Κάτι καλό να ακούσω;

Απρίλιος 2026

Νέες εμφανίσεις, νέες (επαν)εμφανίσεις και συναντήσεις με παλιούς αγαπημένους

Χάρης Συμβουλίδης

Riccardo Cocciante - Ho Vent' Anni Con Te (BOVENTOON/Sony Music, 2026)

Χρόνια χελιδόνια πού πετάξατε, πότε ήταν που ο Riccardo Cocciante έμπαινε σε σχολικές TDK (πλάι συνήθως στον μακαρίτη, πια, Nilda Fernández) ως νικητής του Σαν Ρέμο με το "Se Stiamo Insieme", πότε τα πάτησε τα 80; Θα την πω την αμαρτία μου, βέβαια –φαν δεν έγινα ποτέ. Αλλά, όπως κάθε καλλιτέχνης που κατάφερε και ξεπέρασε τον μισό αιώνα καριέρας, έτσι και ο Ιταλογάλλος τραγουδοποιός από τη Σαϊγκόν σε υποχρέωνε συχνά ν' ασχοληθείς με τα πονήματα και τα κατορθώματά του.

Ακόμα και με αυτά τα δεδομένα, πάντως, το 'Ho Vent' Anni Con Te' εκπλήσσει. Όχι μόνο επειδή σπάει μια δισκογραφική σιωπή 20 ετών, αλλά γιατί βρίσκει τον Cocciante στα πιο μεστά του, να έχει παλιώσει (όπως λέμε) σαν καλό κρασί. Κι αν τα τραγούδια προκύπτουν προσεκτικά ανθολογημένα από όσα έγραφε εδώ και κάμποσο καιρό, οι ερμηνείες εντυπωσιάζουν γιατί είναι τωρινές, λυρικώς φλογερές και ευέλικτες, παρά τα αναπόφευκτα ίχνη του πανδαμάτορα χρόνου στις χορδές της φωνής.

Αυτές οι ερμηνείες, λοιπόν, σηκώνουν ψηλά έναν λιτό μα αρκετά καλοφτιαγμένο και συνεκτικό δίσκο, ο οποίος γιορτάζει την αγάπη, μια σχέση ζωής με το μουσικό γίγνεσθαι, αλλά κι έναν γαλήνιο, γλυκόπικρο συμβιβασμό με όσα μπορεί να κουβαλούν 8 δεκαετίες ζωής. Πολλά παραπάνω δεν χρειάζονται, φίλοι μου.

 

Απόστολος Βαρνάς

The Notwist – News from Planet Zombie (Morr Music, 2026)

Αγαπημένοι του MiC από τα ξεκινήματά του, επανέρχονται με ουσία μετά από πεντάχρονη απουσία. Ηχογραφημένο μέσα σε μία βδομάδα του Αυγούστου στο Kulturzentrum Import Export του Μονάχου με όλους τους μουσικούς και τους εκάστοτε καλεσμένους παρόντες, στοιχείο που λειτούργησε απόλυτα ευεργετικά και που γίνεται αντιληπτό από την πρώτη ακρόαση.

Πιο κιθαριστικό, σταθερά μελαγχολικό, χωρίς κοιλιές και με τις απαραίτητες κυματοειδείς διακυμάνσεις, τα 11 τραγούδια (συμπεριλαμβσνομένων 2 διασκευών στα “Red Sun” του Neil Young και “How The Story Ends” των Folkband Lovers) είναι ο ορισμός του setlist μιας συναυλίας στην οποία θα ήθελες να κοινωνήσεις με τα high και low, τα covers και τα λοιπά ντεσού. Speed and Sensitivity.

Οι Notwist κρατάνε εν έτει 2026 την όποια -και ότι και αν σημαίνει- σημαία του indie όσο ψηλά μπορούνε με τον σωστό τρόπο, πέρα από λέξεις που αρχίζουν από h.

Δυσκολεύτηκα αυτή την φορά πάρα πολύ να επιλέξω κάποιο τραγούδι για το συνοδευτικό mixtape, για τον απλό λόγο ότι η λίστα των υποψηφίων ήταν μακριά και ανταγωνιστική. Κατέληξα στο “Who we used to be?” για την μοναδική απλότητα και τρυφερότητά του.

