Κάτι καλό να ακούσω;

Ιούλιος 2026

Καλοκαίρι είναι και δεν 'ζούμε΄ μόνο στις συναυλίες, που και που ακούμε και κα'ναν δίσκο...

Χάρης Συμβουλίδης

Μιχάλης Τσαντίλας - Δεν Χάθηκα (ανεξάρτητη έκδοση, 2026)

Κι αν άλλαξαν άρδην οι μουσικές εποχές, ο Τύπος εξακολουθεί ν' αποφεύγει τις κριτικές αναφορές σε τραγούδια που δεν αποτελούν μέρος ενός δίσκου ή (έστω) κάποιου ΕΡ –παρότι όλοι, πια, συμφωνούμε ότι βασική «νομισματική μονάδα» του 21ου αιώνα έχει ξαναγίνει το single. Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω, έτσι κινούμαι κι εγώ. Μαθαίνοντας όμως ότι το "Δεν Χάθηκα" δεν θα μπει στο επόμενο άλμπουμ του Μιχάλη Τσαντίλα, ανέκρουσα πρύμναν.

Να ξεκαθαρίσω, βέβαια, ότι αυτό δεν συνέβη επειδή ο δημιουργός του είναι φίλος και επί σειρά ετών συνεργάτης/συνάδελφος (για ένα φεγγάρι κι εδώ στο MiC, μάλιστα), αλλά επειδή το τραγούδι δεν ...χάθηκε από τη μνήμη μου, στους μήνες που ακολούθησαν την κυκλοφορία του. Αντιθέτως, ήρθε συχνά και στο μυαλό μα και στα χείλη, κάνοντάς με να το σιγομουρμουράω, ειδικά εκείνες τις στροφές προς το τέλος.

Κάτι τέτοιο, τώρα, ίσως και να προσπερνιέται εύκολα καθώς τρέχει ο καθημερινός βίος. Προσωπικά, πάντως, δεν το θεωρώ τυχαίο, γιατί συνήθως σηματοδοτεί κάποιες «μετρήσιμες» αρετές. Μια μελωδική στρογγυλάδα, ας πούμε, η οποία πάντα ωφελεί μπαλάντες σαν το "Δεν Χάθηκα", που κρύβουν πλούσιες νότες κάτω από τον ήσυχο χαρακτήρα τους, τη φαινομενικά απλή σύνθεση και την ταιριαστή στον ήχο τους παραγωγή (εδώ δια χειρός Νίκου "Ottomo" Αγγλούπα).

 

Αντώνης Ξαγάς

Γιώργος Κωστογιώργης & Κατερίνα Σισίννι – To φως που μέσα μας κυλά (Nyktimelos Recordings, 2025)

Μετά από δύο δίσκους λες… επιτέλους. Αφού ο μουσικός βρήκε μια δημιουργική περπατησιά και τρόχισε τα εκφραστικά του εργαλεία στο αμόνι της μελοποίησης ποιημάτων, εδώ αποτολμά πλέον την κατάθεση μιας προσωπικής ματιάς. Απαλλαγμένος ίσως και από την βαρύτητα του στοχαστικού ενίοτε και εξεζητημένου ποιητικού/φιλολογικού λόγου (και του ειδικού βάρους των δημιουργών του), μπορεί π.χ. πλέον να ‘κάτσει να γράψει’ και μια ανάλαφρη αλλά συγκινησιακά εύστοχη μπαλάντα για Εκείνη και για τα ‘Πρωινά Λεωφορεία’, για την ‘χειροπιαστή’ δηλαδή καθημερινότητα η οποία μπορεί να μας φαντάζει ‘τετριμμένη’ και…καθημερινή, ωστόσο μέσα από την μουσική μπορεί να αποκτήσει τη δική της ‘ποιητική’ διάσταση. Και τούτο το καταφέρνει πολύ καλά εδώ ο Γιώργος Κωστογιώργης, αντλώντας από μια μελωδική φλέβα η οποία παροχετεύεται κυρίως μέσα από το πιάνο, ένα όργανο που ως γνωστόν ούτε κρύβει ούτε συγχωρεί, όσα πυκνά παραπετάσματα ενορχηστρώσεων κι αν σηκώσει κανείς. Εν προκειμένω δεν χρειάζεται κιόλας…

