Δεκέμβριος 2025
Τελευταία συλλογή επιλογών για την χρονιά, με τους λογαριασμούς να μένουν -εννοείται- ανοιχτοί
Γιώργος Λεβέντης
Bruise Blood - You Run Through The World Like An Open Razor (Rocket Recordings, 2025)
Φαίνεται πως σιγά σιγά εμφανίζεται ένα νέο ανθυποείδος που περιλάμβανει μουσική που μπορεί να περιγραφεί με κλισέ τύπου "ηλεκτρονική μουσική που θα μπορούσε να ντύσει σήμερα το Twin Peaks". Ο Mike Bourne με το νέο του πρότζεκτ κάνει και αυτός τη συνεισφορά του με μουσική που στα καλύτερά της ακούγεται σαν Fad Gadget να διασκευάζει Daft Punk.
Όχι ακριβώς synth-wave, όχι ακριβώς techno, όχι ακριβώς industrial, αλλά κάτι σαν και λίγο από όλα αυτά. Μπορεί η βάση εκκίνησης να είναι τα dark πλήκτρα και τα βρόμικα beats, αλλά όσο ο δίσκος προχωράει καλύπτεται ο χώρος που ξεκινάει από ψαγμένα soundtrack και καταλήγει (σχεδόν) στο dancefloor. Καλά πράγματα δηλαδή.
Παναγιώτης Αναστασόπουλος
Home Front - Watch It Die (La Vida Es Un Mus, 2025)
Το έκαναν παλιότερα και οι The Cure, μόνο που είχαν ήδη προλάβει να κυκλοφορήσουν τέσσερα εξαιρετικά άλμπουμ. Μιλάω για εκείνο το -τότε προδοτικό κατά πολλούς- πονηρό κλείσιμο του ματιού στην pop, που με την πάροδο του χρόνου άπαντες επανεκτίμησαν ως ποιοτικό. Ομολογουμένως, κάθε σχετική σύγκριση με το Καναδικό ντουέτο που παίζει ζωντανά ως κουιντέτο θα ήταν "προσβλητική", αλλά (μόνο) εδώ οι βίοι μοιάζουν παράλληλοι. Ο Graeme MacKinnon (No Problem, Wednesday Night Heroes) είναι συλλέκτης δίσκων και κυριολεκτικά παθιασμένος με τα punk, post-punk, darkwave και new-wave των '80s, όπως και το μουσικό έτερο ήμισύ του Clint Frazier (Shout Out Out Out Out, Wet Secrets, Physical Copies). Και, ναι, το “Watch It Die” σίγουρα δεν έχει το ίδιο αντίκτυπο με την καταιγίδα του ντεμπούτου “Games of Power”, αλλά διατηρεί μια γερή δόση ενέργειας και αγάπης για τους New Order, The Cure, Depeche Mode, όπως και για το DIY -και μη- punk, που εκπροσωπείται μεν λιγότερο στη νέα τους κυκλοφορία, αλλά έχει την πρωτοκαθεδρία στην επιλογή μου. Ακούγοντας το “For the Children (F*ck All)” δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία για το ότι ο τίτλος του δίσκου δεν είναι δυνατό να αναφέρεται στη δεκαετία των '80s, που εν προκειμένω (ξανα)ζουν και βασιλεύουν. Ακούστε το καλύτερα στο σπίτι μόνος, γιατί αν το ακούσετε (όπως πραγματικά του αρμόζει) με παρέα στην pub κρατώντας pints, σίγουρα την περισσότερη μπύρα σας θα την πιει το πάτωμα.
Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης
Scorpion Milk - Slime of the times (Peaceville, 2025)
Ο αγγλοϊρλανδός τραγουδοποιός Mathew McNerney είναι αναγνωρίσιμος στους σκοτεινούς μεταλλικούς κύκλους από τις συμμετοχές του στους Hexvessel, Dødheimsgard, Deathtrip, κ.ά. Τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στη Φινλανδία, όπου μαζί με τη σύζυγό του Marja Konttinen τρέχουν την ετικέτα Secret Trees, προωθώντας συγκροτήματα από την ανερχόμενη τοπική σκηνή. Παράλληλα τρέφει ιδιαίτερη λατρεία στο post-punk, το gothic rock και το darkwave, την οποία εξέφρασε κατά το παρελθόν διαμέσου των Beastmilk και Grave Pleasures. Στο νέο του project Scorpion Milk συνδράμουν μουσικοί όπως, ο Kimmo Helén των προαναφερθέντων Hexvessel στις κιθάρες, ο Nate Newton των Cave In και Converge στο μπάσο, ο αειθαλής Paul Ferguson των θρύλων Killing Joke και ο Sol Tor Sjödén των Viagra Boys στα τύμπανα, ενώ αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή του τραγουδιστή Will Gould των Creeper. Δεν ξέρω αν ο McNerney παίρνει στα σοβαρά τη συγκεκριμένη ενασχόληση, επειδή οι ιδέες του φανερώνουν ένα δυνατό γνώστη ή το κάνει απλά για να εκτονώσει την κάβλα του, καθώς εκτίθεται άσχημα από την ερασιτεχνική παραγωγή και τον κακό ήχο. Ωστόσο, στα αυλάκια του δίσκου κρύβεται ένα διαμαντάκι με τίτλο “Another Day, Another Abyss”, το οποίο ανασύρει στη μνήμη το μεγαλείο των Sound του αείμνηστου Adrian Borland.