 

Μάνος Μπούρας

Head OnPunkenthelechy (Ανεξάρτητη Κυκλοφορία, 2026)

Θυμάμαι παλιότερα στις περισσότερες συνεντεύξεις των μελών από τα ελληνικά ροκ συγκροτήματα να αναφέρεται πως ένας από τους βασικότερους λόγους που τα εγχώρια σχήματα δεν μπορούν να κάνουν καριέρα στο εξωτερικό είναι η υποχρεωτική θητεία στο στρατό αλλά και οι σπουδές που ακολουθούν τα μέλη και τα εμποδίζουν να επικεντρώσουν την προσοχή τους στο συγκεκριμένο ζήτημα. Έκτοτε έχει λυθεί ίσως αυτό (απλά δε γίνεται πια κουβέντα περί υποχρεωτικής διεθνούς καριέρας, παραδόξως κάποιοι την κάνουν την καριέρα αυτή και μάλιστα κάποτε χωρίς να το κάνουν και θέμα), και το αναφέρω εδώ επειδή κάπως έχει σχέση με την πορεία των Head On και το γεγονός ότι έκαναν επτά χρόνια να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ. Τους είχαμε γνωρίσει το 2018 με το εξαιρετικό άλμπουμ τους ‘Ubik’ (που μάλιστα είχε κυκλοφορήσει και σε φυσική μορφή) και νά'τοι τώρα με αυτήν εδώ τη δεύτερή τους προσπάθεια που μπορεί κανείς να ακούσει στο bandcamp.

H μουσική λογική τους παραμένει η ίδια, κοφτερό ροκ με πανκ καταβολές (αν βάλετε και το ποστ μπροστά δεν θα πάθει κανείς τίποτα, έχει γίνει και κάπως μόδα εσχάτως, όχι ότι δεν ταιριάζει βέβαια), ωραίες συνθέσεις σε έναν χώρο που δεν είναι ότι έχουν μείνει πολλές γωνιές του ανεξερεύνητες, ψυχωμένα παιξίματα και φωνητική ερμηνεία, και συνολικά ένα άλμπουμ με πολιτική συνείδηση και σύγχρονες ανησυχίες. Κι ανάμεσα στις εννέα αγγλόφωνες κατά βάση συνθέσεις του δίσκου, εξαιρείται μία με ελληνικό στίχο, γραμμένος κατά το ήμισυ (το έτερο από τον βοκαλίστα Χρήστο) κι ερμηνευμένος εξ ολοκλήρου από τον Θάνο Κόη των Lost Bodies.

Τέλος, δε θα μπορούσαμε να μην δώσουμε ψήφο εμπιστοσύνης σε σχήμα που έχει γράψει κομμάτια με τίτλους ‘Robert Christgau’ και ‘Greil Marcus’. Μπορεί να μη σας λέει τίποτα αυτό, εμένα προσωπικά όμως μου λέει πολλά.

 

Αντώνης Ξαγάς

Michel Houellebecq & Frédéric Lo - Souvenez-vous de l'hommeodulor, 2026)