Η ποίηση ασφαλώς και δεν απουσιάζει εντελώς, άλλοτε με ενσωμάτωση στίχων π.χ. του Ασημάκη Πανσέληνου κι άλλοτε με έμμεσες παραπομπές (γωνία ‘Κουντουριώτου και Οικονόμου’, στο σπίτι δηλαδή όπου αυτοκτόνησε ο Λαπαθιώτης), ωστόσο η γραφή έχει μια ποπ διάσταση, έχει αναφορές σε τοπωνύμια που δημιουργούν συνδέσεις και συνειρμούς, με επίκεντρο ασφαλώς την Θεσσαλονίκη -αλλά πιάνει και Αθήνα (και κάπου εδώ ανιχνεύουμε και την κύρια επιρροή του Φοίβου).

Μουσικά κατά τόπους σε επιστρέφει εκεί, κάπου στα τέλη 80s/αρχές 90s, σε μια ελληνική ποπ που τα επόμενα χρόνια έμελλε να συντριβεί ανάμεσα στις μυλόπετρες του έντεχνου και του σκυλάδικου, είναι και αυτά η παλιακή οργανολογία που χρησιμοποιεί, οι τόνοι του Casio για τους… οδυνηρά μόνους (το έχουμε το υπονοούμενο;) φτιάχνουν ένα κλίμα απαλής εκλεπτυσμένης μελαγχολίας (όπου είναι στιγμές βέβαια που λες, άσε τα ‘άλογα’ -διάβαζε σύνθια- να καλπάσουν), με την φωνή της σταθερής συνοδοιπόρου του σε όλους τους δίσκους Κατερίνας Σισίννι να το αναδεικνύουν μέσα από τα ιδιαίτερα ηχοχρώματά της (αν και κάποιες φορές τα jazzy-swing σπασίματα το οδηγούν σε άλλη κατεύθυνση).

 

Μαριάννα Βασιλείου

Future Islands - From a Hole in the Floor to a Fountain of Youth (4AD, 2026)

Είκοσι χρόνια τώρα ζω μια παράλληλη ζωή με τον (ακριβώς μια μέρα μεγαλύτερό μου) Samuel T. Herring – εκείνος την τραγουδάει στην Αμερική κι εγώ την ακούω στην Ευρώπη. Χορεύουμε με την ψυχή μας χωρίς να μας νοιάζει αν γελάνε μαζί μας, ζούμε με ένα σωρό απώλειες, αγαπάμε ανθρώπους πιο πολύ από τη ζωή μας ακόμα και όταν αυτοί δεν είναι πια κομμάτι της, παλεύουμε με ψυχικές νόσους, θαυμάζουμε τον Σωκράτη και τη φιλοσοφία του, ακούμε μουσική και προχωράμε μπροστά. Η συλλογή αυτή δεν είναι ένα τυπικό επετειακό greatest hits ή best of. Τουναντίον, αποτελείται από είκοσι σπάνια κομμάτια, ακυκλοφόρητες εκτελέσεις και b-sides – ένα τραγούδια από και για κάθε χρονιά από τις είκοσι που υπάρχουν οι Future Islands. Παρά τη χαλαρότητα στην επιλογή των κομματιών ωστόσο, το συνεκτικό στοιχείο που διέπει όλη τη δουλειά των Future Islands είναι και εδώ πανταχού παρόν: η ανοιχτή καρδιά του Sam Herring. Όχι με την γνωστή έννοια της λέξης, αλλά με μιαν άλλη, πιο λεπτή και αδιόρατη: αυτή του ανθρώπου που ανοίγει την καρδιά του και κατεβάζει όλα τα φύλλα της στο τραπέζι, παρακαλώντας μας να μην την κάνουμε κομμάτια.