Μαρία Φλέδου
The Charlatans - We Are Love (BMG, 2025)
Εκεί που νόμιζα ότι η χρονιά τελείωσε και ό,τι ακούσαμε, ακούσαμε, photo finish από τους Charlatans με καινούριο άλμπουμ - επιστροφή μετά από 8 χρόνια.
Οι Charlatans είναι για μένα από τα γκρουπ με την πιο σταθερή και ουσιαστική παρουσία τα τελευταία 35 χρόνια. Ο πολυπράγμων Tim Burgess κάποτε μας έλεγε (όπως πολλοί άλλοι σύγχρονοί του) πως είναι το καλύτερο συγκρότημα του κόσμου και το 'We Are Love' κατά κάποιο τρόπο τον επιβεβαιώνει.
Ανάμεσα στα 11 κομμάτια του θα ακούσετε τουλάχιστον 6 από τα καλύτερα της καριέρας τους όπως το ομώνυμο single, και τον Tim σε τοπ φόρμα να μας τραγουδάει για όλα αυτά που κάνουν ένα συγκρότημα να συνεχίζει μετά από 13 δίσκους και δύο τεράστιες απώλειες.
For all our achievements
And all our accolades
Glad you grabbed me
Despite disagreements
And all the mess we made
Love you madly
Κι εμείς το ίδιο.
Δημήτρης Κάζης
Jovanotti – Niorcherubini (Brooklyn Studio – Jοva Session 25) (Island, 2025)
Ο Jovanotti (κατά κόσμον Lorenzo Cherubini) δεν μπαίνει σε κουτάκια. Από το ραπ στη μπαλάντα και από την τραγουδοποιία στο σόου νιώθει παντού σαν το ψάρι στο νερό. Φέτος έκανε κάτι τόσο ρετρό αλλά πάντα επίκαιρο που είναι το όνειρο των περισσότερων μουσικών στον κόσμο: πήγε στη Νέα Υόρκη και ηχογράφησε με ντόπιες μπάντες και μουσικούς, κυρίως από εκείνους με λατινοαμερικάνικες ρίζες. Το αποτέλεσμα είναι κάτι σαν πάρτυ. Από το άλμπουμ αυτό διάλεξα να ακούσουμε το ‘Un Miracolo’ με τους αγαπημένους μου Chicha Libre γιατί από όλους τους συμμετέχοντες είναι αυτοί που επιβάλλουν περισσότερο το ύφος τους σε τραγούδι.
Άρης Μπούρας
KeiyaA - Hooke's law (XL Recordings, 2025)
Το νέο, δεύτερο άλμπουμ της KeiyaA φέρνει δεκαεννιά σχετικά μικρής διάρκειας κομμάτια, τα οποία λειτουργούν εξαίσια ως ένα ενιαίο, συνεχές ηχητικό χαλί. Η ατμοσφαιρική και νεωτεριστική R&B της, άλλοτε πιο στρωτή και άλλοτε πιο πειραγμένη, εμπλουτίζεται με στοιχεία που εκτείνονται από την jazz και την ambient έως τη drum’n’bass και την trap. Η παραγωγός και τραγουδίστρια από το Σικάγο πασπαλίζει μάλιστα τις συνθέσεις της με μια σχετικά σκοτεινή διάθεση. Ψυχικές διαταραχές, ξενύχτια, απογοητεύσεις, ερωτικές ματαιώσεις αλλά και βαθύτερες υπαρξιακές ανησυχίες που στραγγαλίζουν τη σύγχρονη κοινωνία, βρίσκονται στον πυρήνα της θεματολογίας της, για μια μαύρη γυναίκα που κινείται παράλληλα ή παραδίπλα από το υπόλοιπο mainstream. Το “Hooke’s law” είναι ένα άλμπουμ που όσο του δίνεις χρόνο, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις βαθύτερες πτυχές και αξιόλογες στιγμές.
Απόστολος Βαρνάς
Della – 13 (Louvana Records, 2025)
Ομολογώ ότι όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι λιγότερο ή περισσότερο με τα της μουσικής είναι η πρώτη φορά που «σκαλώνω» σε άκουσμα ας πω του χώρου μας που προέρχεται από την Κύπρο.