«Αυτός ο δίσκος αφηγείται, πάνω απ’ όλα, την ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη δυτική Ευρώπη, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Πλάσμα μοναχικό κατά βάθος, ωστόσο αραιά και που δημιουργούσε κάποιες ανθρώπινες σχέσεις. Βίωσε καιρούς χαλεπούς και ανήσυχους…» Μια παραλλαγή της εισαγωγής από τα διαβόητα «Στοιχειώδη σωματίδια», η οποία ουσιαστικά προοικονομεί όλη την μετέπειτα πορεία του Μισέλ Ουελμπέκ, που θα φτάσει να του επικολλήσει επίθετα όπως «αμφιλεγόμενος» (λες και υπάρχει δημιουργός που έχει κάτι να πει και δεν οφείλει να είναι ‘αμφιλεγόμενος’), ‘δυστοπικός’ (όχι όμως με την ασφαλή τρόπο μετάθεσης σε ένα απώτερο/τατο μέλλον εξού και δυσ-άρεστος), ‘ανατόμος’ του ‘δυτικού’ ανθρώπου (όχι όμως με τον αυτάρεσκο ‘ανώτερο’ τρόπο της ηθικής αυτομαστίγωσης αλλά ακριβώς με την αποκάλυψη της κενότητας και της μοναξιάς πίσω από αυτήν) και φυσικά ‘μισάνθρωπος’ (με όλα τα υποπαράγωγα του μισο-) ακόμη και ‘φασίστας’ (το εύκολο ‘αμπαλάζ’ της εποχής). Αναγεννησιακή προσωπικότητα με πολλαπλά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα πέραν της λογοτεχνίας, έντονες τάσεις δημόσιας παρέμβασης (και τα απαραίτητα σκανδαλάκια με σεξουαλική εσάνς (Γάλλος γαρ…), εν προκειμένω επεκτείνει το πεδίο της πάλης και στην μουσική, το έχει ξανακάνει άλλωστε στο παρελθόν (2000 ήταν) με την αρωγή του Bertrand Burgalat, εδώ αφήνεται στα χέρια του τραγουδοποιού και εταιριάρχη Frédéric Lo, τα πιάνα και τα σύνθια του οποίου στρώνουν ένα ηχητικό χαλί, όχι ιδιαίτερης πρωτοτυπίας ομολογουμένως που ωστόσο λειτουργούν στον ρόλο της ανάδειξης του ποιητικού λόγου. Κι αν ακόμη κάποιος δεν έχει στον τοίχο κορνίζα με Σορμπόν ή πιάνει μόνο ξέφτια εννοιών από τα λίγα γαλλικά που έμαθε στο σχολείο και δεν μπορεί να βυθιστεί στο… δυστοπικό (να το πάλι!) σύμπαν του Ουελμπέκ, μπορεί να αφεθεί στον ρυθμό του λόγου, στην εκφορά, στην ηχώ της γλώσσας (αυτά τα γαλλικά…. κάπως έτσι δεν αγαπήσαμε και τον Serge; Ή θα θυμηθώ συνειρμικά εκείνο τον δίσκο του Andy Moor με τον Anne-James Chaton να διαβάζει… καταλόγους αναχωρήσεων τραίνων).

Η κόλαση είναι οι (Γ)άλλοι… Γάλλος (δεν) το είχε πει κι αυτό;

 

Kώστας Καρδερίνης

Trichromi/The Boy - Βγαίνουν μέσα απ’ τη Μάργκο O.S.T. (Inner Ear, 2026)

Η δεσποινίς τρίχρωμη (trichromi) συνομιλεί δημιουργικά, πλάτη με πλάτη, με τον Αλέξανδρο The Boy Βούλγαρη για το σάουντρακ της ομότιτλης ταινίας, η οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως: μια τρυφερή ταινία τρόμου, ένα θρυμματισμένο μελόδραμα, ένα μιούζικαλ για τα διαμερίσματα του κέντρου της Αθήνας. Σινεμά σαν ζωή, ταινία σαν ζωή, γυρισμένη σε φιλμ. Απαρτμάν θέατρο ζωής προσωπικών αδιεξόδων και ενηλικίωσης. Οι μελαγχολικές ατμόσφαιρες που υλοποίησε The Boy λειτουργούν και αποδίδουν. Μάλλον η πιο ώριμη δουλειά του μετά την Γουινόνα.

Οι μουσικές των δύο [μία κι ένας] στέκουν και αυτόνομες. Εξού και τα δυο LP σε ένα σετ. Οι μεν της τρίχρωμης πιο νωχελείς, στο μουντό ύφος της Μάργκο, οι δε του Boy πιο φαντεζί ωσάν ηχητικά ντοκουμέντα, διαστημικά πολεοδομήματα. Οι στίχοι πάντως, λόγια ιπτάμενα, στοιχειώνουν τις εικόνες και στοιχειοθετούν ενίοτε το πλαίσιο αυτοαναφοράς. Το παιχνίδι και η χορογραφική διάθεση συμβαίνουν και συμβάλλουν και μερικώς υποβάλλουν. Το ζουν το ζην και το ζούμε. Ή με τα λόγια της Μάργκο: κουρδίζεται το σώμα μου περισσότερο απ’ όσο αντέχω.

