Μάιος 2026
Μουσικοί που έχουν διανύσει έναν "μακρύ μακρύ δρόμο" και συνεχίζουν μαζί με άλλους κι άλλες που τώρα ξεκινάνε...
Μαρία Φλέδου
Boney Floyd – Αθήνα (Ανεξάρτητη Κυκλοφορία, 2026)
Boney Floyd είναι το καλλιτεχνικό alter ego του παραγωγού και φίλου μου Πάνου Πομώνη ο οποίος εδώ και κάποια χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Αθήνα και μεταξύ άλλων γράφει, ενορχηστρώνει και ηχογραφεί από το home studio του. Αυτή η πρώτη του επίσημη μουσική κυκλοφορία είναι αφιερωμένη στην νυχτερινή Αθήνα, αλλά ουσιαστικά είναι η εμπειρία της οποιαδήποτε πόλης εκείνες τις ώρες όταν οι δρόμοι είναι άδειοι, ο προορισμός δεν έχει σημασία και νιώθεις ότι για λίγο όλα σου ανήκουν.
Οι επιρροές πάνε από τα μελαγχολικά synths των Japan ως τους χορευτικοτερους New Order και βέβαια το (αθηναϊκό) urban ηλεκτρονικό των Στέρεο Νόβα.
Όντας κι εγώ της ίδιας γενιάς, θέλω την νοσταλγία μου να κοιτάει μπροστά και όχι πίσω, και το ‘Αθήνα’ παρά την DIY και vintage αισθητική του, δημιουργεί τον χώρο για πιο σύγχρονες ερμηνείες αυτής της θεματικής εξερεύνησης του αστικού τοπίου.
Μιχάλης Βαρνάς
L.Y.R - Dark Sky Reservation (Real World, 2026)
Πάνω στο νήμα οι L.Y.R κέρδισαν τον Ringo Starr ο οποίος φαινόταν να παίρνει το χρίσμα του δίσκου του μήνα από κάτι Σουηδούς από το Γκέτεμποργκ. Αλλά επειδή μας αρέσουν οι ποιητικές απαγγελίες μετά μουσικής όπως τα παλιότερα άλμπουμ του Gregory Joseph, μας κέρδισε το ‘Dark Sky Reservation’ των L.Y.R. Το ψάξιμο ξεκίνησε από το να κατανοήσουμε τι σημαίνει το όνομα του συγκροτήματος. Το ανακαλύψαμε σε μια από τις πρώτες συνεντεύξεις τους πριν λίγα χρόνια. Land Yacht Regatta. Το νόημα που κρύβεται από πίσω δεν μπορέσαμε να το ξετυλίξουμε και τι πρεσβεύει για το συγκρότημα. Δεν έχει και σημασία. Τα τρία μέλη του συγκροτήματος, ο ποιητής κι ερμηνευτής Simon Armitage, ο τραγουδοποιός Richard Walters κι ο παραγωγός και πολυοργανίστας Patrick James Pearson έχουν χτίσει το ηχόχρωμα τους, κάτι σαν το δικό τους σύμπαν. Θα μπορούσες να ερμηνεύσεις ότι υπάρχει αρκετό σκοτάδι σε αυτό το σύμπαν αλλά δεν νομίζω πως έχει να κάνεις με καταραμένους ποιητές, κοράκια και τριαντάφυλλα. Είναι περισσότερο η εσωτερικότητα, οι αμφιβολίες για τον κόσμο και το περιβάλλον και ο τρόπος να εκφραστείς σε ένα πολύβουο χώρο κάνοντας ησυχία.
