Φεβρουάριος 2026
Νέο τεφτέρι, νέοι λογαριασμοί, χωρίς ωστόσο να λησμονούμε τους παλιούς
Kώστας Καρδερίνης
Kangding Ray - Sirāt (Original Motion Picture Soundtrack) (Multiverse, 2025)
Sirāt: μονοπάτι, οδός, η γέφυρα που πρέπει να διασχίσεις ακροποδητί πάνω από την Κόλαση• γέφυρα πιο λεπτή από μια τρίχα και πιο κοφτερή από ένα σπαθί, γέφυρα που οδηγεί στον ζωροαστρικό Παράδεισο. Τάδε έφη Ζωροάστρης, έτσι μίλησε, αυτά είπε, δηλαδή. Η καμήλα που χωρά στο κεφάλι της βελόνας και τα μωαμεθανικά ουρί είναι πολύ μεταγενέστερα κόλπα.
Oliver Laxe: Παριζιάνος μεν, γαλικιανής καταγωγής, εν Βαρκελώνη σπουδάσας δε, ερασμιακός φοιτητής εν Λονδίνο, εγκατασταθείς στο Μαρόκο, επέστρεψε στην πατρώα γη και στην καστιλιάνικη προφορά του ονόματός του, Όλιβερ Λάσε. Αγαπημένο παιδί των Καννών [βραβεύτηκαν εκεί και οι 4 ταινίες του], ήρθε με την τρίτη στην Θεσσαλονίκη [‘Θα έρθει η φωτιά’, Χρυσός Αλέξανδρος 60ου ΦΚΘ].
David Letellier: μουσικός βαθύτεκνος παραγωγός και πειραματιστής συνθέτης, γαλλοαναθρεμμένος και σπουδαγμένος μεν, εν Βερολίνω εν-εδρεύων δε, Kangding Ray το ετερώνυμό του, που οφείλεται στην κινέζικη πόλη στην οποία ξαναβαφτίστηκε. Επιρροές: My Bloody Valentine, Joy Division, Depeche Mode, DJ Shadow. Κυκλοφορεί με την Raster-Noton, αλλά και με τη δική του ara.
Στο προκείμενο: το σάουντρακ που έγραψε για το δυστοπικό ολόφωτo νουάρ ‘Sirāt’ [2025 Ισπανία /Γαλλία, 115λ], τα σπάει. Κινείται μεταξύ υπερταχείας αμαξοστοιχίας και ερημίτικης ξενοιασιάς. Παρτάρει και δίνει ρυθμό στα καυσήλια [καμένα στον ήλιο της ερήμου] πλάνα, οδηγεί την οδύσσεια της ανάπηρης μουσικής λεγεώνας, σιγοντάρει το πουθενά τους, το απόκοσμό τους, εκρήγνυται και αφουγκράζεται το μέσα τους κενό. Συμμερίζεται το ατελέσφορο της ανθρωπότητας και την ιεροτελεστία των πλάνων και των απλανών. Αυτό που τους λείπει δεν θα τό ’βρουνε ποτέ, αλλά η μουσική τούς ακολουθεί όπου του ατόπου.
Κέρδισε ήδη το ανάλογο βραβείο των Καννών και παγκόσμια αναγνώριση, ενώ διεκδικεί ακόμη πέντε σημαντικές διακρίσεις. Συνέβαλλε τα μάλα στη διαμόρφωση του ηχητικού σχεδιασμού της ταινίας, για τον οποίο έπονται κι άλλα βραβεία, στο όνομα των Amanda Villavieja, Laia Casanovas και Yasmina Praderas.
Γιάννης Πλόχωρας
Nusantara Beat - Nusantara Beat (Glitterbeat/Demajors, 2025)
Νέο μεταχίπστερ φρούτο από το αειθαλές τουτιφρουτόδεντρο του Άμστερνταμ.
Μετά τους Jungle By Night (θεματική: αφροφάνκ) και τους Altin Gün (θεματική: τουρκοπόπ) -αυτών των δύο έφτασε μέχρις εδώ η χάρη τους και λάιβ- και τους τοπικής εμβέλειας Mysterons (θεματική: ψυχεδέλεια), EUT (θεματική: νάιντις) και MOP (θεματική: ίντι), μέλη απ' όλους αυτούς πήραν ο καθένας τον ήχο του κι έφτιαξαν πριν λίγο καιρό τους Nusantara Beat (θεματική: σχιστομάτικα), η δε τραγουδίστριά τους, Megan de Klerk για τις ανάγκες του ρόλου από αγγλόφωνο ίντι ατομάκι μεταμορφώθηκε σε βέρα ινδονήσια αβάντ ποπ ηγερία.
Δοκίμασαν πρώτα δύο τρία σινγκλάκια ξεσκονίζοντας αρχειακό ινδονησιώτικο ποπ υλικό της μακρινής τους καταγωγής ("όλοι", λέει το δελτίο τύπου, "κρατάνε από Ινδονησία") και πριν δύο μήνες τολμήσανε και το LP με 11 κομμάτια.
E και δεν ξέρω ποιό να πρωτοδιαλέξω για το μίξτεηπ, είναι όλα τους γουστόζικα, ένα κι ένα!