Και σε αυτή την περίπτωση το τρακάρισμα δεν προέκυψε από αλγόριθμο και τα σχετικά, θα έλεγα σχεδόν με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο, ήτοι διάβασα ένα ψηφιακό (οκ μην τα θέλουμε και όλα δικά μας) άρθρο από το γερμανόφωνο Diffus Magazin με τον τίτλο “Πώς ακούγεται στην πραγματικότητα η indie σκηνή στην Κύπρο και τις βαλκανικές χώρες;”
Αντιλαμβάνεστε πιστεύω το τσίγκλισμα που ένιωσα διότι πέρα από το τι ορίζουμε σαν “indie” εν έτει 2025 και που αρχίζουν και τελειώνουν τα Βαλκάνια (έχει πολύ πλάκα ένα σχετικό reel του Slavoj Zizek), η ματιά ενός ανθρώπου που γεωγραφικά είναι έξω από αυτό τον χώρο από μόνη της κεντρίζει την περιέργεια.
Αφορμή για το άρθρο ήταν το φεστιβαλ So Alive που διεξήχθη στην Σόφια και ανάμεσα στα ονόματα που παρουσιάζονται είναι και η Della η οποία και αναφορικά με την κατάσταση στην Κύπρο λέει τα εξής: “Αν έπρεπε να συγκρίνω την σκηνή στην Κύπρο με το ποδόσφαιρο, θα έλεγα: Έχουμε παίκτες παγκόσμιας κλάσης, αλλά το καλύτερο στάδιο μας μοιάζει περισσότερο με ένα τοπικό γήπεδο όπου τα παιδιά συναντιούνται για να κλωτσήσουν μια μπάλα τις Κυριακές. Ίσως φταίει το μέγεθος του νησιού, ίσως η κουλτούρα, αλλά ειδικά για την εναλλακτική μουσική, η σκηνή είναι αρκετά μικρή”.
Ντεμπουτάρισε με το EP “13” τον Ιούνιο, η ίδια το χαρακτηρίζει queer music και με το πρώτο άκουσμα δεν μπορεί παρά να καθηλωθείς και να εκφωνήσεις αν το νιώσεις και ένα μεγαλοπρέπεστάτο «Γουάουυυ» από την ιδιαιτερότητα και σκοτεινή χροιά της φωνής, των εναλλαγών στις συνθέσεις, των απογυμνωτικών στίχων, των δουλεμένων και παιδευμένων ενορχηστρώσεων, τίγκα στο συναίσθημα και στο απαραίτητο ξέσπασμα. Αν θα έπρεπε να το ντύσω με εικόνες θα είχε σίγουρα κάτι από μια μεταφορά του “Paris, Texas” στην Μεσόγειο.
Για οπαδούς της Michelle Gurevich και όχι μόνο.
Βασούλα Τσιμινάκη
Yasmine Hamdan - I remember I forget (Crammed Discs, 2025)
Την τελευταία δεκαετία η Γιασμίν Χαμντάν (παλιά μας γνώριμη από το πρωτοποριακό ντουέτο Soapkills, που στο τέλος των 90s συνδύαζε ηλεκτρονική indie με τη μουσική παράδοση της Μέσης Ανατολής, αλλά και από τη μαγευτική παρουσία της στο "Only lovers left alive"), μας έδωσε τρία θαυμάσια άλμπουμ, δικαιολογώντας το χαρακτηρισμό της ως το μοντέρνο πρόσωπο της μουσικής σκηνής της Ανατολής.
Στο τρίτο και τελευταίο της άλμπουμ "I Remember I Forget" η Γιασμίν ξεκινά ένα ταξίδι μουσικής μνήμης, αναζητώντας χαμένους ήχους σε χώρους και χρόνους, μια μουσική περιπλάνηση όπου οι πειραματικοί groovy ήχοι συναντάν την πλούσια κληρονομιά των αραβικών μελωδιών, που αναβιώνουν και διασκευάζονται με ξεχωριστό τρόπο καθώς αναμιγνύονται με ηλεκτρονικά συνθεσάιζερ και trip-hop ηχοχρώματα, δημιουργώντας ατμοσφαιρικά και συχνά μελαγχολικά ηχοτοπία που διαμορφώνουν τη μουσική ταυτότητα της δημιουργού.
Η γλώσσα είναι πάντα η αραβική, την οποία όπως η ίδια έχει πει "χρησιμοποιεί σαν εργαλείο για να χτίζει γέφυρες στη μουσική, κάνοντας την εμπειρία του τραγουδιού πιο αισθησιακή, λιγότερη εγκεφαλική" αφού η μουσική είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα που μιλάει στην καρδιά μας, εμπλουτίζοντας έτσι, παράλληλα, τις αραβικές υφές που προσδίδει η Γιασμίν στα τραγούδια της.