Μάνος Μπούρας
Lost Bodies - Hot Stories (DIY Airlines, 2026)
Δεν έχετε ανάγκη εμένα για να μάθετε ότι οι Lost Bodies είναι ένα από τα σημαντικότερα σχήματα που γέννησε η εγχώρια μουσική (δεν λέω ροκ) σκηνή. Eμείς που το γνωρίζουμε χρόνια τώρα και έχουμε την πάγια ανάγκη να τους βλέπουμε ζωντανά μία δύο φορές το χρόνο τουλάχιστον, ξέραμε ότι καιρό τώρα είχαν μαζέψει υλικό που έπαιζαν στις συναυλίες τους και δεν είχαν καταφέρει να δισκογραφήσει μέχρι σήμερα. Επιστρέφουν λοιπόν με ένα διπλό άλμπουμ δεκατεσσάρων κομματιών, όπου χαρτογραφούν το πρόσφατο καλλιτεχνικό τους προφίλ, το οποίο συνεχίζει την πολυσχιδή σε μουσικό αλλά κυρίως στιχουργικό επίπεδο πορεία τους. Κοινωνική ευαισθησία και ασυμβίβαστο πολιτικό προφίλ καθορίζουν και πάλι το ύφος, πλάι στο αναρχικό χιούμορ και το αταξινόμητο ηχητικό τους στυλ. Με άλλα λόγια, δεν ξέρεις τι θα ακούσεις στο επόμενο του δίσκου κομμάτι, το μόνο σίγουρο είναι πώς οι στίχοι (συχνά παρμένοι από ποιήματα ή κείμενα ανήσυχων συγγραφέων) θα σε κάνουν να σκεφτείς, δίνοντας μια σπάνια διάσταση στο σήμερα της αναιμικής κι αδιάφορης για τα όσα εξωφρενικά συμβαίνουν γύρω μας μουσικής Τέχνης. Κάμποσες συνεργασίες συνεισφέρουν το κατιτίς τους στο συνολικό αποτέλεσμα, αν και εκείνο που μένει στο τέλος της ακρόασης, δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από Lost Bodies!
Άρης Μπούρας
KNEECAP – Fenian (Heavenly/PIAS, 2026)
Αν θεωρεί κάποιος ότι οι περίφημοι πλέον Ιρλανδοί KNEECAP αποτελούν ένα μουσικό πυροτέχνημα με επαναστατική πρόζα, εστιάζοντας στην κοινωνική αναστάτωση που κατά καιρούς προκαλούν, μάλλον θα χρειαστεί να αναθεωρήσει, καθώς μουσικά παραδίδουν κάθε φορά και πιο ενδιαφέρουσες παραγωγές και συμπαγείς συνθέσεις. Στο δεύτερο ουσιαστικά στούντιο άλμπουμ τους, σε παραγωγή Dan Carey (βλέπε Fontaines D.C. και Wet Leg μεταξύ άλλων), αναμιγνύουν περίτεχνα την punk επιθετικότητα τους με την hip-hop, και στιβαρά beats που άλλοτε κινούνται προς την electro house και την πρώιμη rave, κι άλλοτε προς πιο breakbeat ρυθμολογίες.
Οι στίχοι εναλλάσσονται για άλλη μια φορά ανάμεσα στην αγγλική και την ιρλανδική γλώσσα, ενώ στο “Palestine” συμμετέχει και ο rapper Fawzi που ριμάρει στα αραβικά. Στα 14 αυτά νέα κομμάτια δεν λείπει η fun διάθεσή τους, ωστόσο είναι φανερό ότι βαδίζουν προς πιο σκοτεινά και - ας πούμε - ώριμα μονοπάτια. Άξιες αναφοράς και οι συμμετοχές των Radie Peat (Lankum) και Kae Tempest, που κλείνουν αμφότερα όμορφα το “Fenian”.
Εν αναμονή της νέας τους εμφάνισης στη Μαλακάσα.
Μαριάννα Βασιλείου
Nine Inch Nails & Boys Noize - Nine Inch Noize (Interscope, 2026)
Καμιά φορά σκέφτομαι ότι ο Trent Reznor είναι μια από τις ελάχιστες μουσικές ιδιοφυΐες των τελευταίων δεκαετιών. Και μετά, εκεί που αναρωτιέμαι τι άλλο μπορεί να δώσει το μυαλό αυτού του ανθρώπου στον κόσμο, δημιουργεί τους Nine Inch Noize (ένα συνεργατικό σχήμα μεταξύ των Nine Inch Nails και του γερμανοϊρακινού ηλεκτρονικού παραγωγού Boys Noize – κατά κόσμον Alexander Ridha), δίνει με το σχήμα αυτό ένα σαρωτικό live στο φετινό Coachella με τη γυναίκα του Mariqueen Maandig στα δεύτερα φωνητικά – και με επιβεβαιώνει. Το ντεμπούτο των Nine Inch Noize κυκλοφόρησε μόλις λίγες μέρες πριν, το περιεχόμενό του είναι ίδιο με το setlist της εμφάνισης στο Coachella, (νέες εκτελέσεις σε κομμάτια Nine Inch Nails, μια διασκευή στο "Memorabilia" των Soft Cell και μία στο "Parasite" των How to Destroy Angels), είναι κάτι μεταξύ ζωντανού/ηχογραφημένου/ρεμιξαρισμένου άλμπουμ – και είναι δυνατό, ευάλωτο, άγριο, ευαίσθητο και (γιατί όχι;) οργασμικό.