Χρήστος Αναγνώστου
Morrissey - Notre-Dame (Sire Records, 2026)
Αν και άλλοι έχουν την πρωτοκαθεδρία με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, το track αυτό δεν μπορεί να μας αφήσει ασυγκίνητους. Αλήθεια πόσους αφορισμένους τραγουδοποιούς γνωρίζετε που όλοι (υποστηρικτές και μη) περιμένουν απο κάτω σαν πεινασμένα ψάρια να "ταϊστούν" απο τις νότες του. Εδώ λοιπόν όχι μόνο δεν μας απογοητεύει αλλά μέσα σε απλές φόρμες και χωρίς φανφάρες αγγίζει το ερωτικό κομμάτι της ψυχής μας, αυτό που κάποιοι παράτησαν στην εφηβεία τους και σπανίως σκιρτάει για να τους υπενθυμίσει ότι υπάρχει. Δεν έχει σάλτσες και αν και είναι όλο με αγγλικό στίχο αρκεί ο γαλλικός τίτλος να φέρει το ξενικό στοιχείο, την αυτονόητη αναφορά στην Καθολική εκκλησία και την αυστηρότητα που πρεσβεύει. Με τον δικό του τρόπο λοιπόν ο Morrissey δεν μασάει για άλλη μια φορά τα λόγια του, αφορίζει τους θεσμούς και προχωράει σαν να είναι ένα ακόμη απόγευμα Τρίτης. Όσα live και να ακυρώσει, όσες ιδιοτροπίες και να έχει, εσείς ναι , ναι εσείς οι ίδιοι, θα είστε από κάτω να προσκυνάτε αυτό που σνομπάρατε στο Ρόδον ως απομεινάρι μιας άλλης εποχής.
Δημήτρης Κάζης
The Zen Circus - Il Male (Carosello, 2025)
Δεν είναι και κατευθείαν από τον φούρνο, ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου του 2025, αλλά σίγουρα αξίζει να ακουστεί. Οι Zen Circus είναι ένα bona fide indie κουαρτέτο από την Πίζα, διανύουν ήδη την τρίτη δεκαετία καριέρας (έτος ιδρύσεως 1994) και πήραν το όνομά τους από δύο δίσκους των Hüsker Dü (ξέρετε εσείς ποιους) άρα οι επιρροές τους είναι προφανείς. Ο ήχος τους είναι όσο πρέπει σκληρός και βρώμικος και τα τραγούδια τους, που δεν στερούνται ποπ φλέβας, ένα κι ένα, ο δίσκος θα μπορούσε να είναι Best of. Διάλεξα να ακούσουμε το ‘Vecchie Troie’ μια που έκλεισα κι εγώ το 25 σαράντα (40) χρόνια στην ερασιτεχνική μουσικογραφιαδοσύνη και ο τίτλος με εκφράζει.
Λάμπρος Σκουζ
Frank Popp Ensemble – Waves (Unique, 2025)
Το ξέρω καλά αυτό το τραγούδι – κάποτε με ισοπέδωνε. Όχι επειδή είναι πανέμορφο, που είναι, ούτε επειδή είναι μια απόδειξη για την ύπαρξη αριστουργημάτων το 2026, που δεν είναι, εφόσον βγήκε τριάντα χρόνια πριν, απλώς τώρα επανέρχεται ως μια λουστραρισμένη διασκευή μιας εκ των κορυφώσεων των The Replacements του Paul Westerberg και της εκάστοτε παρέας του. Ο Μπάμπης Αργυρίου τους αγαπούσε ιδιαίτερα κι αυτό το κομμάτι φώτιζε τα συνήθως ανήλιαγα δωμάτιά μας και διπλά όταν το ακούγαμε μαζί. Σε αυτό το swinging party εμείς δεν ήμασταν καλεσμένοι, ούτε κι ο Paul άλλωστε. Γιατί εμείς δεν καταλαβαίναμε απλώς τον στίχο If being alone's a crime, I'm serving forever αλλά ήμασταν ο στίχος. Οι τρεις μας συνυπήρχαμε για λίγο και μετά παίρναμε χωριστούς δρόμους, μόνο που αυτός έφευγε στην αντίθετη κατεύθυνση με την γυμνή και αγυάλιστη ερμηνεία του. Και τώρα έρχεται ο κυρ Popp στον έκτο δίσκο του ‘Waves’, με τις τυπικές φανκ-σόουλ και ποπ-ροκ ανισότητες, μια διασκευή Funkadelic και διάφορους προσκεκλημένους φωνητικατζήδες, μεταξύ των οποίων και ο Gerard Love των Teenage Fanclub, η Emma Noble κ.ά., να προτείνει μια εξηντάρικη ποπ εκδοχή του. Γιατί όμως αυτός ο κάποιος J. Mahon που το τραγουδάει του ρίχνει τόση υπερβολική «άνεση»; Και γιατί ακούγονται κι αυτά τα χρρρ λες και μας παραμονεύει κανένας πάνθηρας πίσω από τα ηχεία; Λίγο σεβασμό, Γερμανέ διασκεδαστή, εδώ επανέφερες που επανέφερες ένα ατόφιο ροκ πολύτιμο λίθο του ’85, θες να μας στείλεις κατευθείαν στο πρωτότυπο;
Μαρία Φλέδου
Whitelands – Sunlight Echoes (Sonic Cathedral, 2026)
Shoegaze ή όχι, το δεύτερο άλμπουμ των Whitelands είναι το πρώτο αγαπημένο μου για αυτή την χρονιά. Μάλλον προβλέψιμο, γιατί συνεχίζουν στην ίδια κατεύθυνση μουσικά, αλλά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καθαρότερα υπέροχα φωνητικά από τον Etienne (ο οποίος πέραν του στυλιστικού δεν χρειαζόταν ποτέ κανένα εφέ εδώ που τα λέμε).
Το άλμπουμ διαρκεί μόλις 33 λεπτά, δεν φλυαρεί, ξεκινάει αρκετά dreamy και σιγά σιγά δυναμώνει. Η αλήθεια είναι ότι η συμμετοχή της Emma Anderson είναι περισσότερο ‘τιμής ένεκεν’ (συστεγάζονται στην Sonic Cathedral άλλωστε) και δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα.