 

Παναγιώτης Αναστασόπουλος

Anna Calvi - Is This All There Is? (Domino Recording Co. Ltd, 2026)

Οκτώ χρόνια δεν τα λές και λίγα, αλλά να που η αντικονφορμίστρια Anna Calvi ζώθηκε ξανά την κιθάρα της, δίνοντας το πρώτο μέρος μιας τριλογίας μέσα από ένα ακόμα συνεργατικό (ξαφνιάστηκε κανείς;) four track EP. Εντάξει, μετά από Peaky Blinders, Jeff Goldblum, ΕΡ "Hunted" και μητρότητα, όποιος περίμενε ένα νέο "Hunter" μάλλον δεν είχε δει τους οιωνούς. Αυτό όμως δε σημαίνει καθόλου ότι οι δύο πρωτότυπες συνθέσεις που ερμηνεύει με τον εν προκειμένω νοσταλγό του “The Passenger” Iggy Pop και τον Matt Berninger (The National), αλλά και οι δύο διασκευές συνθέσεων των Bonnie ‘Prince’ Billy και Kraftwerk, που μοιράζεται αντίστοιχα με τους Perfume Genius και Laurie Anderson δεν είναι καλές. Ακριβώς το αντίθετο, μάλιστα.

 

Νάνσυ Σταυρίδου

Haute & Freddy – Big Disgrace (Atlantic Records, 2026)

Προπασχαλινό Κάτι Καλό, με ένα άλμπουμ κυριολεκτικά βγαλμένο από τα ‘80s, που όσοι είστε fans θα χορέψετε και θα το χαρείτε!

Η γνωριμία μου με τους Haute & Freddy έγινε πέρυσι με το single ‘Shy Girl’, το οποίο αποθήκευσα αμέσως στη λίστα με τα αγαπημένα μου. Έναν χρόνο μετά, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για την κυκλοφορία του ντεμπούτο άλμπουμ τους, με 13 ξεσηκωτικά κομμάτια που σε βάζουν σε μια μηχανή του χρόνου και σε ταξιδεύουν πίσω στη δεκαετία του ’80 — και το εννοώ, καθώς μερικά κομμάτια δεν έχουν απλώς επιρροές• ο ήχος τους είναι τόσο αυθεντικός, που είναι σαν να παρακολουθείς το «Μουσικόραμα» και αμέσως μετά να παίζουν οι Duran Duran!

Για τους νεότερους, βέβαια, οι μουσικές αναφορές μπορεί να είναι διαφορετικές, όπως η Lady Gaga — ίσως και λόγω της αισθητικής τους και της επιλογής των customized κοστουμιών τους, που αντλούν επιρροές από το μπαρόκ του 18ου αιώνα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Michelle Buzz και ο Lance Shipp, όπως έχουν δηλώσει σε συνεντεύξεις τους, θέλησαν να ξεφύγουν από τη μέχρι τότε πορεία τους πίσω από τα φώτα — γράφοντας τραγούδια για άλλους καλλιτέχνες όπως η Katy Perry και η Britney Spears — δημιουργώντας δύο αντίθετες περσόνες που σατιρίζουν την ποπ κουλτούρα του «φαίνεσθαι». Το αξιοσημείωτο είναι ότι έγιναν viral και απέκτησαν το δικό τους community μέσα από την πλατφόρμα του TikTok, όπου η εικόνα παίζει τεράστιο ρόλο, δημιουργώντας διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας. Και αυτό ακριβώς στηλιτεύουν, με μια δόση ειρωνείας, στους στίχους τους.

Όπως και να ’χει, μικροί και μεγάλοι θα περάσετε καλά ακούγοντάς τους!

 

Γιώργος Λεβέντης

Squeeze - Trixies (BMG, 2026)

Υποθέτω ότι όταν βάζουμε πιο κλασικά πράγματα εδώ, ο πήχης πρέπει να είναι πιο ψηλά από συνήθως και πως για να προτείνουμε παλιά κομμάτια χρειάζεται κάτι πέρα από το (σωστό) επιχείρημα πως "καινούρια μουσική είναι η μουσική που δεν έχουμε ακούσει ακόμη". Νιώθω, λοιπόν, ότι με το "Trixies" καλύπτομαι, αφού είναι όντως μουσική που κανείς δεν είχε ακούσει πριν εκτός από την ίδια την μπάντα.