Το άλμπουμ αυτό είναι μια γλυκόπικρη και έντιμη αντανάκλαση του κόσμου μας, της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης των ανθρώπων, της ευαλωτότητας και της βίας, της δυναμικής αγάπης και μίσους που χαρακτηρίζει τις σχέσεις, αφήνοντας ωστόσο μια υπόσχεση ανθρωπιάς κι ελπίδας μέσα από την ποιητική και έντονα πολιτική ματιά της Γιασμίν.
Τα κομμάτια άλλα πιο προσβάσιμα κι άλλα πιο απαιτητικά, κατορθώνουν να ισορροπήσουν όπως και η μουσική τους, που προσθέτει ή αφαιρεί ένταση και συναίσθημα, μελωδικότητα και δραματικότητα, όπως και τα θέματά τους, που αρχίζουν βίαια και μελαγχολικά με «μια μικροσκοπική γη με μια ανοιχτή πληγή» και καταλήγουν σε μια υπόσχεση τρυφερότητας "Μείνε μαζί μου απόψε, θα περάσει. Αρκετά, αρκετά".
Μαριάννα Βασιλείου
Anna Von Hausswolff – Iconoclasts (Year0001, 2025)
Προσπερνώντας το επιεικώς άθλιο εξώφυλλο, το τέλος μιας χρονιάς αρκετά απαιτητικής σε όλα τα επίπεδα με βρίσκει να ακούω ασταμάτητα αυτή τη μικροκαμωμένη Σουηδέζα, που όσο γλυκιά και αν φαίνεται, δε διστάζει να καταδυθεί άφοβα στο πιο βαθύ έρεβος της ανθρώπινης ψυχής, να το εξερευνήσει με εκκλησιαστικά όργανο, σαξόφωνα, έγχορδα, σύνθια και λαρυγγισμούς και να μας το πετάξει καταπρόσωπο ωμό και χωρίς κανένα φτιασίδι. Γραμμένο εν μέσω ενός χωρισμού σε μια ηλικία που τα βιολογικά περιθώρια στενεύουν και με έμπνευση, μεταξύ άλλων, το ψυχωσικό επεισόδιο μιας αγαπημένης φίλης, η Anna κάνει τα πάντα στάχτη και μπούρμπερη αντί να παραδοθεί στην απελπισία: εκφράζεται με κραυγές πέρα από τη γλώσσα, θρηνεί για την κάθε στιγμή που μας φέρνει πιο κοντά στο θάνατο, παλεύει ενάντια στην αυτοκαταστροφή και ξεκινάει πάλι από την αρχή, αφού έχει επέλθει η κάθαρση. Γιατί μόνο αν έχεις χάσει τα πάντα είσαι ελεύθερη να κάνεις τα πάντα.
Χίλντα Παπαδημητρίου
The Saxophones – No time for poetry (Full Time Hobby, 2025)
Τους χαρακτηρίζουν indy-jazz-pop, αν και η μικρή αυτή μπάντα, ουσιαστικά ένα ντουέτο, από το Όκλαντ την Καλιφόρνια δηλώνει έντονα επηρεασμένη από τα ‘80ς του Leonard Cohen. Η φωνή του Alexi Erenkov υιοθετεί την αισθησιακή smoky χροιά του Stuart Staples, αλλά το συγκεκριμένο άλμπουμ ασχολείται περισσότερο με την ανησυχία του σημερινού ανθρώπου μπρος στην αργή αλλά σταθερή καταστροφή του κόσμου όπως τον ξέραμε. Αν αδιαφορήσεις για τους στίχους, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το άλμπουμ για να ερωτευτείς, να ονειρευτείς, και να χαλαρώσεις. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα τραγούδια δεν έχουν γραφτεί για κιθάρα, η κιθάρα απουσιάζει σχεδόν, κάτι που μου θύμισε τους αγαπημένους Morphine. Ο κύριος Erenkov, εκτός του ότι γράφει τα τραγούδια και τα ερμηνεύει, παίζει ένα άκρως αισθησιακό σαξόφωνο συν φλάουτο και κλαρινέτο. Η δε σύζυγος αυτού, Alison Alderdice, κάνει φωνητικά και συγχρόνως παίζει τα κρουστά, ενώ ο τρίτος της παρέας Richard Laws διαπρέπει στο μπάσο και τα πλήκτρα (και σε σημεία μού θυμίζει στις low-fi παραγωγές της China Woman). Τα ελάχιστα κιθαριστικά περάσματα οφείλονται στην Indigo Street, τη Νεοϋορκέζα τραγουδοποιός/κιθαρίστρια που έχει συνεργαστεί με τη Yoko Ono, τον Marc Ribot, τον Jim White, και πολλούς άλλους.
Από το άλμπουμ διαλέγω το ομώνυμο κομμάτι ‘No time for poetry’, με το οποίο κλείνει αυτός ο αναπάντεχα, παλιομοδίτικα γοητευτικός δίσκος.