Τάσος Βαφειάδης
GIMMY – Labour of love EP (Third Eye Stimuli Records, 2026)
Θα μπορούσε να είναι το δεύτερο άλμπουμ των Καναδέζων Organ (θυμάστε το “Grap that gun”;) που δεν κυκλοφόρησε ποτέ, αλλά είναι η δεύτερη δουλειά των Αυστραλών GIMMY.
Το νέο τους EP (προηγήθηκε ένα άλμπουμ) περιέχει επτά ρυθμικά τραγούδια με indie rock κιθάρες, που συνοδεύονται από την πολύ ωραία φωνή της Gemma Owens. Τραγούδια για το άγχος, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον έρωτα, τα οποία μπορεί να μην κομίζουν κάτι νέο μουσικά (ποιος το κάνει άλλωστε;), αλλά ομορφαίνουν τη φετινή μας άνοιξη.
Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης
Landowner - Assumption (Exploding In Sound Records, 2026)
Ορμώμενοι από το Holyoke, μια μικρή πόλη στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης των Η.Π.Α. κι έχοντας συμπληρώσει ήδη μια δεκαετία στο μουσικό γίγνεσθαι, οι Landowner κυκλοφόρησαν αισίως το πέμπτο τους άλμπουμ. O τίτλος «Assumption» που μεταφράζεται στα ελληνικά με διαφορετικές έννοιες, στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί ως αξίωση μιας σειράς προβληματισμών που απασχολούν την ανθρωπότητα, στοχεύοντας αφενός στην προσέλκυση ενός ευαισθητοποιημένου κοινού και αφετέρου στην αφύπνιση μιας μεγαλύτερης μερίδας που παραμένει κυνικά αδιάφορη. Τα θέματα που πραγματεύονται είναι η διατάραξη του φυσικού περιβάλλοντος από ανθρωπογενείς παράγοντες, η επίδραση της ψηφιακής τεχνολογίας στις καθημερινές πρακτικές και στις διαπροσωπικές σχέσεις, η άμβλυνση των ταξικών διαφορών και η επιβολή των ισχυρών απέναντι στους αδυνάτους.
Το πενταμελές σχήμα ενσαρκώνει το καλλιτεχνικό όραμα του πολυπράγμονα τραγουδοποιού Dan Shaw, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τους στίχους, τις ενορχηστρώσεις και το εικαστικό μέρος. Η υιοθέτηση του post-punk ήχου αποτελεί τον καμβά όπου ξετυλίγονται οι παραπάνω ανησυχίες, ενώ το do it yourself πνεύμα διακατέχει και ενισχύει τη συνολική αισθητική. Οι εύκολα κατανοητές ερμηνείες αναδεικνύουν γνήσια ψυχικά αποθέματα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον επίπλαστο και δυσνόητο προφορικό λόγο υπερεκτιμημένων καλλιτεχνών από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι μονοπωλούν αδίκως το ενδιαφέρον του κόσμου.