Ο δίσκος περιέχει κομμάτια που οι Difford και Tilbrook έγραψαν όταν ήταν έφηβοι, αλλά δεν είχαν ηχογραφηθεί ξανά. Τα περισσότερα από αυτά δεν φτάνουν τις κορυφές του μετέπειτα έργου τους, αλλά έχουν το ακατέργαστο (ή μήπως όχι;) πάθος της νεότητας και προβλέπουν γενικά σωστά το μέλλον του γκρουπ. Όλες οι επιρροές κάποιων που ξεκίνησαν να ψάχνονται στα 70s μοιάζουν να είναι εδώ: απενοχοποιημένο pub-rock, μπαουι-κές αλλαγές συγχορδιών, αισιόδοξο glam και διάσπαρτα στοιχεία μιας χαμένης ροκ όπερας (με την καλή έννοια).

Κυκλοφορεί αριστερά και δεξιά ότι αυτός μπορεί να είναι και ο καλύτερός τους δίσκος. Δεν ξέρω και δεν θα το έλεγα. Είναι όσο καλός πρέπει πάντως για δίσκος που δεν είχε φανταστεί το μέλλον, αλλά ηχογραφείται όταν το έχει ζήσει. Και είναι όσο καλός πρέπει για να θυμίζει ότι τα καλύτερα βρετανικά γκρουπ πάντα μπορούν να στέκονται λίγο μακριά από το περιβάλλον ενώ ταυτόχρονα το αγκαλιάζουν. Αν εδώ πέφτει η αυλαία, πέφτει με καμάρι.

 

Μαριάννα Βασιλείου

The Twilight Sad - It’s The Long Goodbye (Rock Action Records, 2026)

Τα επτά χρόνια μετά το “It Won’t Be Like This All the Time” δεν ήταν εύκολα για τον James Graham. Με το που γίνεται πατέρας, η μητέρα του διαγιγνώκεται με άνοια, η κατάστασή της χειροτερεύει συνεχώς, η ψυχική του υγεία διαλύεται (σε σημείο που να ακυρωθεί η περιοδεία των Twilight Sad με τους Cure), η μητέρα του πεθαίνει. Αρκετά πράγματα για να κάνουν τον οποιονδήποτε και την οποιανδήποτε να καταρρεύσει πρώτα - και μετά να βγάλει έναν δίσκο για να εξορκίσει όλο αυτό τον πόνο. Πολλώ δε μάλλον ένα συγκρότημα (ντουέτο πια) που τις δυο τελευταίες δεκαετίες διερευνά επισταμένα κάθε έκφανση της ανθρώπινης δυστυχίας. Με την πολύτιμη βοήθεια και συμμετοχή του Robert Smith (του γνωστού), το “It’s The Long Goodbye” δεν αναμασά τον πόνο και τη θλίψη - τα διασχίζει και πάει προς τη μόνη δυνατή διέξοδο: προς το φως.

 

Τάσος Βαφειάδης

Afasia – We will die dreaming (Puzzlemusik, 2026)

Ο θεσμός των μουσικών σχολείων ξεκίνησε στην Ελλάδα το 1988 και αισίως σήμερα λειτουργούν περισσότερα από 50 σε όλη τη χώρα. Διαχρονικά υπάρχουν διάφορα προβλήματα σε αυτά, ωστόσο υπάρχουν μαθητές και μαθήτριες που δεν πτοούνται, συνεχίζουν τις σπουδές τους και λαμβάνουν απολυτήριο από τα μουσικά σχολεία.

Στο Μουσικό Σχολείο Αθηνών γεννήθηκε το συγκρότημα των Afasia, τα πέντε μέλη του οποίου, λίγο πριν γίνουν 18, μας παρουσίασαν την πρώτη ολοκληρωμένη τους δουλειά. Ένα μίγμα ροκ, τζαζ, παραδοσιακών ήχων, ελληνικών και ξένων στίχων, με εναλλαγές ρυθμών και τραγούδια χωρίς αυστηρούς κανόνες. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι κάπως έτσι θα ακούγονταν τα πρώτα ντέμο των Mars Volta.