Βασίλης Παπαδόπουλος
Insecure Men - A Man For All Seasons (Fat Possum Records, 2025)
Ένας δίσκος, ωδή στην αβάσταχτη ελαφρότητα της ποπ (ή/και της country, αν και είμαστε στην Αγγλία). Ο Saul Adamczewski, από τους Fat White Family, εδώ στον δεύτερο δίσκο του προσωπικού οχήματος των Insecure Men, είναι να απορεί κανείς πως έφτιαξε αυτόν τον θεόγλυκο δίσκο, όντας βουτηγμένος στο βούρκο των ναρκωτικών και της αστεγίας. Δοκίμαζε λέει τις μελωδίες του σε δύο γέρους αλκοολικούς που τον συνόδευαν στο μοναχικό του δρόμο γύρω από το Tulse Hill Station του Νότιου Λονδίνου, ώσπου κάποια μέρα γύρισε πίσω στη μητέρα του για να σωθεί από την καταστροφή. Καλά όλα αυτά, αλλά διαβάζοντας τη μικρή του ιστορία, ξεπροβάλλει ένας έρωτας, που τον μάγεψε και που τον έκανε να μας (της) τραγουδάει «I was born to be your lover, I was born to be your man». Άδοξος, καταδικασμένος έρωτας. Παρόλ’ αυτά, είναι μάλλον η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή την ολόγλυκια δημιουργία. Έπαιξε τον ρόλο του ότι συνοδεύθηκε από εξαίσιους μουσικούς, που προσθέτουν γλυκιές πινελιές στις βασικές μελωδίες. H ποπ λένε είναι εφήμερη, όπως κι ο έρωτας, αρκετές φορές. Όμως πλησιάζουν Χριστούγεννα και λίγη χρυσόσκονη δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.
Χριστίνα Κουτρουλού
Δημήτρης Σαμόλης– Το Έπος Του Χωρισμού Θα Έπρεπε Να Διδάσκεται Στα Σχολεία (Αυτοέκδοση, 2025)
Το δίλημμα του ελληνικού στίχου παραμένει υπαρκτό: συχνά γίνεται βραχνάς για πολλούς νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι επιλέγουν να ξεκινήσουν γράφοντας στα αγγλικά — είτε λόγω ακουσμάτων, είτε επειδή δεν είναι ακόμη έτοιμοι να διαχειριστούν την γλώσσα στην πλήρη της βαρύτητα.
Ο Δημήτρης Σαμόλης, ωστόσο, φάνηκε να το ξεπέρασε νωρίς• μετά το ‘Poperty’ (2015), πέρασε απευθείας στο ελληνόφωνο, παραδίδοντας φέτος το τέταρτο άλμπουμ του.
Το ‘Έπος του Χωρισμού Θα Έπρεπε να Διδάσκεται στα Σχολεία’ περιέχει όλα εκείνα τα συστατικά που έδιναν τον τόνο και στις προηγούμενες δουλειές του: το χιούμορ, την ελαφράδα, την καυστικότητα, αλλά και εκείνη τη μεγαλομανία που τελικά μετατρέπεται σε έναν πολύ έξυπνο αυτοσαρκασμό. Αυτό που διαφέρει ουσιαστικά είναι πως εδώ όλα μοιάζουν να απελευθερώνονται κρατώντας παράλληλα την διεισδυτική ανάλυση, να απομακρύνονται από την ανάγκη εύρεσης μιας «συνταγής» που θα υπενθύμιζε ότι υπάρχει «σοβαρό» background από πίσω, κατευθυνόμενα -θα λέγαμε- πιο πολύ προς την αισθητική του ‘Ατάρι’ (‘Ένα Σύμπαν στα Μέτρα σου’, 2017).
Και ναι, μπορεί στην αρχή, με το ‘Δεν είμαι ο πατέρας σου’, να σου διαφεύγουν αρκετά χωρίς τη θεατρικότητα και το σκηνικό στήσιμο που θα μπορούσαν να αποδώσουν έναν τέτοιο στίχο• δεν σου ξεφεύγει όμως το μήνυμα και η σκέψη. Έπειτα, η χατζιδακική τρυφερότητα συνδέεται ξανά με τη σάτιρα σε μια ποπ μορφή που κινείται σε πολλές ηχητικές αποχρώσεις - από disco και συμφωνικές πινελιές μέχρι λαϊκές αναφορές.
Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που προσφέρει μια γρήγορη αλλά συνεκτική ματιά στη σύγχρονη καθημερινή ζωή της τεχνολογίας και το εύρος των ερωτικών σχέσεων, κρατώντας σε μέχρι το τέλος να περιμένεις κάθε στίχο για την έκπληξη της ευρηματικότητας και της ευθύτητάς.