 

Τάσος Βαφειάδης

Viceroy - Freedom tastes like breakfast (Make Me Happy Records, 2025)

Σίγουρα το ροκ δεν είναι πλέον η πρώτη επιλογή των εφήβων. Οι περισσότεροι νέοι που δεν καλύπτονται από ό,τι προβάλλεται στα κυρίαρχα μέσα, στρέφονται εδώ και χρόνια στο χιπ χοπ. Ωστόσο, το ροκ εξακολουθεί να έχει απήχηση σε κάποιους εφήβους, έστω και λίγους.

Τα δύο αρχικά μέλη των Viceroy γνωρίστηκαν όταν, ακόμη μαθητές λυκείου, έφτιαξαν μια μπάντα για να συμμετάσχουν σε ένα αφιέρωμα στους Joy Division. Στη συνέχεια, προστέθηκε και ένα τρίτο μέλος και, κάπου εκεί, στα Άνω Λαδάδικα, στον 6ο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας (χωρίς ασανσέρ), σε ένα αυτοσχέδιο στούντιο, δημιούργησαν τα τραγούδια που ακούμε στον παρθενικό τους δίσκο (κυριολεκτικά δίσκο, αφού κυκλοφορεί σε βινύλιο).

Ο ήχος των Viceroy είναι επηρεασμένος από συγκροτήματα όπως οι Clash, οι Sonic Youth, οι Fontaines D.C., αλλά και οι συντοπίτες τους Τρύπες. Οι στίχοι τους, από την άλλη, εμπνέονται από λογοτέχνες όπως οι Kerouac, Cummings, Burroughs, Bukowski κ.ά.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα δουλειά από μια ηλικιακά πολύ νεανική μπάντα (πλέον τετραμελή), η οποία πρόσφατα πραγματοποίησε περιοδεία στην Ευρώπη και ήδη δουλεύει τα νέα της τραγούδια. Αναμένουμε…

 

Μαρία Φλέδου

SwallowBlown (4AD, 2026)

Οι Swallow ήταν το πρότζεκτ της Louise Trehy και του Mark Mason. Παρά το βιογραφικό τους, την 4AD και τις σχέσεις τους με τους πάντες στα early 90s, δεν πήραν ποτέ το στάτους που τους άξιζε (βλέπε MBV, Slowdive κτλ), η ιστορία τους ήταν σύντομη και έληξε το 1994 μετά απο συνολικά έναν δίσκο, το 'Blow', ένα rework του δισκου, το 'Blowback' και ένα EP το 'Hush'.

Το 1995 οι Chemichal Brothers χρησιμοποίησαν samples από δύο κομμάτα τους ('Peekaboo', 'Follow you Down') στο 'One too Many Mornings' του ντεμπούτου τους, αλλά και πάλι οι Swallow παρέμειναν στη ζώνη του obscurity. Όμως τώρα επιτέλους ήρθε το σούπερ λouξ re issue των 2 remastered LPs+ένα 12"με τίτλο "Blown" (σε λευκό βινύλιο για εσάς που σας αρέσουν αυτά όπως εμένα) να τα αλλάξει ίσως όλα αυτά.

Εγώ το εύχομαι γιατί:

το 'Blow' είναι από τους αγαπημένους μου δίσκους και αξίζει να τον ακούσετε, το "Head in a Cave" ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια (και σε όλα τα mixtapes που έχω ποτέ χαρίσει από τότε μέχρι τώρα) και το 'Sugar Your Mind' εκτός απο ό,τι κοντινότερο σε χιτ είχαν το 1992 είναι και το καλύτερο παράδειγμα της pop ψευδαίσθησης που κάποιες στιγμές μπορεί να έδινε το shoegaze.

Και δεν θα έλεγα όχι και σε ένα λάιβ.