Οι ίδιοι οι Afasia λένε «το “We Will die Dreaming” προέκυψε από το χαοτικό μυαλό του έφηβου που ονειρεύεται αλλά δυστυχώς και τρέμει την ενήλικη ζωή. Του έφηβου που δεν έχει λόγια…αλλά πρέπει να βρει».

Για άλλη μια φορά η μουσική αποτέλεσε κάτι μεταξύ σανίδα σωτηρίας και βαλβίδα εκτόνωσης.

 

Κώστας Μαζιώτης

RemadeHug the sun (Ανεξάρτητη Έκδοση, 2026)

To σχήμα από την Χαλκίδα ακολουθεί τον δικό του ρομαντικό δρόμο και στο νέο δεύτερο άλμπουμ του. Τα παιδιά γράφουν τη μουσική της καρδιάς τους με έντονες επιρροές από την ίντι ποπ ροκ κάπου στα 90s. Τους αγαπώ για τα όμορφα και τίμια φωνητικά τους αλλά και τις έξυπνες ιδέες στην ηλεκτρική κιθάρα. Σύμφωνα με δήλωση insider, "γράφουν μουσική για το καλό της ψυχής τους". Αμήν!

 

Βασίλης Παπαδόπουλος

The Notwist – News from Planet Zombie (Morr Music, 2026)

Τελικά η γκρίνια με τον «Λογαριασμό» μας έκανε καλό στην αρχή του χρόνου και οι καλές κυκλοφορίες συνεχίζονται αδιάκοπα. Όχι μόνο από νέα σχήματα, αλλά και από παλιούς αγαπημένους. Φαίνεται ότι η εποχή από τη δεκαετία του ‘90 μέχρι τώρα δεν παρουσιάζει κάποια σοβαρή διαφοροποίηση. Ο καιρός θα δείξει, πάντως οι The Notwist, έχουν μια φυσιολογική εξέλιξη από το grunge της δεκαετίας του ‘90 στην indie pop electronica που κυριαρχεί από τη δεκαετία του 2000. Στο “News from Planet Zombie” πιάνουν το νήμα από το “Neon Golden”, το δίσκο που σηματοδότησε την οριστική μεταστροφή τους στην ποπ, για να μας παραδώσουν μελωδίες, σαν αυτές που ο Θανάσης Παπαδόπουλος, στην κριτική του τότε, αναρωτιόταν πόσοι μπορούν να γράψουν για να μας γοητεύσουν. Ο δε Αντώνης Ξαγάς στο επόμενο άλμπουμ τους διαπίστωνε μια φυσική όμορφη συνέχεια, αλλά χωρίς τα τραγούδια που ξεχωρίζουν, όπως το “Pilot” ή το “Pick up the Phone”. Σήμερα επανέρχονται και αξιώνουν νέα τραγούδια τους να μπουν στην κασέτα που τους είχε φτιάξει ο Μπάμπης Αργυρίου, σαν το “Teeth”, το “Ηοw the story ends”, ή σαν αυτό που επιλέγουμε, το “Projectors”, γλυκές μελαγχολικές μελωδίες από απλές ποπ μπαλάντες με τα όλα τους.

 

Νικόλας Μαλεβίτσης

FleaHonora (Nonesuch, 2026)

Αν δεν ήταν η προτροπή του φίλου Δημοσθένη Μηλιάρα να ακούσω στο ντεμπούτο του Flea (μπασίστα των Red Hot Chili Peppers) θα είχε περάσει απαρατήρητος ένας πολύ ωραίος δίσκος.

