Η κατάρριψη «προσωπικών» μύθων, Νο 1 : πειραματική μουσική!

PixiesΘυμάμαι πριν από αρκετά χρόνια τις αντιδράσεις μου (εσωτερικές βέβαια) κάθε φορά που άκουγα να γίνεται λόγος για πράγματα όπως η πειραματική μουσική, ο avant-garde ήχος και γενικότερα για της θεωρούμενες ως προχωρημένες μορφές της σύγχρονης ποπ μουσικής (το έχω ξαναπεί ότι θεωρώ τα πάντα από το ακραίο death metal ως τους Modern Talking «απλή ποπ μουσική»;). Κάτι σαν δέος θυμάμαι. Μια ζήλεια, κρυφό θαυμασμό, ίσως και φθόνο για όλους αυτούς που μπορούσαν και άκουγαν αυτά τα πράγματα, την ώρα που οι Pixies και στην καλύτερη περίπτωση τα project των μελών των Bad Seeds συνέθεταν την elite των δικών μου ακουσμάτων. Άλλα πάλι δεν ένιωθα και καμιά τεράστια επιθυμία για... επαφή με αυτά τα «άλλα» πράγματα. Μου άρεσε να ξέρω ότι υπάρχει ο Eno για παράδειγμα, που πέραν της ποπ πλευράς του έχει και μία «σοβαρή» ή ομοίως γκρουπ όπως οι Can και οι Neu!, μου αρκούσαν όμως οι Pere Ubu, που στο κάτω κάτω το είχα διαβάσει κάπου ξεκάθαρα: παίζουν avant-garde rock!

Τέλος πάντων, τα χρόνια πέρασαν και απέκτησα κι εγώ τη σοφιστικέ διάσταση της μουσικόφιλης προσωπικότητάς μου. Και kraut rock άκουσα, και τους Tortoise με την όλη φάση τους 'ψυλλιάστηκα' από την αρχή, και χαμένα στο χρόνο δυσνόητα και δύστροπα έργα έψαξα και βρήκα (μόνο κάτι κόλπα του στυλ Ξενάκης και Stockhausen ομολογώ ότι δεν άγγιξα ποτέ, κάτι δείγματα που τσέκαρα με ξενέρωσαν ανεπανόρθωτα...). Φυσικά έκανα και τη βουτιά μου στη jazz, όχι βέβαια σε cool χαριτωμενιές., εννοείται αυτό... Coleman, Archie Sepp και λοιπά 'καταστρεπτικά' για τον εγκέφαλο (κατά τα λεγόμενα άλλων πάντα) κατασκευάσματα. Για ένα διάστημα η διάσταση του μυστηρίου μετατράπηκε σχεδόν σε απόλαυση. Όλα τα παραπάνω -συν δεκάδες άλλα, που ανώφελο είναι να τα αναφέρω τώρα- έμαθα και να τα ακούω και να τα κατανοώ. Μόλις όμως κατάφερα να σπάσω τους κώδικες σχεδόν -και πάλι- χάθηκε η μαγεία. Πλέον για να με συγκινήσει ο επόμενος δίσκος των Tortoise, οφείλει να συσσωρεύει την καλλιτεχνική αξία και των τριών πρώτων μαζί, ίσως να χρειαστεί να την ξεπεράσει και λίγο. Μια σειρά δίσκοι από σχήματα όπως οι Godspeed You Black Emperor, Rachel's, Philosophers Stone, Pram, Sigur Ros (αυτοί με το παραπάνω!), Koehn, Brokeback κ.λ.π. ενώ όχι και τόσο παλιά θα με συγκλόνιζαν, σήμερα τους χαρακτηρίζω από αδιάφορους έως επικινδύνως progressive-ίζοντες και εν γένει βλαπτικούς!

Διαπίστωσα και κάτι άλλο. Κάτι το αυτονόητο, που όμως προηγουμένως δεν μπορούσα καν να διανοηθώ ότι λειτουργεί ως εξής. Το γεγονός ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει 'δύσκολη' μουσική. Όσο δύσκολο είναι στο μέσο οπαδό απλοϊκών electro-pop σχημάτων να επιβιώσει στην ανυπαρξία του κόσμου των Pole και στους αθώους εφιάλτες των Pram, άλλο τόσο και ο intellectualle ακροατής του Roy Montgomery αδυνατεί να καταλάβει την ανυπολόγιστη αξία που κρύβει κάθε χαζό ρεφραίν που επαναλαμβάνεται άπειρες φορές, μέχρι να μας γίνει συνήθεια. Το ίδιο εύκολα όμως ο καθένας μπορεί να βρει τους κωδικούς του αντιπάλου και να αλλάξουν και οι δύο στρατόπεδα, χωρίς καν να το καταλάβουν. Ακούμε αυτό που μπορούμε να ακούσουμε, το οποίο ασφαλώς και έχει μεγάλη σχέση με ότι ήδη έχουμε ακούσει. Από εκεί και πέρα το τι μας αρέσει και τι μας απωθεί, ελάχιστα μας ενδιαφέρει εδώ. Ίσως λίγο περισσότερο να μας ενδιαφέρει το γιατί μας αρέσει κάτι, πάλι όμως καταλήγουμε σε σκέψεις που πλησιάζουν την αφετηρία του παραπάνω συλλογισμού.