Τάσος Βαφειάδης
Wim Mertens – As water is to fish (Usura Music, 2025)
Είναι εντυπωσιακό, αλλά από το 1980 που πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία, ο Wim Mertens σχεδόν κάθε χρόνο κυκλοφορεί κι ένα άλμπουμ. Συνολικά έχει περισσότερα από 70, χωρίς ν’ αναφερόμαστε στις συλλογές! Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τον εμπνέει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά για το τελευταίο άλμπουμ του γνωρίζουμε πως τον ενέπνευσε το τεράστιο ενυδρείο (11.000 L) που έχει στο σπίτι του.
Παρατηρώντας, λοιπόν, τα αθόρυβα ψάρια του, συνέθεσε το, “Όπως το ψάρι στο νερό”. Με μια πλειάδα εγχόρδων και πνευστών να συνοδεύουν τις μελωδίες του πιάνου του, ο μινιμαλιστής συνθέτης για άλλη μια φορά μας παρουσιάζει μια πάρα πολύ καλή δουλειά, ιδανική για μια ταινία που δεν γυρίστηκε ακόμη.
Χάρης Συμβουλίδης
Αποστόλης Αρμάγος - The Journey Of Life (ανεξάρτητη έκδοση, 2025)
Με τον δίσκο Στην Άλλη Όχθη (2017), ο Αθηναίος μουσικός και συνθέτης Αποστόλης Αρμάγος κατατάχθηκε στις καινούριες δημιουργικές δυνάμεις, από τις οποίες (δικαιούμαστε να) περιμένουμε ενδιαφέροντα πράγματα –όσο ακανθώδες κι αν παραμένει το θέμα της στήριξης και της απήχησης τέτοιων δουλειών στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, δείχνει να διασκεδάζει συνθέτοντας ορχηστρικά κομμάτια σε ποικιλία στυλ (και με διάφορες διάρκειες), που θα μπορούσαν, ίσως, να σταδιοδρομήσουν σαν soundtracks σε κάποιο από τα τόσα σίριαλ τα οποία καταναλώνουμε στις ψηφιακές πλατφόρμες, μα (κατ' εμέ, τουλάχιστον) αποφεύγουν να διεκδικήσουν κάτι μεγαλύτερο.
Αλλά στο ‘The Journey Of Life’ συμβαίνει μια ίντριγκα πέρα από τα συνήθη: ο Αρμάγος θέτει στο κέντρο το πιάνο του και τα ντραμς του Αλέξιου Αντωνόπουλου και χρησιμοποιεί τα 12 κομμάτια ως τερέν διαλόγου μ' ένα διαφορετικό όργανο κάθε φορά –συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης φωνής. Κάπως έτσι λύρες από Κρήτη και Κωνσταντινούπολη, τζουράς, κλαρινέτο, φλάουτο, μα και βοκαλισμοί, συμβάλλουν στην άρθρωση ενός πεδίου δυναμικού, πλούσιου σε χρώματα και σε προοπτικές. Το οποίο εξερευνάται με μια ανάταση που μεταδίδεται και στον ακροατή, έστω κι αν λείπει, τελικά, η ψηλάφηση κάποιας πιο φιλόδοξης δημιουργικής κλίμακας.
Αντώνης Ξαγάς
Χρύσα Πανταζή - Sonic attempts in the poetic universe of haiku (Pikap Records, 2025)
…και κατά σύμπτωση τούτες τις μέρες αναμένεται μετά από κάμποσα χρόνια νέος δίσκος των Yeah! Και τούτη τη χρονιά, ένα παλιό τους βασικό μέλος, η Χρύσα Πανταζή, επανεμφανίστηκε επίσης στην… κασετογραφία, σε εντελώς μα εντελώς όμως διαφορετικούς δρόμους. Οι οποίοι οδηγούν μακριά από το αστικό σκηνικό, σε έναν ίσως και ου-τόπο, τον οποίο ειδικά εμείς οι τυφλοπόντικες της σύγχρονης μεγαλούπολης αγαπάμε να νοσταλγούμε, να εξιδανικεύουμε και στην πραγματικότητα να τον απωθούμε, πέρα από τις ευκαιριακές ‘αποδράσεις’: Την Φύση. Θα ρωτήσει κάποια ωστόσο, «μα είναι αυτό ‘μουσική’; (στο discogs εμφανίζεται στην κατηγορία non-music). Μιας που ο δίσκος με παρέπεμψε κατευθείαν (θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και… διασκευή) στο αγαπημένο «Weather Report» του Chris Watson, του πρώην Cabaret Voltaire, ο οποίος είναι υπεύθυνος για μερικές από τις συγκινησιακά δυνατές ηχογραφήσεις πεδίου που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ, ας του δώσουμε τον λόγο ηια απάντηση: "Δεν υπάρχει καμία διάκριση μεταξύ τεκμηρίωσης και δημιουργίας. Το ζήτημα είναι ότι δεν δημιουργώ όνειρα ούτε με ηχογραφήσεις πεδίου ούτε παίζοντας τα ηλεκτρονικά όργανα ή τον υπολογιστή μου. Η επιλογή εξοπλισμού, η επιλογή της θέσης και η πίεση του κουμπιού εγγραφής είναι πράξεις σύνθεσης". Να πάμε κι ένα βήμα παραπέρα; Και η ίδια η ακρόαση μπορεί να αποτελεί μια πράξη σύνθεσης. ‘Ποίηση’ δηλαδή….