Με φανταστικό line-up όπως ο Thom Yorke, o Jeff Parker, κ.ά. δημιουργεί ένα πανέμορφο τζαζ αμάλγαμα το οποίο αποτελείται τόσο από δικά του κομμάτια όσο και από διασκευές όπως το καταπληκτικό ‘Maggot Brain’ (των Funkadelic), οπότε έχεις έναν δίσκο ο οποίος όχι μόνο δείχνει την κάβλα ενός μουσικού για ένα αγαπημένο του είδος (την τζαζ εν προκειμένω) αλλά και ο τρόπος που διασκευάζει αγαπημένα του κομμάτια καβλώνει και τον ακροατή καθώς πιάνει τον εαυτό του να κοπανιέται, λέγοντας ότι εδώ ακούω π.χ. Funkadelic, εκεί ακούω ηλεκτρικό Miles, κοκ, χωρίς να σημαίνει ότι στερείται φρεσκάδας ή νέων ιδεών ο δίσκος στα υπόλοιπα κομμάτια του.

Αντιθέτως αυτό που πάντοτε με ξετρέλλαινε στη μουσική ήταν ακριβώς αυτό το αίσθημα ότι υπάρχει κάτι στον δίσκο που ακούς και σε παρακινεί όχι μόνο να τον ακούς μανιωδώς αλλά και να ψάχνεσαι με τις επιρροές των μουσικών που πάντα σε οδηγούν με τον τρόπο τους ένα βήμα παρακάτω, κάνοντας αυτόν τον δίσκο μοναδικό! Καλή ακρόαση!

 

Ελένη Φουντή

Shawn Lovato - Biotic (Endectomorph Music, 2026)

Τζαζίστες που ασχολούνται με το metal γνωρίζουμε αρκετούς. Ομοίως και το αντίστροφο, αν και μάλλον σε μικρότερο βαθμό (και ίσως και με υπερέκταση ορισμένων σχετικών εννοιών). Ο Shawn Lovato μεγάλωσε ακούγοντας metal, punk και hip hop αλλά τελικά έγινε μουσικός της jazz. Γλίτωσε από κάποιους μπελάδες δηλαδή και μπήκε σε κάποιους άλλους. Με βάση όσα ακούμε εδώ πάντως εξηγούνται τα πάντα. Θα περίμενε κανείς από έναν μπασίστα να αναζητά εξισορροπητικές δυνάμεις σε περισσότερο κλασικά, λυρικά lead όργανα, όπως το πιάνο ή ένα άλτο ή σοπράνο σαξόφωνο, αλλά ο Lovato στο "Biotic" παρουσιάζει ένα ασυνήθιστα σκοτεινό / σφιχτό τρίο με τενόρο σαξόφωνο (πήρε βέβαια και μία από τους τοπ της κατηγορίας, την Ingrid Laubrock) και ντραμς (Henry Mermer - συνεργάτης της Laubrock αν δεν απατώμαι), φτιάχνοντας έναν αιχμηρό αλλά δυναμικό ήχο που ίσως προσεγγίζει σε αδρές αισθητικές γραμμές τις μεταλοπάνκ ρίζες του. Δεν συμφωνώ με τη διαφαινόμενη τάση να βαφτίζεται "punk" οτιδήποτε σκληρό στη jazz βέβαια, και ούτε εδώ ακούμε punk πουθενά, αλλά η cut-up αισθητική στο σύγχρονο post bop των Lovato, Laubrock και Mermer ίσως ανοίγει ένα παραθυράκι για κάτι τέτοιο σε επόμενο στάδιο. Και αναρωτιέμαι επίσης πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει το αντίστοιχο concept στο metal, τι θα έκανε δηλαδή ένας μπασίστας χωρίς τα αντίστοιχα μελωδικά μέσα, πχ κιθάρες ή πλήκτρα. Δεν θέλω ούτε να το φανταστώ, ενώ στη jazz μπορείς να φτιάξεις τα πάντα και με το τίποτα. Και μόνος του ο Shawn Lovato να έπαιζε μπάσο δηλαδή.

 

Άρης Μπούρας

FleaHonorα (Nonesuch, 2026)

Εισερχόμενοι στην Εβδομάδα των Παθών ήμουν έτοιμος να παρουσιάσω στη στήλη μας το νέο πολύ καλό άλμπουμ του James Blake “Trying Times”, που θαρρώ ταιριάζει γάντι με την περίσταση, αλλά τελευταία στιγμή προσπέρασε - ο πάντοτε συμπαθής - μπασίστας των Red Hot Chili Peppers, Flea, με το πρώτο του ουσιαστικά προσωπικό άλμπουμ.