 

Χρήστος Αναγνώστου

Muse - The Wow! Signal (Warner, 2026)

Παρα το γεγονός ότι διανύουν την τρίτη τους δεκαετία ως σχήμα, σε αυτό το άλμπουμ με εξαίρεση το τελευταίο κομμάτι, καταφέρνουν να μην πλατειάζουν. ΟK, βάζουν και λίγο Ghost στο κρασί τους αλλά αν ένα άλμπουμ με δέκα κομμάτια έχει έξι σινγκλς που ακούγονται τους το συγχωρούμε. Και εδώ είναι το περίεργο, ότι αντί να έχουμε μια σαλάτα από τα ίδια, στο δέκατο άλμπουμ τους μας κρατάει το ενδιαφέρον σε σημείο που κάποια κομμάτια όπως το “Nightshift Superstars” θα ήθελες να τα δεις σε ζωντανή εκτέλεση. Ο Matt Bellamy λοιπόν δεν έχει τίποτα να μας αποδείξει, έγραψε έναν δίσκο-ψυχοθεραπεία και εμείς τον ασπαζόμαστε.

 

Παναγιώτης Αναστασόπουλος

Jalen Ngonda - Doctrine of Love (Daptone Records, 2026)

Αν, ως αντίδοτο στην υπερέκθεση γυμνής σάρκας ως ταυτόσημης του ερωτισμού, αυτό που θα έφτιαχνε το φετινό καλοκαίρι σας είχε μουσική υπόκρουση Motown '60s soul από κοστουμαρισμένους στιλάτους τύπους και γυναίκες με χρωματιστά φουστάνια σε παλ αποχρώσεις, τότε εμπιστευθείτε τα αυτιά και τα μάτια της φαντασίας σας στον Jalen Ngonda. Ακούστε τον να τραγουδά στίχους βγαλμένους από την εποχή που ο έρωτας συχνά ξεκινούσε (και κάποιες φορές τελείωνε) ως ένα οδυνηρά ανεκπλήρωτο υπέροχο όμως παιχνίδι πόθου, χωρίς αναφορές σε εγωισμούς, ηδονές και εκδίκηση. Δείτε πώς ένας ντροπαλός αυτοδίδακτος ταλαντούχος νέος από το Maryland ανδρώνεται μουσικά στο Liverpool και με το δεύτερο άλμπουμ του γεφυρώνει διακριτικά και με γλύκα (πιστέψτε με, δε γίνεται αλλιώς...) την vintage soul κληρονομιά της Motown με τη modern soul, μιλώντας για την αγάπη με εκείνον τον ξεχασμένο, συγκινητικό, ευάλωτο και εν τέλει ανεκτίμητο τρόπο, που πλέον δε θεωρείται απλά παρωχημένος αλλά αφελής.

 

Μιχάλης Βαρνάς

Goran Kajfeš Subtropic Arkestra & Avin Omar – S/T (We Jazz Records, 2026)

Ξεκινώντας ανάποδα από ένα τραγούδι πριν το άλμπουμ. Είναι λίγες μέρες που το αντιλήφτηκα στον απέραντο ωκεανό μουσικών που κυκλοφορούν κι εμείς πάνω σε σχεδία ψαρεύουμε με τα χέρια. Εδώ χωράει σίγουρα ένα αστείο για μια επιδότηση τοξικών τραγουδιών με το κιλό, λαγοκέφαλους κτλ. Θα το αποφύγουμε όμως.

Το τραγούδι είναι το ‘Monsoon’ των Goran Kajfeš Subtropic Arkestra και της Avin Omar. Συνοδεύει το πρωινό μου, όσο χρειάζεται να ψηθεί ένας ελληνικός διπλός μπορεί και τριπλός. Η Avin Omar τραγουδίστρια κουρδικής καταγωγής ερμηνεύει το ‘Monsoon’ στο οποίο εμπεριέχονται στίχοι του Κούρδου – γεννημένου στο Ιράκ – ποιητή Şêrko Bêkes(1949-2013). Ο συνδετικός κρίκος του συγκροτήματος, της Avin Omar και του Şêrko Bêkes είναι η Στοκχόλμη. Το άλμπουμ είναι ένα EP με τρία κομμάτια και είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με τραγουδιστές που πρόκειται να κυκλοφορήσουν μέσα στο 2026 από την We Jazz Records οι Goran Kajfeš Subtropic Arkestra.