Οι Whitelands ως μουσικοί είχαν εξ αρχής σκοπό να φέρουν το αρκετά ‘λευκό’ genre που αγάπησαν ως music fans πιο κοντά τους, να συμπεριληφθούν σε αυτό. Φαίνεται πως τα έχουν καταφέρει μια χαρά.
Γιώργος Λεβέντης
Dry Cleaning - Secret Love (4AD, 2026)
Πώς μπορεί κάτι που ακούγεται τόσο indie να ακούγεται μαζί και τόσο μακριά του; Προφανώς επειδή (και) στο τρίτο τους άλμπουμ οι Βρετανοί καταφέρνουν να βουτήξουν στην πιο αφαιρετική πλευρά του post-punk και να συνεχίσουν να τιμούν τις παραδόσεις της πιο εσωστρεφούς κιθαριστικής κουλτούρας. Της φαινομενικά εσωστρεφούς δηλαδή, αν θέλουμε να τους αποδώσουμε τα σωστά κοπλιμέντα.
Ο κλασικός συνδυασμός της εστέτ συνάντησης των PiL/Magazine και τα τοιαύτα με τον στιχουργικό σουρεαλισμό των Half Man Half Biscuit είναι και εδώ παρών, όσο όμως προχωράει ο καιρός προσπαθεί να περάσει μέσα από περισσότερο σύγχρονα φίλτρα. Έχουμε εδώ το παράδοξο, αυτό το άλμπουμ τους να είναι το περισσότερο συμβατικό σε ό,τι αφορά την εστία συγκέντρωσης και μαζί το πιο ουσιαστικό σε μουσικό εύρος. Δείγμα ότι στους χαλεπούς αυτούς καιρούς για τις κιθάρες, το γκρουπ θα συνεχίσει να μας απασχολεί με καλό τρόπο.
Μάνος Μπούρας
Shaking Hand - Shaking Hand (Melodic, 2026)
Δεν είναι η πρώτη φορά που όταν τα πράγματα δείχνουν να μένουν στάσιμα, να μην προχωρούν παρακάτω, να έρχεται ένα συγκρότημα από το Μάντσεστερ για να σώσει την παρτίδα. Βέβαια με ποιο τρόπο σώζεται κάποια παρτίδα εδώ, σηκώνει πολλή συζήτηση, από την άποψη ότι οι Shaking Hand δεν πρωτοπορούν σε κάτι, αλίμονο. Είναι όμως από τις περιπτώσεις που και με την πρώτη ακρόαση κιόλας, ξέρεις καλά μέσα σου ότι κάτι πολύ καλό, πολύ όμορφο, πολύ ψυχωμένο και πολύ ειλικρινές συμβαίνει εδώ. Αντλώντας τις βασικές τους επιρροές από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού - οι Sonic Youth στις πιο ενδοσκοπικές τους στιγμές κυρίως αλλά και ολόκληρη η emo punk αντίληψη περί ήχου επίσης - ακούγονται ευαίσθητοι μα ταυτόχρονα αιχμηροί, με έναν αφοπλιστικό τρόπο. Δεν απαρνούνται την βρετανική τους ψυχή (στο ‘In For A... Pound!’ που παραθέτω εδώ, το κιθαριστικό ριφ μου θύμισε κάποιο αντίστοιχο των Wah! Heat για παράδειγμα), αναμφίβολα συμμετέχει στο τελικό χαρμάνι, απλά η γιάνκικη σχολή κιθαριστικού ήχου κερδίζει τελικά στα σημεία. Καταπληκτικό άλμπουμ με άλλα λόγια, δεν θα μου έκανε έκπληξη αν κάποια στιγμή μπορέσουν και περάσουν σε μεγαλύτερα ακροατήρια, αλά Fontaines DC. Το σίγουρο είναι ότι την ικανότητα και το υλικό το έχουν, ελπίζω να τους βοηθήσει λίγο και η τύχη, που χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Μιχάλης Βαρνάς
Dwayne Burnside – Red rooster (Lucky 13 Records, 2025)
Τον Ιανουάριο ακόμη ανακεφαλαιώνουμε τα ακούσματα της προηγούμενης χρονιάς. Υπάρχουν οι επιλογές των άλλων από τις οποίες προκύπτουν μουσικές που δεν τις αντιληφτήκαμε στον σωστό χρόνο ή τις επαναξιολογούμε. Άλλη μια κατηγορία είναι οι κυκλοφορίες του Δεκεμβρίου. Συνήθως μπαίνουν στη καταμέτρηση της επόμενης χρονιάς. Μία τέτοια περίπτωση είναι το άλμπουμ του Dwayne Burnside που κυκλοφόρησε αρχές του προηγούμενου Δεκέμβρη.
Ο Dwayne είναι γιος του R.L. Burnside κι έχει διαγράψει τη δική του πορεία η οποία περιλαμβάνει πολλά live, κάποιες εποχές μαζί με τον πατέρα του, λίγα άλμπουμ και δύο κλαμπ. Το Burnside Kitchen and Grill στο Μέμφις και αργότερα το Burnside Blues Cafe στο Μισισίπι όπου ο Dwayne είναι γέννημα θρέμμα. Υπάρχει κι ο εξαιρετικός Centric Burnside ο οποίος είναι εγγονός του R.L αλλά δεν είναι γιος του Dwayne και είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τη σχέση διότι υπάρχουν αρκετοί απόγονοι με διαφορετικές γυναίκες και οι περισσότεροι ασχολούνται με τη μουσική και τα blues. Όχι πως έχει σημασία αλλά επειδή ασχολήθηκα με την οικογένεια και με την έρευνα δεν έβγαλα άκρη ήθελα να το αναφέρω.