Ελένη Φουντή
Roj Osa meets Rob Mazurek - Beton Kino (Kopaton Records, 2025)
Παιχταράς και σπουδαίος αυτοσχεδιαστής ο Rob Mazurek, αλλά η αλήθεια είναι ότι από τότε που με τον Chad Taylor έβαλαν (προσωρινά) στον πάγο τους Chicago Underground, άρχισε να ασχολείται με projects που δεν με πολυενδιέφεραν. Εδώ και ένα χρόνο ωστόσο, αρχής γενομένης από την πηγαία ευφορική εμφάνιση των Exploding Star Orchestra στο περσινό τζαζ φεστιβάλ των Σκοπίων, έχει πατήσει γκάζι και είναι άπιαστος. Και επιπλέον ζωγραφίζει, φτιάχνει γλυπτά, video art, γενικά απορώ πώς προλαβαίνει να έχει ζωή εκτός τέχνης. Ίσως να μην τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο βέβαια. Φέτος άκουσα τέσσερις δίσκους του και είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλο, χωρίς να είναι τζαζ δίσκοι με την τυπική έννοια του όρου. Ο Mazurek είναι abstract καλλιτέχνης, κάτι που πολλοί επιθυμούν, αλλά λίγοι πετυχαίνουν. Αυτός το ενσαρκώνει πλήρως. Σημειώνω τις φετινές δουλειές του και εδώ: το "Nestor's Nest" όπου παίζει τα πάντα μόνος του, τη συνεργασία "Sun Eaters" με τον Ιταλό Alberto Novello, τη θριαμβευτική επιστροφή των Chicago Underground ως ντούο με το "Hyperglyph" και λίγο πριν εκπνεύσει η χρονιά το καλύτερο όλων, "Beton Kino" με το κροατικό σχήμα Roj Osa. Τα πάντα εδώ είναι ηχογραφημένα ζωντανά και επί τόπου, κάτι που στην εποχή του ίντερνετ δεν είναι δεδομένο ούτε καν για τη τζαζ. Η ηχογράφηση έγινε σε διάφορα venues, κυρίως στο ομώνυμο κέντρο νεότητας στο Σπλιτ και στο Ζάγκρεμπ. Στο "Beton Kino" τα ηλεκτρονικά των Roj Osa συναντούν το αιχμηρό αλλά ζεστό παίξιμο του Mazurek (τρομπέτα, κορνέτο), ο οποίος βάζει και στα electronics ένα χεράκι (αλίμονο), σε μία διαδρομή με αφετηρία το σκληρό μετα-βιομηχανικό musique concrète που προοδευτικά ενστερνίζεται τη μελωδία. Συναρπαστική, απρόβλεπτη και ασυμβίβαστη μουσική συγκρουσιακής λογική που μόνο με λάιβ αυτοσχεδιασμό μπορεί να αποδοθεί. Ποια λίστα, ποια χρονιά και ποια τζαζ. Οι άνθρωποι είναι αλλού.
Kώστας Καρδερίνης
Dine Doneff - Doudoule (neRED, 2025)
Κουλ τζαζ με βαλκανικές καταβολές και μακεδονικές προεκτάσεις. Ζωντανή ηχογράφηση που περίμενε υπομονετικά το πλήρωμα του χρόνου για να τυπωθεί και να αποκτήσει χειροπιαστή υπόσταση. Διαβάζω και μεταφράζω πρόχειρα: Νύξεις πολιτισμικών ριζών, από τις αρχέγονες παγανιστικές τελετές ως τη σύγχρονή μας ποίηση. Ξανακούω, ξαναδιαβάζω και ξαναμεταφράζω, πάλι προχείρως: Ω θεέ της βροχής, επικαλούμαστε την ευσπλαχνία σου, στείλε μας τη ζωογόνο δύναμη του υετού σου.