Το “Honora” που κυκλοφορεί από την εξαίρετη δισκογραφική εταιρεία Nonesuch, περιλαμβάνει δέκα κομμάτια, τα οποία ακούγονται όχι μόνο ευχάριστα, αλλά σε μεταφέρουν σε μια ας πούμε διαλογιστική συνεύρεση με τους ήχους της jazz, στην πιο περιπετειώδη και σύγχρονη αποτύπωση αυτής. Ο ίδιος ο Flea παίζει κατά βάση μπάσο και τρομπέτα, ανάμεσα στους εξαιρετικούς μουσικούς που συγκέντρωσε για να τον συνοδεύσουν σε αυτό το πολύ αξιόλογο εγχείρημα. Σε δύο κομμάτια μάλιστα τραγουδούν και οι Thom Yorke και Nick Cave, που θεωρώ λειτουργούν περισσότερο ως κράχτες, καθώς η μουσική στέκει κι από μόνη της ούτως ή άλλως ικανοποιητικά. Από εκεί και έπειτα, στο άλμπουμ θα βρείτε και τέσσερις υπέροχες διασκευές, σε κομμάτια των Funkadelic (ε ναι), Jimmy Webb, Frank Ocean & Shea Taylor, αλλά και στο classic "Willow Weep for Me" της Ann Ronell από το 1932, το οποίο παρουσιάζεται σε μια πιο πειραματική και instrumental εκτέλεση. Στο εξώφυλλο, για την ιστορία, βρίσκεται μια φωτογραφία της δεκαετίας του '60 από το Ιράν, της Shahin Badiyan, πεθεράς του Flea.

 

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς

Marielle V Jakobsons – The Patterns Lost to Air (Thrill Jockey, 2026)

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο καλύτερο γίνεται το αποτέλεσμα στα έργα ενός καλλιτέχνη όταν αυτός αφήνεται στη ζεστασιά και την ελευθερία της μούσας του. Δυστυχώς δεν είναι αυτονόητο αυτό ουσιαστικά αλλά μόνο επιφανειακά. Πολλοί ελευθεριάζουν αλλά λίγοι δημιουργούν. Δηλαδή δεν είναι καθόλου εύκολο να το κάνει κανείς. Θέλει κόπο και επιμονή και κυρίως να γίνονται όλα με αγάπη για να αποκτήσει ο καλλιτέχνης την ωριμότητα που θα τον οδηγήσει στο να καταλάβει ποιος είναι ο δρόμος του και πως είναι πραγματικά αυτή η ελευθερία που δεν γίνεται ανόητη ασυδοσία. Όταν ο καλλιτέχνης φτάσει σε αυτό το μεταίχμιο τίποτε δεν είναι εμπόδιο. Όλα τα εμπόδια μετατρέπονται σε δυνατότητες. Και έτσι η Marielle V Jakobsons γράφει μουσική, εντελώς ελεύθερη από τις σειρήνες της εκάστοτε επικαιρότητας και νοιάζεται μόνο για την βαθιά ομορφιά της μελωδικότητας σε κάτι που μοιάζει ίσως με new age αλλά ξεφεύγει σε κάτι πιο εσωτερικό και προσωπικό.

00:00 Riccardo Cocciante - L' Ora Delle Rondini
03:38 The Notwist - Who We Used to Be?
07:06 Head On feat. Θάνος Κόης - Εθνικός ύπνος
11:34 Michel Houellebecq & Frédéric Lo - La mémoire de la mer
14:03 Trichromi & The Boy - Αθήνα, Ίσως πόλη
17:22 Anna Calvi - Is This All There Is
21:54 Haute & Freddy - Dance The Pain Away
25:26 Squeeze - Why Don't You
28:10 Twilight Sad - Dead Flowers
35:10 Afasia - Fake
39:08 Remade - The reign of doubt
44:34 The Notwist - Projectors
48:35 Flea (feat. Thom Yorke) - Traffic Lights
54:06 Shawn Lovato - Patience And Hydration
59:33 Flea - Frailed
1:10:10 Marielle V Jakobsons - Before the Air Remembers
 

(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι της Μαρία Καραχρήστου, Άτιτλο, 2026)