Το σημαντικό είναι ότι το ‘Red Rooster’ είναι αλμπουμάρα και για να το κάνω καλύτερο θα πω πως φέρνει στη μνήμη τις παραγωγές της Fat Possum στον R.L Burnside και τον Junior Kimbrough. Την παραγωγή έχει επιμεληθεί ο Cody Dickinson ο ένας εκ των αδελφών Dickinson των North Mississippi Allstars. Η σχέση μεταξύ τους δεν είναι τωρινή αλλά έχει τις απαρχές του πριν εικοσιπέντε χρόνια περίπου.
Υπάρχει ένα ερώτημα γιατί να ακούμε blues σήμερα, και η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα να μην ερωτηθώ διότι η απάντηση θα ήταν «άσε μας ήσυχους» αλλά γιατί διαβάζουμε κλασσική λογοτεχνία και γιατί διαβάζουμε τις ‘Αντιαφηγήσεις’ του Τζον Κιιν;
Παναγιώτης Αναστασόπουλος
Sault - Chapter 1 (Forever Living Originals, 2026)
Ενώ επικεντρωνόμουν όλο και λιγότερο στην πλοκή του βιβλίου, επιπλέοντας ευτυχισμένος πάνω στις υπέροχες '50s και '60s soul αναφορές του αγαπημένου μου Αμερικανού συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, έπεσα πάνω στο "Chapter 1" των Sault. Κι ο χρόνος, για μια ακόμα φορά, γαλήνεψε κι αυτός. Καθώς δε οι πράξεις μερικών πρωταγωνιστών του συγγραφέα ευθυγραμμίζονταν με το Καλό για το οποίο τραγουδούσε παράλληλα η "ανώνυμη" μαύρη Βρετανική κολλεκτίβα, θα έλεγες πως οι ψυχές τους έβρισκαν ανάπαυση στα δέκα "spiritual tracks" του δέκατου τρίτου άλμπουμ της.
Αν κάποιος σας πει ότι γνώριζε πως ο συγκεκριμένος... ουρανοκατέβατος δίσκος θα κυκλοφορούσε ή ότι έχει διαβάσει κάποια συνέντευξη των Sault, μην τον πιστέψετε. Προσωπικά και όψιμα όμως, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως ο ιθύνων νους Inflo και η εξαιρετική ερμηνεύτρια σύζυγός του Cleo Sol βρήκαν έναν ακόμη τρόπο να μας μαγέψουν. Με το "Chapter 1" επιβεβαιώνεται η τάση τoυς προς απομάκρυνση από τη neo-soul, προς όφελος των '70s soul, R&B, funk, orchestral ambience και φυσικά των modern gospel, που βγαίνει με τη χαρακτηριστική και γεμάτη ζεστασιά έκφραση της παραγωγής του Inflo, που εν προκειμένω συνεπικουρείται από τους hitmakers Jimmy Jam και Terry Lewis. Όντας κυριολεκτικά αδύνατο να ξεχωρίσω ένα συγκεκριμένο τραγούδι, επέλεξα ως πρώτο μεταξύ ίσων εκείνο που με ανάγκασε να διακόψω προς στιγμή την ανάγνωση του βιβλίου.
Αντώνης Ξαγάς
Κατερίνα Κυρμιζή – Κάκτοι ΙΙΙ (Αυτοέκδοση, 2026)
«Θέλω τα λάθη μου να πιω και να μεθύσω», κάπως έτσι, απολογιστικά (ή μήπως εισαγωγικά;) μέσα από μια ατμόσφαιρα νουάρ (ας μην πούμε ‘μπλου’, ανήκει στις λέξεις-ταμπού μαζί με το ΄τζιν’ και την ‘τσέπη’) οικοδομημένη από συνθετικούς ήχους και κιθαριστικές μπλουζ πινελιές κλείνει η τριλογία των ‘Κάκτων’ της Κατερίνας Κυρμιζή, η οποία απλώθηκε σε οκτώ ολάκερα χρόνια (και ειρήσθω εν παρόδω, αξίζει μια πιο απτή κυκλοφορία, κι όχι απαραίτητα στο μοδάτο βινύλιο), και όχι μόνο πιστοποίησε την –σαν τους κάκτους- ανθεκτικότητα και επιμονή της σε ένα μάλλον αφιλόξενο περιβάλλον αλλά τελικά εμπέδωσε την ταυτότητα και την αισθητική της ως αυτόφωτης δημιουργού. Άλλα έξι τραγούδια συμπληρώνουν την κυκλοφορία, όπου αναγνωρίζουμε την ποπ φρεσκάδα (και ‘αλαφράδα’), την αγάπη για τις καθάριες ενορχηστρώσεις και τις ευγενικές παραγωγές χειροτεχνικής (και οικοτεχνικής) μαστοριάς που οριοθετούν το diy πνεύμα, με την κιθάρα ως βασικό μελωδικό φορέα και στίχους σπιρτόζικους που πιάνουν με απαλό τρόπο θέματα που μπορεί να είναι και βαριά για όλες όσες δίνουν/με την μάχη οπισθοφυλακής με τον χρόνο. Κι αν θα ήταν κοινότοπη ευκολία να μιλήσουμε για ‘ωριμότητα’, ιδιότητα έτσι κι αλλιώς μάλλον αφηρημένη και ασαφής και η οποία όπως και να ΄χει κατακτάται και δεν επέρχεται απλά με το πέρασμα των χρόνων, αν ωστόσο αποπειραθούμε να την νοηματοδοτήσουμε ψαχουλεύοντάς την, σίγουρα θα βρούμε αποδοχή των λαθών (που έτσι κι αλλιώς είναι σχετικά και πάντα κρίνονται με την εκ των υστέρων ματιά), των αγκαθιών (δικών μας και των αλλωνώνε) και της συνειδητοποίησης ότι η καλλιτεχνική αυτονομία είναι ένα διαρκές αιτούμενο, κυρίως απέναντι στις ενίοτε εγκλωβιστικές προσδοκίες του κοινού που μπορεί και να νοσταλγεί ακόμη ξεβαμμένα... όχι, είπαμε, λέξη ταμπού.