Τέσσερις οι μουσικοί που συμπλέκονται. Εγγλέζος ο τρομπετίστας Tom Arthurs, δίνει ιδιαίτερο κουλ τόνο στις συνθέσεις. Θεσσαλονικιός ο πιανίστας Αντώνης Ανισέγκος, πρίμα βίστα με έδρα το Βερολίνο, ανεβάζει δημιουργικά όλες τις δουλειές στις οποίες συμμετέχει. Σερραίος ο ακορντεονίστας - μπαγιανίστας Σταμάτης Πασόπουλος, είναι το νοσταλγικό μέλος του μέλους. Ψυχή, μυαλό και σώμα των συνθέσεων ο τριεθνής Κώστας Θεοδώρου / Dine Doneff [κοντραμπάσο, κιθάρα, κρουστά, φωνητικά]. Αυτή του η πολιτισμική τριαδικότητα και η γλυκιά τριφυής μελαγχολία τον καθιστούν ιδιαίτερο μουσικό, συνθέτη και ερμηνευτή.
Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Izumi Kimura/ Dominique Pifarely/ Lina Andonovska – Seven Dreams (Fundacja Sluchaj, 2025)
It’ s a kind of magic! Όταν η απολύτως αυτοσχεδιαστική μουσική δεν είναι μόνο άσκηση δυνατοτήτων και ικανοτήτων, ούτε μόνο επίδειξη και ούτε μόνο «χάσιμο» και ο καθένας στο «σήμα» του, αλλά όλα αυτά συντίθενται (και το χάσιμο) και προσφέρονται στους ακροατές σαν ένα πολύτιμο δώρο. Όταν γίνονται αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Όταν γίνονται μουσική. Με Μ κεφαλαίο.
Αυτή η μουσική, παρότι αυτοσχεδιασμός, θυμίζει έντονα μεγάλες στιγμές των μικρότερων σχημάτων της κλασικής μουσικής του 20ου αιώνα αλλά από μεγάλους συνθέτες. Δηλαδή έρχονται στο μυαλό ας πούμε ο Ligeti ή ακόμα περισσότερο ο Giacinto Scelci. Από κει φεύγει για το άγνωστο.
Αριστούργημα για πιάνο, βιολί και φλάουτο.
Δημήτρης Τσιρώνης
The Necks – Disquiet (Fish Of Milk, 2025)
Μερικές φορές χρειάζεται να τιμάς τα συγκροτήματα που σου κράτησαν συντροφιά στα κομμάτια της ζωής σου. Κι όταν αυτά συνεχίζουν να σχηματίζουν ξεκάθαρα σχήματα και να προχωρούν μαζί σου για τριάντα και πλέον χρόνια, κρατώντας σε ακόμη σε εγρήγορση, με το ένα φρύδι διαρκώς σηκωμένο, ξέρεις ότι κάτι πολύ καλό συμβαίνει.
Οι The Necks, ξεκίνησαν τη δισκογραφική τους πορεία με το ‘Sex’ του 1988 — μια πρώτη κυκλοφορία (και όχι η πρώτη ηχογράφηση) που ήδη χαράζει τα όρια του δικού τους σύμπαντος. Και φτάνουν σήμερα στο ‘Disquiet’: μια πρόσφατη (και όχι τελευταία) εμπνευσμένη κυκλοφορία. Ένα τριπλό CD, περίπου τριών ωρών, από τρεις Αυστραλούς μουσικούς που παίζουν πιάνο, μπάσο και τύμπανα (μεταξύ άλλων), και που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς να ξεδιπλώνουν τον χρόνο μέσα από τα μανίκια και τις σημειώσεις τους.
Φυσικά και είναι jazz. Και αυτοσχεδιαστικό. Και τελετουργικό, avant-garde, διαλογιστικό, ανοιχτό όσο χρειάζεται για να το κατανοεί ο ακροατής, με ερμηνεία και διανόηση. Οι δίσκοι αυτοί δεν υπακούν σε γραμμική σειρά, δεν έχει νόημα η αρίθμηση. Το ‘Disquiet’ θα μπορούσε να είναι ο δεύτερος ή ο προτελευταίος τους δίσκος — έχει εκείνη την ιδιότητα των έργων που στέκονται έξω από τις χρονολογίες.
Είναι από τις περιπτώσεις όπου διαβάζεις το όνομα τους - The Necks και απλώς αφήνεις τις ώρες σου να χαράξουν μικρές εσοχές στη μνήμη, μέσα από τις ακροάσεις - τις αναμνήσεις - τα όνειρα και τη θολή πραγματικότητα. Το ‘Disquiet’ είναι βαθύ, με εναλλαγές και ατμόσφαιρα που επικρατεί σαν χειμωνιάτικη ομίχλη. Είναι χαοτικό και ταυτόχρονα ζωντανό, ένας ήχος που αναδεύεται αργά κι ασταμάτητα.
Είναι, με λίγα λόγια, το ‘Disquiet’. Ένας ακόμη κύκλος στο τελετουργικό τους — και ένας ακόμα λόγος να τους τιμάς.
(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι της Αργυρούλας Σίμου, με τίτλο «Φύση», ακρυλικά σε ύφασμα 2025)