Κώστας Μαζιώτης
Soma - Στη χώρα του φωτός (Magma/Sound Effect Records, 2026)
Να λοιπόν, που μετά τους Bazooka, ο Ξάνθος Παπανικολάου επέστρεψε με νέο σχήμα και δίσκο. Σε παραγωγή Γιώργου Καρανικόλα, οι Soma έβγαλαν έναν δίσκο με τραγούδια που αποτίουν φόρο τιμής σε διάφορες εποχές του ροκ’ν’ρολ: γκαράζ, ψυχεδέλεια, στόουνερ εποχής των Kyuss, νιου γέιβ στο ύφος των Μάγκαζιν και βέβαια γκραντζ. Τα περί αναβιώσεων, ανακατέματος παλιών υλικών, ρετρομανία κλπ τα έχουν αναλύσει πολλοί και πολύ. Το σημαντικό είναι ότι τα τραγούδια των Soma έχουν γερές μελωδίες, είναι παιγμένα με κ@#υλα και πάθος, μερικά σου μένουν και μετά το πέρας της ακρόασης και είναι δίσκος που απαιτούσε την προσοχή μου κατά την ακρόαση. Με δυο λόγια δεν είναι σούπα. Και χαίρομαι ρε φίλε που κάποιοι παίζουν κιθάρες και, ακούγοντας, παρασύρεσαι στην πρακτική του ευγενούς αθλήματος της “αεροκιθάρας” (sic).
Βασίλης Παπαδόπουλος
The Montvales – Path of Totality (Free Dirt Records 2026)
Πατρίδα μας είναι μάλλον η Αμερική, για όσους ακούμε ροκ. Απ΄όλα λοιπόν τα πρόσφατα ακούσματα, αξιόλογα για να μπουν στο κάτι καλό του μήνα, απ΄όλο τον κόσμο, επιλέξαμε ένα ντουέτο από το Σινσινάτι του Οχάϊο που παίζει κάντρι, ξέρετε, με κιθάρα και μπάντζο. Δύο φιλενάδες από παλιά, στον τρίτο τους δίσκο επέλεξαν πλουσιότερο και ογκωδέστερο ήχο με περισσότερα όργανα στην παραγωγή και το αποτέλεσμα τους δικαίωσε. Δύο φωνές που εναλλάσσονται εκπληκτικά ανάμεσα σε έγχορδα - τα τύμπανα συχνά αγνοούνται -ακουστικά και ηλεκτρικά σε ένα αποτέλεσμα που μυρίζει Αμερική. Λιβάδια, καουμπόικα καπέλα, ξύλινες παμπ. Βαθιά Αμερική που πασχίζει να βρει το δρόμο της στο σήμερα. Το αποτέλεσμα είναι φωτεινό και καθόλου οπισθοδρομικό. Η πατρίδα μας δεν μας προδίδει έτσι για άλλη μια φορά.
Χάρης Συμβουλίδης
Ringo Starr - Long Long Road (Universal, 2026)
Ελάχιστοι καλλιτέχνες συνδεδεμένοι με υπερεπιδραστικά συγκροτήματα έχουν εισπράξει κοροϊδία σαν κι αυτή που έχει λάχει στον Ringo Starr. Ακόμα και στην Ελλάδα, ενημερωμένα πηγαδάκια τον συζητούν κατά καιρούς ως το «λιγότερο ταλαντούχο Σκαθάρι» ή ως τον «σούπερ κωλόφαρδο της μουσικής ιστορίας», με διάφορους ταγούς να ειρωνεύονται την περίπτωσή του, τη φωνή του, τη σόλο καριέρα μετά τη διάλυση των Beatles.
Ωστόσο ο Ringo επιμένει να βγάζει δίσκους, ακόμα και στα 85. Και κάποιοι συνεχίζουμε και ν' ακούμε και να γουστάρουμε. Ή, έστω, να ψιλογουστάρουμε χωρίς να παριστάνουμε ότι αν το ‘Long Long Road’ είχε βγει από άγνωστο όνομα, ίσως και να μην το ακούγαμε δεύτερη/τρίτη φορά. Εξίσου αληθές είναι και ότι μερικά τραγούδια ηχούν απλά σε βαθμό απλοϊκότητας, αφήνοντας την παραγωγή του T Bone Burnett, την αρτιπαιξία των μουσικών ή το γενικότερo country pop/rock ύφος με τις παραπονιάρικες steel guitar πενιές να δώσουν το βάρος που από μόνα τους δεν διαθέτουν.