Βασίλης Παπαδόπουλος
Ζad – Khesert Nasfy (Raad Records, 2025)
Αν είμαστε αντικειμενικοί για το ‘Κάτι Καλό’ αυτού του μήνα θα έπρεπε να βάζαμε τον «Λογαριασμό» της Λιόλιου και να ξεμπερδεύαμε. Αντ’ αυτού παιδευτήκαμε να ακούμε από δω κι από κει ότι βγήκε από τους ή τις συνήθεις ύποπτες. Χωρίς προκοπή. Το ένα μας ξίνιζε, το άλλο μας βρώμαγε. Έτσι κι εμείς, σαν τη Ρία Ελληνίδου που ξεπατίκωσε πέρσι ένα αιγυπτιακό κι έφτιαξε την διπλά – τριπλά πλατινένια επιτυχία «Κάτι ξέρεις» (παρεμπιπτόντως κατώτερο του «Λογαριασμού»), καταφύγαμε στο αραβικό Scene Noise και ξετρυπώσαμε τούτη εδώ την άγνωστη προς το παρόν Zad που ακολουθεί τη μακρά παράδοση των γυναικείων φωνών στην αραβική μουσική, που πλέον εκφράζεται και με οικείους για εμάς ηλεκτρικούς ήχους. Η ίδια κρύβει το πρόσωπό της πίσω από ένα νικάμπ (πρόκληση, άποψη, παράδοση, κανείς δεν ξέρει). Δεν ξέρουμε κάτι για αυτήν πέρα από τα 2-3 τραγούδια που έβγαλε μέχρι τώρα και πέραν του ότι κινείται πέριξ της ηλεκτρικής σκηνής του Καϊρου – τελευταία συνεργασία της αυτή με τον ραπ – τραπ παραγωγό Omar Keif, ανερχόμενο αστέρα στην Αραβία. Εδώ στο τραγούδι «Έχασα τον εαυτό μου», μια καλή αφορμή για ξεπατίκωμα, με ένα αναλογικό synth, σαν αυτά που μόνο στην Αίγυπτο ακούει πλέον κανείς.
Άρης Μπούρας
Marta Del Grandi - Dream Life (Fire, 2026)
Ποιητικό αλλά και γειωμένο παράλληλα, το “Dream Life” φέρνει όλη τη γλυκύτητα της ζωής, με τα παράδοξα και τα περίεργά της. Σε ένα σύμπαν γεμάτο μελωδίες και αγγελικά φωνητικά, η ελπίδα επανέρχεται συνεχώς στο προσκήνιο, παρά τις στρώσεις νοσταλγίας και μελαγχολίας που το διαπερνούν. Η Marta Del Grandi από τη Βόρεια Ιταλία, στο τρίτο άλμπουμ της κινείται κάπου ανάμεσα σε art, indie, dream και chamber pop — αν και δεν έχει και τόση σημασία να το οριοθετήσουμε, αφού στο τέλος αυτό που ακούμε, στα δέκα τραγούδια της, δεν μπορεί παρά να ηχεί όμορφα στα αυτιά μας. Οι αναφορές σε Talking Heads, Laurie Anderson, Radiohead και Belle & Sebastian δίνουν μια υφή της μουσικής της, ωστόσο θαρρώ πως την περιορίζουν κάπως, αφού έχει την ωριμότητα να ξεδιπλώνεται και χωρίς αυτές. Ένα όμορφο άλμπουμ που στέκει καλά και στιχουργικά, πέρα από μουσικά, και σε καλεί για συνεχείς ακροάσεις.
Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης
Kapten – Dancing tooth (Fine! Records, 2025)
Πριν από δυόμιση περίπου χρόνια, διαβάζοντας μια συνέντευξη του Θεσσαλονικιού τρομπετίστα Παναγιώτη Καπετανάκη στη LIFO, εντυπωσιάστηκα από τα αισθήματα που τρέφει για τη μουσική τέχνη και τη στάση του απέναντι στα επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα. Η ανήσυχη καλλιτεχνική του φύση τον ώθησε μέχρι την Ουτρέχτη της Ολλανδίας, εκεί όπου σπούδασε και διεύρυνε τους ορίζοντές του. Ωστόσο, σοβαρά θέματα υγείας τον ανάγκασαν να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, ενώ η εμφάνιση της πανδημίας και τα περιοριστικά μέτρα τον καθήλωσαν στη γενέθλια πόλη, όπου βρήκε το ψυχικό σθένος να δημιουργήσει μαζί με άλλους επτά αξιόλογους μουσικούς τους Kapten.