Το αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι μοναδικό και ονειρικό.

 

Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης

Onségen Ensemble – A tale (Karisma Records, 2026)

Οι Onségen Ensemble είναι μια κολεκτίβα μουσικών που δραστηριοποιούνται στο Oulu της Φινλανδίας για μια εικοσαετία. Η ονομασία τους είναι εμπνευσμένη από το μουσικό κίνημα της σοβιετικής πρωτοπορίας, το οποίο εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και έφερε ριζοσπαστικές ιδέες, όπως ο πειραματισμός, η ατονικότητα και η χρήση ηλεκτρονικών οργάνων, π.χ. theremin. Παρά τις συχνές ανακατατάξεις στο σχήμα, ο πειραματισμός παρέμεινε σταθερή αξία, καθώς συνδιαλέγονται με δεξιοτεχνικό τρόπο ποικίλα στοιχεία του rock φάσματος (progressive, psychedelic, space, post, stoner), δημιουργώντας ένα μοναδικό και ξεχωριστό αποτέλεσμα.

Στο νέο τους δισκογραφικό βήμα πραγματοποιούν υπέρβαση των δυνατοτήτων τους, καθώς παραμερίζονται τα πολυφωνικά σύνολα, οι απόκοσμες κραυγές, οι παραμορφωμένες κιθάρες και οι μακροσκελείς συνθέσεις, για να δώσουν τη θέση τους σε λυρικές ερμηνείες και κινηματογραφικές ατμόσφαιρες που αναπτύσσονται σε φυσιολογικά χρονικά πλαίσια. Οι επιρροές από τον Ennio Morricone και τη χρυσή εποχή της 4AD είναι αρκετά εμφανείς, ωστόσο ο ήχος διανθίζεται από τη mariachi μεξικάνικη παράδοση, όπως αυτή μεταλαμπαδεύτηκε στη δυτική κουλτούρα μέσω των Love του Arthur Lee στα sixties και των Calexico στα nineties. Η προσθήκη δε της Vilma Pesola στα φωνητικά παίζει καταλυτικό ρόλο, αφού οι ερμηνείες της παραπέμπουν σε δύο μεγάλες φωνές με το ίδιο επώνυμο, τις Elizabeth (Cocteau Twins) και Paula (Tarnation) Frazer.

 

Γιώργος Λεβέντης

Βill Orcutt & Mabe Fratti - Almost Waking ( Unheard of Hope, 2026)

Συνέχεια από τα προηγούμενα. Το 2024 με αφορμή την κυκλοφορία του τότε δίσκου της (τον οποίο με χαρά είχα προτείνει σε αυτήν εδώ τη στήλη), σε μια από τις συνεντεύξεις της η Fratti εκφράζεται θετικά για τον Orcutt (των κάτι σαν θρυλικών 90s noise rockers "Harry Pussy") και αυτός πράττοντας τα δέοντα έρχεται σε επαφή μαζί της. H Fratti έβαλε το τσέλο, ο Orcutt την κιθάρα και μια μικρή art-folk ιστορία γεννήθηκε.

Στα καλύτερά της η αλληλεπίδραση των οργάνων είναι τόσο εύκολη και ενδιαφέρουσα που το ποιος παράγει τι σχεδόν χάνεται. Στα ακόμη καλύτερα η φωνή της Fratti - δυστυχώς εμφανίζεται για λίγο - το απογειώνει. Οι κιθάρες της ωριμότητας του Orcutt είναι πια προσγειωμένες και στοχευμένες χωρίς να χάνουν κάτι από το νεανικό αφαιρετικό πάθος που κάποτε αγάπησαν (;) τα indie αμερικανάκια. Γενικά τα βρίσκουν μια χαρά χωρίς να βάζουν στο κεφάλι σου το δήθεν βάρος μιας συνεργασίας με Σ κεφαλαίο.