Βλέποντάς το έτσι, πάντως, ξεμακραίνουμε από την ουσία, αφού ο Ringo βγάζει ευχάριστους, γλυκόπικρους, ευχάριστα γλυκόπικρους δίσκους που αποτελούν προέκταση της προσωπικότητάς του: «αναπνέουν» ακριβώς γιατί φιλτράρονται και κοινωνούνται μέσω αυτής. Τελικά, δηλαδή, γίνεται και ο ίδιος μια συνισταμένη σε ό,τι εισπράττεις. Μια κρίσιμη συνισταμένη, ικανή να ζωοδοτήσει στιγμές σαν τα "She's Gone" και "Returning Without Tears" ή το υπέροχα ανασκοπικό, χορτάτο, μακριά από κάθε υποψία γεροντίστικης κλάψας για το πόσο άλλαξε ο κόσμος "Long Long Road" στη βάση μιας αέναης αναβάπτισης στα σχεδόν 60ετή (πια) νάματα εκείνου του «I get by with a little help from my friends».
Αντώνης Ξαγάς
Ão – Malandra (Mayway Records, 2026)
Οι ίδιοι μας ενημερώνουν ότι το όνομά τους προφέρεται σαν το γατίσιο «μιάου χωρίς το μι», ο τίτλος του (δεύτερου) δίσκου τους είναι η πορτογαλική λέξη «μαλάντρα» που χαρακτηρίζει γυναίκα η οποία είναι ταυτόχρονα έξυπνη, γοητευτική αλλά που μπορεί να γίνει και χειριστική και αποπλανεύτρα (σαν ένας συνδυασμός δηλαδή… μαλαγάνας και γαλιάντρας) και αν και τα τραγούδια είναι στα πορτογαλικά η έδρα τους είναι το …Βέλγιο. Μάλιστα για να μην αρχίσουν τίποτις ηθικοπλαστικές δίκες προθέσεων τύπου «δεν δικαιούσαι δια να τραγουδάς» (sic) ή σε πιο διανοουμενίστικο επίπεδο για «πολιτισμική οικειοποίηση», η τραγουδίστρια Brenda Corijn έχει να αντιπαρατάξει οικογενειακές ρίζεις από την Πορτογαλία που απλώνονται ως την Μοζαμβίκη (οι παράπλευρες συνέπειες της αποικιοκρατίας). Έτσι κι αλλιώς όμως στις μέρες μας οι ‘αγορές του κόσμου’ είναι διαθέσιμες σε αναζήτηση του προσωπικού μείγματος και στίγματος, ειδικά –αξίζει να σημειωθεί- στις πιο ανοιχτές κοινωνίες, ειδικά στην προνομιακά και εκ του ασφαλούς αυτομαστιγούμενη ‘Δύση’. Οπότε ναι… ένα βέλγικο κουαρτέτο μπορεί να θέτει το φάντο(υ) υπό το πρίσμα της αλήστου μνήμης indietronica παιγμένης στον καιρό της Ρόζας Ρόζας Ροζαλίας, συνθέτοντας ένα απαλά μελαγχολικό και ατμοσφαιρικά μελωδικό κλίμα (όχι, να μην γράψω όμως «saudade» εδώ).
Γιώργος Λεβέντης
Ben Vince - Street Druid (AD 93, 2026)
Αν είναι να είσαι avant-garde σαξοφωνίστας/πολυοργανοπαίκτης σε αυτή τη ζωή, καλύτερα να είσαι διασκεδαστικός και συναρπαστικός. Καλύτερα η μουσική σου να είναι μαζί εσωστρεφής και εξωστρεφής ή ακόμη προτιμότερο, στο όριο. Καλύτερα να μη σε βαριούνται εύκολα δηλαδή.
Κανείς στοιχειωδώς γενναιόδωρος ανθρώπος δεν θα κατηγορήσει εδώ τον Ben Vince για βαρεμάρα. Όχι μόνο γιατί μαζί με τα κλασικά στοιχεία του κάτι-σαν-τζαζ είδους που μας γυροφέρνει από παντού αυτή τη δεκαετία μας προσφέρει (υπο)τέκνο νότες, dub γειώσεις και ψιλο-κλαμπίστικα κρουστά. Κυρίως γιατί περνάει το σημαντικότερο τεστ μουσικής κατάρτισης, δείχνει ότι μπορεί να ξεφεύγει από τα κλισέ της ψυχεδέλειας χωρίς να αρνείται το βάρος της πρόθεσης.