EchoboyΑναφέρω ως παράδειγμα τον Richard Warren, ο οποίος κάτω από το όνομα Echoboy κυκλοφόρησε το 2000 για λογαριασμό της Mute Records δύο από τους καλύτερους ίσως δίσκους του έτους. Κρίθηκε μάλιστα ιδιαίτερα επιλεκτικός και προσεχτικός αναφορικά με τις επιρροές του, οι οποίες ξεκινούν από τη Γερμανική ηχητική πρωτοπορία των late 70s/ early 80s και φτάνουν στην δύσκαμπτη σύγχρονη electronica. Ο Warren επιπλέον απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως αντιγραφέας των δασκάλων του, αλλά καταλήγει σε υλικό με έντονη την προσωπική του σφραγίδα. Δε σας κάνει εντύπωση όμως το πως καταφέρνει κάτι τέτοιο, ενώ στην ουσία όλα αυτά τα πράγματα (τα «πρωτοποριακά» και «πειραματικά») τα βιώνει για όχι περισσότερο από δύο-τρία χρόνια. Πριν από αυτά βρετανική ποπ και ροκ και πανκ του χειρίστου (ή του πιο απλοικού αν προτιμάτε) είδους άκουγε ο νεαρός, που τώρα και αυτός με τη σειρά του συγκαταλέγεται στην «προχωρημένη» πλευρά της μουσικής σκηνής. Δηλαδή εγώ που τα ακούω αυτά λίγο καιρό παραπάνω, που να πάω να καταταχτώ; Και καλά κάνει ο Echoboy βέβαια, ίσα ίσα που εμένα με βολεύει η περίπτωση του και αποδεικνύει και τους ισχυρισμούς μου. Δεν ξεπερνάω όμως τόσο εύκολα το ότι ο τύπος έχει γερό background στην «απλή» μουσική. Όπως δεν ξεχνάω ποτέ και το πόσο ισχυρή είναι η ποπ πλευρά του Eno, συν τις ιστορίες που λέγονται για τους Can, ότι δηλαδή έβγαλαν όλα αυτά τα (ομολογουμένως απίστευτα, όσο και ριζοσπαστικά) πράγματα, γιατί πολύ απλά ήταν ανίκανοι να παίξουν με αξιώσεις ικανοποιητικές διασκευές σε Stones και Beatles. Πολύ περισσότερο δε με κεντρίζει το ότι το κατά πολλούς (περιττό να πω ότι είμαι κι εγώ μέσα) μοναδικό κατά κυριολεξίαν πρωτοποριακό σχήμα στη ιστορία της μουσικής του 20ου αιώνα, οι Kraftwerk, υπήρξε παράλληλα και αυτό που μας χάρισε απολύτως άψογα και απλά ποπ τραγούδια (και ποπ χιτάκια... για να μην ξεχνιόμαστε!).


Όλα αυτά τα παραδείγματα λοιπόν -και τα δεκάδες άλλα που αν θέλετε σας έχω έτοιμα- με καθησυχάζουν και μου λένε ότι μια χαρά ήταν ο δρόμος που κι εγώ ακολούθησα και να μην το μετανιώνω καθόλου. Τελικά μάλλον όσοι γνωρίζουν καλά τη μουσική στις αρχέγονες και απλές μορφές της, όχι μπορούν, αλλά δικαιούνται να πάνε παρακάτω, να περάσουν σε μουσικούς σχηματισμούς πολυπλοκότερους και με περισσότερες απαιτήσεις. Αρκεί να μην ταυτίσουν την πολυπλοκότητα με τη δυσκολία, την απαιτητικότητα του ήχου απέναντι στον ακροατή να μην την αναγάγουν απαραίτητα σε προσόν αυτού! Για αυτό και δε με πείθουν όλοι αυτοί που παρουσιάζονται ως θιασώτες αποκλειστικά «δύσκολων ήχων». Για αυτό με εκνευρίζουν αυτοί που όταν τους ρωτάς τι ακούνε σου απαντάνε με λέξεις όπως «experimental», «minimal», «abstract» και τα ρέστα, θεωρώντας παράλληλη ανόητη και αφελή την pop, ξεπερασμένο το ροκ, ανούσιο το πανκ κ.ο.κ.

Γιατί τελικά αν ακούς αποκλειστικά minimal πράγματα θα ερωτεύεσαι και σε minimal ρυθμούς και διαστάσεις. Και όταν μια μουσική πλησιάζει να γίνεται ανέραστη, μάλλον θα πρέπει να ανησυχούν για αυτό περισσότερο οι ακροατές της, παρά ο δημιουργός της! Εδώ όμως ξεκινάει ένα άλλο θέμα το οποίο και θα λύσουμε σε μια επόμενη «απομυθοποίηση». Προς το παρόν σας καλώ να ακούσετε το σύνολο -αν έχετε το κουράγιο- των δίσκων του James Plotkin, από την Kranky Records φυσικά, και αφού βιώσετε την αβάσταχτη ομοιομορφία τους, την έλλειψη θάρρους που χαρακτηρίζει τον δημιουργό τους να πάει λίγο παραπέρα από τα «χωράφια» του, αλλά και την αμφισβητούμενη λειτουργικότητά τους να μου πείτε αν διακρίνετε εκεί μέσα κάτι που να θυμίζει «πειραματισμό», ή αν περισσότερο σας κάνει σε... εφησυχασμό. Ποια η διαφορά δηλαδή με τους Ramones που για εικοσιπέντε χρόνια έπαιζαν το ίδιο ακριβώς πράγμα; Και ήτανε και minimal αφού μόνο δύο ακόρντα γνώριζαν! Ή κάπως έτσι τέλος πάντων.