Το 2020 παρουσίασαν στο κοινό μια κασέτα με τα πρώτα δείγματα της δουλειάς τους μέσω της Pikap Records, αφήνοντας πολύ καλές εντυπώσεις και γεννώντας ελπίδες για το μέλλον. Ο ήχος τους συνδυάζει αρμονικά το afrobeat, το hip-hop, τη jazz, τη soul και το rock, δημιουργώντας ταξιδιάρικες ατμόσφαιρες, χορευτικούς ρυθμούς και όμορφες μελωδίες, γεγονός που αποκρυσταλλώνεται στο σύνολο των επτά συνθέσεων που περιέχονται στο ντεμπούτο, το οποίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο από τη δραστήρια Fine! Records. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το επτάλεπτο «Time To Lose» που κλείνει το δίσκο και απέχει παρασάγγας από τις υπόλοιπες συνθέσεις, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο στοιχεία folk rock ψυχεδέλειας και ηπειρώτικης παράδοσης.
Κώστας Μαζιώτης
Lalalar - Hapisteler Ama Yeniliğe Doğru (Les Disques Bongo Joe, 2025)
Οι Lalar (μετάφραση: “Τουλίπες”) είναι συγκρότημα με βάση την Κωνσταντινούπολη και δισκογραφική στέγη την ελβετική “Les Disques Bongo Joe” με έδρα τη Γενεύη. Είναι ένα από τα πολλά τουρκικά μουσικά σχήματα που έχουν βρει καταφύγιο εκτός της πατρίδας τους και κυκλοφορούν τις ηχογραφήσεις τους, δίχως να κινδυνεύουν από την λογοκρισία. Έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά από σινγκλάκια συν δύο άλμπουμς. Τον Νοέμβρη που μας πέρασε κυκλοφόρησαν ένα επτάινιτσο/digital single ακόμη με δυο κομμάτια. Δυσκολεύτηκα να αποφασίσω ποιο κομμάτι να επιλέξω. Τελικά επέλεξα το πρώτο τρακ ή a-side τέλος πάντων. Λέγεται “Hapisteler Ama Yeniliğe Doğru” που σημαίνει, στα τουρκικά πάντα, “Φυλακισμένοι αλλά καθ’ οδόν προς το καινούργιο”. Αποτελείται από στίχους του Τζελαλαντίν Ρούμι, Πέρση μυστικιστή που έδρασε στην Προύσα κατά τον 13ο αιώνα. Για τη μουσική επένδυση των στίχων έχουμε παραδοσιακές μελωδίες, μαζί με κάποια ηλεκτρονικά στοιχεία. Όλα μαζί, συνδυασμένα υποβάλλουν λόγω της “τελετουργικής” ατμόσφαιρας. Να μην σας ζαλίζω, αξίζει να ψαχτεί ο καθένας και η καθεμία (και) με τη σύγχρονη εναλλακτική τουρκική σκηνή.
Μαριάννα Βασιλείου
Xiu Xiu - Xiu Mutha Fuckin' Xiu: Vol. 1 (Polyvinyl, 2026)
Οι Xiu Xiu χαρακτηρίζονται γενικά «πειραματικό» συγκρότημα – εγώ το λέω «αρρωστημένο». Αρρωστημένο γιατί όχι μόνο δεν διστάζει – επιδιώκει μάλλον, θα έλεγα – να σκαλίζει τις πιο διεστραμμένες όψεις της ανθρώπινης φύσης από τη μια και να φωτίζει τα σκοτάδια που κρύβονται ακόμα και στις πιο μεγάλες χαρές. Ο δίσκος αυτός, που ουσιαστικά είναι μια συλλογή διασκευών που έβγαζε το συγκρότημα για τα εγγεγραμμένα στο bandcamp του άτομα από το 2020 και μετά, παραμένει εξίσου άρρωστος με όλο το υπόλοιπο υλικό των Xiu Xiu. Κλειστοφοβικός, βρώμικος, θεατρικός, μοναχικός, οδυνηρός – ξύνει το αρχικό υλικό των τραγουδιών αυτών και το αναγεννά ως κάτι νέο. Σκληρό μεν, ουσιαστικό δε.
Χάρης Συμβουλίδης
The Kid Laroi - Before I Forget (Columbia/Sony Music, 2026)
Αυστραλάκι που πλέον κατοικεί στο Ελ-Έι, ξανθομπάμπουρας, ετών 22, εκτοξεύτηκε σχετικά γρήγορα από το «δεν έχουμε λεφτά» σε μια διασημότητα γεμάτη με αμερικάνικα νούμερο 1, συνεργασίες με τη Miley Cyrus και πολυφωτογραφημένα ρομάντσα με TikTok influencers, αλλά και με την Tate McRae (αυτό συνεχίζεται).
Σε όλα του σχεδόν, ο κατά κόσμον Charlton Howard είναι ένα «kid» της εποχής και της γενιάς του κι αυτό αντικατοπτρίζεται και στη μουσική που φτιάχνει μαζί με μια πλειάδα συνθετών, στιχουργών και παραγωγών –όχι πάντα για καλό. Κάπου, δηλαδή, προβληματίζει με τη στόχευσή του σε μια mainstream pop του είδους που παλιότερα έφτιαχναν τα απανταχού boy bands, μα πλέον σιγομαγειρεύεται με δόσεις απαστράπτοντος R'n'B, αναζητώντας «μαύρα» άλλοθι ή γέφυρες με κάτι πιο χιπ χοπ. Θυμίζοντας πολλά που έχουμε ακούσει (και ξανακούσει), με πρόσοψη μια φωνή κομματάκι παιδική, για την οποία ρισκάρεις ένα γερό στοίχημα ότι, σε τρυφερότερη ηλικία, έχει φωνάξει μ' ενθουσιασμό το όνομα του Justin Bieber.
