορα προβλήματα με το στήσιμο φεστιβάλ, κυνηγητό από την αστυνομία για συγκεντρώσεις νεολαίας στο Παρίσι για λίγα χρόνια ακόμα έπειτα από τον Μάη. Τις πρωτοεμφανιζόμενες εταιρείες όπως η Byg σε συνεργασία με το περιοδικό Actuel. Αλλά και την επιρροή των Soft Machine και των Frank Zappa, Captain Beefheart στη σκηνή αυτή. Ιδίως του Zappa. Χωρισμένο σε διάφορες κατηγορίες π.χ. ηλεκτρονική μουσική, κ.τ.λ. θα βρούμε αναφορές στους Gong και στο κοινόβιό τους και πώς το πρόβλημα με τη βίζα του Daevid Allen δημιούργησε αυτό τον κύκλο που εξελίχθηκε με την πάροδο των επόμενων δεκαετιών. Γκρουπ πιο εγκεφαλικά όπως οι Moving Gelatine Plates, ή ο Richard Pinhas (Heldon), οι Magma και η ιδιαίτερη γλώσσα που δημιούργησε ο ιδρυτής τους Christian Vander και η επιρροή από τη τζαζ και δη τον Coltrane στον ήχο τους, κ.ά.

Επίσης αξιοσημείωτοι οι πρόλογοι από τον Jean Jacques Birge των Un Dramme Musical Instantanee (ένα από τα πιο αγαπημένα μου γκρουπ όλων των εποχών) και ιδρυτή της GRRR Records όπου έβγαλαν τους πρώτους τους δίσκους. Ο Birge συνεχίζει να αρθρογραφεί για τρομερά θέματα στη σελίδα του στο instangram και στο Facebook, π.χ. αναφέρει το πρώτο του ταξίδι στην Αμερική στα 70s και το σοκ που έπαθε βλέποντας Zappa και την επιρροή που είχε επάνω του (πρόσφατα έκανε ξανά αυτή την αναφορά με αφορμή το ‘200 motels, τον διπλό δίσκο του Ζάππα και την ταινία του Sam Fuller 'Tote Taube in der Beethovenstrasse’ και από τον Steven Stapleton (NWW).

Μου άρεσε πολύ ότι ναι μεν καλύπτει μια δεκαετία μόνο, αλλά γίνονται απλά αναφορές σε κάθε γκρουπ για τη μετέπειτα πορεία του, όπως και για τον δρόμο που τράβηξε καθένα από τα μέλη του.

Βιβλίο που προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία σκηνών, μουσικών, γκρουπ αλλά και τα αληθινά προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε χώρα και σκηνή, απεκδυμένα από θρύλους, μύθους και λοιπές παιδικές αρρώστιες. Χορταστικό και απολαυστικό δίνοντας και την ευκαιρία επαναξιολόγησης αγαπημένων δίσκων.