Ο δίσκος είναι πιο σύντομος από όσο πρέπει για να βγουν σοβαρά συμπεράσματα και λιγότερο εκλεκτικός από όσο τον φαντάζονται οι δημιουργοί, μια πιθανή δεύτερη προσπάθεια πάντως θα άξιζε τον κόπο.

 

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς

Josephine Foster – Adormidera (Nyahh Records, 2026)

Οτιδήποτε κι αν δοκιμάσει να κάνει η εκπληκτική Josephine Foster έχει αποδείξει ότι το κάνει καλά. Μικρή όταν ξεκίνησε διάλεξε την όπερα, οπότε είναι δεδομένο ότι έχει δουλέψει σκληρά. Έχει τριφτεί με την τέχνη της. Ακολούθησε όμως τελικά έναν πιο προσωπικό και πιο λαϊκό δρόμο. Και έγινε μια από τις πιο αξιόλογες φολκ τραγουδίστριες παγκοσμίως. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που άρχισε να βγάζει δίσκους. Πάνω από 20. Και έχει βγάλει πολλούς. Βρίσκω ότι είναι εντελώς στο στοιχείο της όταν τραγουδά ισπανικά (το ‘Anda Jaleo’ του 2010 ήταν αριστούργημα). Στο ‘Adormidera’ o συνεργάτης της, συνθέτης και κιθαρίστας Victor Herrero γράφει και παίζει και η Josephine μεταμορφώνεται σε Ισπανίδα σειρήνα.

 

Μάνος Μπούρας

Kevin Richard Martin - Sub Zero - Refractions (The Bug/Ghost Dubs remixes) (Pressure, 2026)

Όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν, τουλάχιστον ξέρεις ότι μπορείς πάντοτε να βρεις καταφύγιο στα χαοτικά dub ηχοτοπία του Kevin Richard Martin. Μην ρωτήσετε ποιος είναι πάλι αυτός γιατί, αφενός θα σας κοιτάξω περίεργα λες και ανέφερα τον πιο γνωστό μουσικό παραγωγό που μόνο εσείς αγνοείτε την ύπαρξή του και ντροπή σας (μα μη νοιώσετε άσχημα, ξέρω ότι εγώ έχω το άδικο στη συγκεκριμένη περίπτωση), αφετέρου δεν έχω τη διάθεση - ούτε καν το χώρο, παρά το άπειρο του διαδικτυακού φάσματος - να απαριθμήσω όλα του τα δισκογραφικά κατορθώματα, επειδή είναι άπειρα πάνω κάτω. Πιο γνωστό από τα ψευδώνυμα που κατά καιρούς έχει υιοθετήσει είναι το The Bug, και με αυτό έρχεται να ρεμιξάρει τέσσερα από τα κομμάτια ενός άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει το 2022 με τίτλο ‘Sub Zero’ κάτω από το κανονικό του όνομα. Στην προσπάθειά του αυτή έχει παρέα τον Ghost Dubs, έναν άλλον παραγωγό του ιδίου φυράματος, με τον οποίο είχαν κυκλοφορήσει ένα συνεργατικό άλμπουμ την περασμένη χρονιά με τον τίτλο ‘Implosion’ (ακούστε κι αυτό αν σας δοθεί η ευκαιρία). Αφήνοντας πίσω μας την πολλή πληροφορία, λέμε πως εδώ έχουμε τέσσερα κομμάτια μουσικής γεμάτα αγχωτική ατμόσφαιρα, αστική ζέστη που σου κόβει την ανάσα, υπόκωφα beats που σέρνουν τα πόδια τους και βαραίνουν τα δικά σου, και μια dub χημική ζάλη που ποτέ μα ποτέ δεν παύει να ηχεί γοητευτική. Ο Martin παίζει στα δάχτυλα όλη τη γκάμα της ηλεκτρονικής μουσικής, το φόρτε του βρίσκεται στα ganja-καπνισμένα απόνερά της, φτάνεις δε με την ολοκλήρωση της ακρόασης να πιστεύεις ότι και μόνο μέσω αυτής, τα μάτια σου πρέπει να έχουν κοκκινίσει... Κι αν πρέπει να επισημάνουμε μια αδυναμία του δίσκου, είναι η ep διάρκειά του, που μόλις σε βάζει στο τριπ της έχει τινάξει τα πέταλα. Ευτυχώς, τέτοιου είδους υλικό έχει βγάλει σε τεράστιες ποσότητες ο Martin (και μας το έχει παρουσιάσει ζωντανά στη χώρα μας, με θαυμαστά ευφορικά αποτελέσματα), με λίγο ψάξιμο θα βρείτε όσο τραβάει η ψυχή και το αυτί σας.