Ωστόσο, εντός αυτού του μικρού ορίζοντα –και παρά τη βασιλεία του πολλάκις ειπωμένου– ανιχνεύεται και αυτοπεποίθηση, αλλά και τιμιότητα, καθώς διηγείται ιστορίες ραγισμένων μετεφηβικών ερώτων διανθισμένες με νεανικά ερωτήματα για τη ζωή και το αύριο: οι προσεγμένοι, συχνά ανέλπιστα ολοκληρωμένοι στίχοι (π.χ. "Never Came Back", "Me+You", "5:21AM"), καθώς και μια ερμηνευτική πειθώ η οποία υπερβαίνει τις πενιχρές φωνητικές δυνάμεις, βοηθούν τον The Kid Laroi να φανεί ως συμπαθητική περίπτωση στο επίκαιρο αμερικάνικο mainstream. Έστω κι αν υποψιάζεσαι ότι δεν πρόκειται να μας απασχολήσει ποτέ με κάτι το σημαντικότερο.
Χριστίνα Κουτρουλού
Lausse The Cat - The Mocking Stars (Velvet Blues, 2025)
Έργο πυκνό, στοιχειωμένο από ονειρική μελαγχολία, που προσπαθεί να βρει διέξοδο βγαίνοντας στο Διάστημα, ενώ η Γη διαλύεται. Ή μήπως έργο κουραστικό, ελαφρώς απομονωμένο από τον ακροατή και απαιτητικό;
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, αρχικά, ότι όλα αυτά διαδραματίζονται από το βλέμμα μιας απελπισμένης, άυπνης, (από ιδεολογία πια) άνεργης γάτας, που καταρρέει στον σύγχρονο δυτικό τρόπο ζωής και βλέπει τη διάσταση του θανάτου ως την ξεκούραση που δεν έρχεται.
Η νέα δουλειά του Lausse Τhe Cat αναζητά ανθρώπους που αρνούνται να συμβιβαστούν, που έχουν υποφέρει, και που θα νοιαστούν να ακούσουν τους στίχους-οι οποίοι σερβίρονται άλλοτε ως ρίμες και άλλοτε με spoken word, πάνω σε rap-jazz, lo-fi και bossa nova στοιχεία.
Κι ομολογουμένως, υπάρχουν λαμπρές στιγμές οι οποίες χτυπάνε ακριβώς εκεί που σε καταβροχθίζει και φθείρει καθημερινά η ζωή κι ο καπιταλισμός, αναμειγνύοντας παραμυθένια αφήγηση με ωμό ρεαλισμό: μοιάζει σαν να βρίσκεται κανείς στον Κόσμο των Θαυμάτων της Αλίκης, αλλά σε σενάριο του Charlie Kaufman.
Ενώ, παράλληλα, διαπραγματεύεται εσωτερικές εντάσεις που δεν ξεσπούν, παρά μόνο εξομολογούνται αργόσυρτα, εγκλωβισμένες στην αμφιβολία. Συνδεόμενες με ιδεολογικές ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, που δεν βρίσκουν εύκολες λύσεις.
Κι ίσως τα Αστέρια να αποδοκιμάζουν παρά να καθοδηγούν απορομαντικοποιώντας την επιλογή της φυγής, για να επιστρέψει ο Lausse στο αιώνιο υπαρξιακό ερώτημα που έδωσε, ο συμπατριώτης του, Σαίξπηρ, και να αποδεχτεί τελικά την αντιφατικότητα του και την αβεβαιότητα της ζωής.
Απόστολος Βαρνάς
Cassie Watson Francillon – Bardo (Αυτοέκδοση, 2026)
Να λοιπόν που επίσημα και με την βούλα που λένε ανηφορίζω, κατηφορίζω και εξερευνώ τα μονοπάτια της jazz και η πρόταση για τον Φλεβάρη έρχεται από τον χώρο της spiritual και avant garde.
Η Νέα Ορλεάνη είναι η βάση της αρπίστριας Cassie Watson Francillon η οποία αναμιγνύει χορδές, πνευστά και ηλεκτρονικά πειράγματα ομολογουμένως με μεγάλη μαεστρία και η ολοκλήρωση του “Bardo” (στον βουδισμό είναι η ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ θανάτου και μετενσάρκωσης) της πήρε 6 χρόνια για να ολοκληρωθεί, γεννημένο την εποχή της πανδημίας (άμα είναι να βγαίνουν τέτοιες ομορφιές να κλεινόμαστε σπίτια μας πιο συχνά ρε παιδιά), και όταν κάτι παίρνει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ή κάτι πολύ καλό προκύπτει ή καμιά μεγάλη φάβα.
Ευτυχώς για όλους μας εδώ έχουμε να κάνουμε με την πρώτη κατηγορία.
Απαραίτητη η τούμπα (Νέα Ορλεάνη γαρ) αλλά τις εντυπώσεις της κλέβει η τρομπέτα του Aquiles Navarro που ειδικά στο “Don’t Explain” μας τα εξηγεί όλα με το σολ και με το σίγμα, και φυσικά η άρπα που σαν οργάνο έχει αυτόν τον αιθέριο και ντελικάτο ήχο.
Το “Aint Nice” ξεχύνεται σαν ένας ορμητικός παραπόταμος που ανυπομονεί να ενωθεί με τον Μισισιπή με όλη την οργανοθήκη, αναλογική και ψηφιακή, παρούσα και τα πνευστά να πρωταγωνιστούν, αλλά είναι η αναθεματισμένη η άρπα πάλι εκείνη που έρχεται να σε αγγίξει απαλά στον ώμο και να σου ψιθυρίσει «ε ψιτ, χαλάρωσε και αφέσου».
Μαγεμένος από την ομορφιά του, σας απευθύνω την έντονη παράκληση να του δώσετε έστω μία ακρόαση.
Νικόλας Μαλεβίτσης
Coroner - Dissonance Theory (Century Media, 2025)
Έπειτα από (δισκογραφική) σιωπή 22 χρόνων, οι Ελβετοί Coroner επέστρεψαν πριν απο μερικούς μήνες με το καταιγιστικό ‘Dissonance Theory’. Γκρουπ που λάτρεψα στις αρχές των 90s χάρη στους καταπληκτικούς techo thrash δίσκους τους, μοιάζει σα να συνεχίζουν απο το σημείο που μας αποχαιρέτισαν δισκογραφικά με το αξέχαστο ‘Grin’ του 1993. Φανταστικός thrash ήχος με στοιχεία (του αποκαλούμενου πλέον) prog metal με απίστευτη φρεσκάδα που θες να τον ακούς συνέχεια για να σε στέλνει με κάθε ακρόαση! Αριστούργημα!
Ελένη Φουντή
Qasu - A Bleak King Cometh (Phantom Limb, Apocalyptic Witchcraft, 2026)
Είναι η πρώτη φορά που προτείνω μέσα από τη στήλη δίσκο με επιφύλαξη. Όχι λόγω αμφίβολης ποιότητας - αν και τηρώ ορισμένες ενστάσεις - αλλά επειδή είναι για λίγους. Δεν το λέω στη βάση κάποιου ελιτισμού περί δήθεν δυσκολίας κατανόησης, όμως το "A Bleak King Cometh" εκτός από κυριολεκτικά bleak και μουντό είναι και ένα αφοπλιστικά περίεργο άλμπουμ, το οποίο δύσκολα ευνοεί επανειλημμένες ακροάσεις που εδώ καθίστανται απαραίτητες αν πρόκειται να δώσει κανείς μία ευκαιρία στους Qasu. Μόλις ακούσεις λογικά θα φύγεις τρέχοντας. Εκτός και αν, όπως εγώ, σκεφτείς ότι ένας τόσο wtf black metal δίσκος τον οποίο συνυπογράφει μία κατά βάση ambient εταιρεία όπως η Phantom Limb μάλλον θέλει κάποια προσοχή, ίσως και ακουστικά. Εξάλλου, το βρετανικό black metal είναι σε αλματώδη άνοδο με κεκτημένη ταχύτητα από την περασμένη χρονιά όπου διέπρεψε συνολικά, ασχέτως του ότι τον σημαντικότερο μαυρομεταλλικό δίσκο τον έβγαλαν οι Yellow Eyes τελικά, δηλαδή Αμερικανοί.
Οι Qasu περιγράφουν τη μουσική τους ως "ancient future black metal" και η αλήθεια είναι ότι το είδος τους χρειαζόταν τους Blood Incantation του. Μόλις προ τριμήνου μέσα από την παρούσα στήλη αναρωτήθηκα σκόπιμα αφελώς πού αλλού μπορεί να φτάσει το ιδίωμα μετά τη συνεχιζόμενη εξωστρέφεια, την αποδοχή από την indie κοινότητα και τις τομές των Yellow Eyes (και των Defacement), που ανέδειξαν το ανούσιο των συζητήσεων περί gentrification και επιμόλυνσης της αγνής νορβηγικής παράδοσης. Στη.. χωρική επέκταση ωστόσο οι δυνατότητες είναι ανεξάντλητες. Industrial black metal έχουμε ξανακούσει, τα πλήκτρα στην "ωμή μας φάση" είχαν εκλογικευτεί πολύ πριν τους Dødheimsgard. 808 beats όμως; Για να μην αναφερθώ στο autotune που χοντραίνει τη φάση από αποίκηση σε εποίκηση. Η βασικότερη όμως καινοτομία του "A Bleak King Cometh" είναι ότι διαπνέεται από έναν καλώς εννοούμενο πριμιτιβισμό που εξισορροπεί τον electronic/tech χαρακτήρα του δίσκου και συνθέτει ένα περιβάλλον αρχαϊκό και φουτουριστικό μαζί. Παρά το αναπόδραστο των υποψιών ότι εδώ σε μεγάλο βαθμό έχουμε να κάνουμε με ασκήσεις ύφους (εξ ου και οι μικρές ενστάσεις μου), οι Qasu εισαγάγουν σημαντικές καινοτομίες στο black metal με τρόπο πρωτόγονο όσο και πρωτόγνωρο σε ένα ντεμπούτο που αξίζει να ακουστεί, αν μη τι άλλο για τις προοπτικές που ανοίγει. Εμένα σιγά σιγά με κερδίζει κιόλας.
Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Craig Taborn, Tomeka Reid, Ches Smith – Dream Archives (ECM, 2026)
Βασικά πιάνο, τσέλο και drums. Αλλά και ηλεκτρονικά και βιμπράφωνο. Ένα ιδιαίτερο τρίο δηλαδή που παίζει μια μουσική που έχει τζαζ αφετηρία αλλά μερικές φορές η τζαζ τείνει να είναι απόηχος στο τελικό αποτέλεσμα και στο σύνολο. Αυτό βέβαια δεν καθορίζει το αν είναι επιτυχές ή όχι αυτό το αποτέλεσμα. Η πρόθεση είναι η μουσική όχι το στυλ. Δεν υπάρχει στυλ ουσιαστικά. Αυτοσχεδιασμοί και πειράματα όπως κάνουν συχνά οι καλύτεροι παίχτες των τελευταίων ετών που έχουν καταλάβει ότι πολύ μικρή σημασία έχει το στυλ. Σημασία έχει η μαγεία η οποία επιτυγχάνεται όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου που λέγεται ‘Enchant’.
(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Cy Twombly, με τίτλο «Triumph of Galatea», λάδι, κηρομπογιά και μολύβι σε καμβά, 1961)