 

Ελένη Φουντή

Steven Bernstein - ResoNation Trio / Ultra Resonance (Royal Potato Family, 2026)

Για να προλάβω εύλογες απορίες, το όνομα του label προέρχεται από ανέκδοτο που έχει πει ο Bob Dylan στον ντράμερ Matt Chamberlain. Σημαντική πλατφόρμα της underground avant-jazz σκηνής της Νέας Υόρκης η Royal Potato Family, έχει στηρίξει ουκ ολίγες statement jazz δημιουργίες όπως η παρούσα. Εδώ έχουμε ξεκάθαρη περίπτωση καλώς εννοούμενης φλασιάς, με διπλό δίσκο του τρομπετίστα Steven Bernstein, που σε πλήρη αντιστροφή της συνήθους λογικής ενός επαγωγικού reworking κάποιου πρωτότυπου υλικού, το πρωτότυπο υλικό (του δίσκου ‘ResoNation Trio’) περίπου υπηρετεί τον σκοπό του "reworking" που ακούμε στον δεύτερο δίσκο, Ultra Resonance. Παρά τον κίνδυνο να υπονοηθεί, λανθασμένα, ότι το ResoNation Trio ετεροκαθορίζεται από το δεύτερο μέρος, θα το ρισκάρω γιατί μου παρέχει την πολυτέλεια η ποιότητα της μουσικής. Στο ‘ResoNation Trio’ ο Bernstein επιχειρεί ένα ασυνήθιστα στεγνό jazz τρίο, ακόμα και με όρους των στεγνών jazz τρίο που δεν περιλαμβάνουν λυρικά έγχορδα, με τον ίδιο στις τρομπέτες και το φλικόρνο, τον Nasheet Waits στα ντραμς και τον Scott Colley σε ακουστικό μπάσο. Τολμηρή προσέγγιση που παρεκκλίνει από τις πιο περίτεχνες ενορχηστρώσεις που συνηθίζει ο Bernstein και αυτοτελής επιθυμία του, το ‘ResoNation Trio’ είναι έξοχο έτσι κι αλλιώς.

Η ιστορία αποκτά κινηματογραφικό plot twist στο ‘Ultra Resonance’, το οποίο ξεκίνησε από μία μικρή φιξασιόν του Bernstein με τον δίσκο Garvey's Ghost του Tζαμαϊκανού Burning Spear, μία dub εκδοχή του δίσκου ‘Marcus Garvey’ του ίδιου καλλιτέχνη από τα μέσα 70s. Γιατί να μην κάνω κι εγώ, λέει λοιπόν ο Bernstein, ένα είδος dub με έναν δικό μου δίσκο; Που θα είναι dub από έναν jazz δρόμο; Και εγένετο ‘Ultra Resonance’ σε συνεργασία με τον Scotty Hard, όπου τα κομμάτια του πρώτου δίσκου είναι πλέον αγνώριστα, από 10 γίνονται 8 και έχουν εντελώς διαφοροποιημένα ονόματα, γιατί ο Hard δούλεψε στη λογική της μουσικής σύνθεσης, φτιάχνοντας νέα κομμάτια τελικά, και όχι σαν παραγωγός που ρεμιξάρει tracks. Η διαφορά είναι χαώδης και το ακούμε. Συναρπαστική φουτουριστική δουλειά που όταν θα φτιάχνονται οι διάφορες λίστες "της χρονιάς" θα φροντίσει να έχει απαχθεί από εξωγήινους (τους οποίους ήδη ακούμε στα ηλεκτρονικά μέρη, κάπου εδώ γύρω είναι δηλαδή) για το Άλφα Κενταύρου.

 

Kώστας Καρδερίνης

Savina Yannatou, Gonçalo Almeida, Costis Drygianakis - Independent/Interdependent (defkaz 2026)

Η Σαβίνα Γιαννάτου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις κι όσοι έχουμε χαρεί τις πολύπλοκες και πολυμορφικές φωνητικές της δυνατότητες, ξέρουμε ότι κάθε μα κάθε φορά θα μας εκπλήσσει ευχάριστα με το πόσο ακόμη παραπέρα θα ανοίξει τα όρια και τη γκάμα του φωνητικού της πλουραλισμού.

Ο Κωστής Δρυγιανάκης είναι ευρέως γνωστός στους λάτρεις του παιγνιώδους πειραματισμού και της οπτικής μουσικής του, και φροντίζει πάντα μα πάντα να μας κάνει να αμφιβάλλουμε δημιουργικά για τα σύνορα και τις έννοιες του αυθόρμητου, του τυχαίου και του πειθαρχημένου αυτοσχεδιασμού.

Ο πορτογάλος κοντραμπασίστας Γκονσάλο Αλμέιδα έχτισε διεθνή φήμη με έδρα το Ρότερνταμ, συνεργαζόμενος με πολλούς πρωτοπόρους μουσικούς, διαπλέκοντας τον ιδιόμορφο μινιμαλισμό του σε δρόμους άνετου αυτοσχεδιασμού αλλά και σε δρόμους δύσβατης “πυρηνικής τζαζ”.

Η εμφάνιση του απρόσμενου αυτού τρίο στο Take2 της defkaz στην Μικρή Σκηνή, τον Μάρτιο του 2025, άφησε άναυδους όλους ημάς. Επισφράγιση και ανάμνηση ακουστική είναι τούτο εδώ το βινύλιο που θα μπάσει στο πλάνο και όλους όσοι δεν ευτύχισαν να είναι εκεί και τότε.

Εννοείται ότι αναμένουμε με πολλή ανυπομονησία το ‘Take3’ που ακούω ότι θα συμβεί περί τα τέλη του Σεπτέμβρη. Οι “ανήκουστοι” συνδυασμοί μουσικών και μουσικών είναι βούτυρο στο ψωμί αυτού του έξοχου θεσμού. Εύγε στον εμπνευστή του και εύγε στην defkaz που τον στηρίζει δισκογραφικά.

 

00:00 Μιχάλης Τσαντίλας - Δεν χάθηκα
04:57 Γιώργος Κωστογιώργης & Κατερίνα Σισίννι - Σαν κρύος αέρας
07:30 Future Islands - The Chase
11:02 Viceroy - On A Sunday
13:44 Swallow - Sugar Your Mind
17:49 Muse - Nightshift Superstar
21:54 Jalen Ngonda - Mr. Train Conductor
24:33 Goran Kajfeš Subtropic Arkestra & Avin Omar - Monsoon
31:37 Onsegen Ensemble - Garden Of Celestials
37:46 Bill Orcutt & Mabe Fratti - Todo puede ser error
41:24 Josephine Foster - La Mancha
45:40 Kevin Richard Martin -Too Human (The Bug Remix)
50:44 Steven Bernstein - Ultra Resonance
55:48 Savina Yannatou, Gonçalo Almeida, Costis Drygianakis - Auto_Nomos
 

(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Masami Teraoka με τίτλο «Catfish Envy» (O φθόνος του γατόψαρου). Μεικτή ξυλογραφία και χαρακτική εκτύπωση χρωματισμένη στο χέρι).