Οι συνεργασίες έχουν κάνει καλό στον Λονδρέζο και φαίνεται. Μικρότερο σε διάρκεια από όσο θα περίμενε κανείς (ίσως και για καλό), αλλά ό,τι πιο οργανικό και ενστικτώδες έχει παρουσιάσει ως τώρα δείχνει τον δρόμο για ακόμη καλύτερα πράγματα. Μουσική για κάθε συναισθηματική διάθεση και πέρα από είδη - με την καλή έννοια.
Νικόλας Μαλεβίτσης
Foetus – Halt (Ectopic Ents, 2026)
Έπειτα απο σιωπή 12 χρόνων ο JG Thirlwell, επέστρεψε πρόσφατα με ένα καταιγιστικό δίσκο του project του Foetus. Μας χάρισε βέβαια στο ενδιάμεσο φανταστικές μουσικές για σειρές όπως οι ‘Vebture Bros’ και ‘Archer’. Δίσκοι τους οποίους δε χορταίνω να ακούω ιδίως τα ‘Ventures Bros, που ανήκουν στους πιο αγαπημένους μου με soundtrack απο σειρές και ταινίες των τελευταίων ετών.
Το πρόσφατο ‘Halt’ μας χαρίζει έντεκα νέα χορταστικά κομμάτια στο ύφος της αισθητικής που μας είχε συνηθίσει εδώ και χρόνια με τον ήχο του, περιπετειώδη, σαφώς δείχνοντας την εξέλιξή του μουσικά. Θα παρατηρήσει κάποιος αυτή την πρόοδο σε όλη τη ροή του δίσκου απο τους industrial-ίζοντες ήχους, στα θέματα που παραπέμπουν σε αστυνομικές σειρές ή ταινίες (εύλογα θα μνημονεύσει κανείς τα προαναφερθέντα ‘Venture Bros’), γκόσπελ, κ.ά. Δίσκος που χωρίς να φεύγει από τις καταβολές του ήχου που τον έκανε γνωστό χτίζει ένα μαγευτικό σύμπαν που δε σου επιτρέπει να βαρεθείς δευτερόλεπτο. Προκαλώντας αίσθηση επίσης λόγω της πολιτικοποιημένης του ματιάς, καθώς στο μεγαλύτερο μέρος (αν όχι ολόκληρος ο δίσκος) αναφέρεται στα σημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, κάτι που δε φαίνεται μόνο από τους τίτλους των κομματιών του άλμπουμ αλλά και από τους στίχους του. Απο τους πιο αγαπημένους μου δίσκους του 2026 μέχρι στιγμής.
Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Shinichi Atobe – Silent Way (Plastic & Sounds, 2026)
Παρόλο που κάποτε ο Shinichi Atobe είχε βγάλει έναν ωραίο δίσκο στην πολύ σπουδαία techno εταιρία Chain Reaction (που δυστυχώς δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια), απέτυχα στο να τον παρακολουθήσω παραπέρα. Δεν ξέρω γιατί αφού συνήθως με τους Ιάπωνες τα πάω καλά. Ήρθε λοιπόν η ώρα να επανορθώσω μιας και εδώ έχουμε ένα πρώτης τάξεως techno επίτευγμα από αυτά που πάρα πολύ σπανίζουν στις μέρες μας. Η καταγωγή του βέβαια φαίνεται ότι είναι το minimal techno που μπολιάστηκε με το dub που προώθησε με πάθος η Basic Channel (και η θυγατρική της η Chain Reaction που λέγαμε) στα 90s. Στο ‘Silent Way’ αυτά συνεχίζουμε να ακούμε, απλώς εκπλησσόμαστε παραπάνω από το πόσο μεστός, ραφιναρισμένος και πλουσιότερος είναι ο ήχος του Ιάπωνα φίλτατου technατζή μετά από τόσα χρόνια.
Ελένη Φουντή
Yvonne Rogers - The Button Jar (Pyroclastic Records, 2026)
Ευτυχώς δεν χρειάζεται να ορίσουμε τι είναι η τζαζ, το έχει κάνει άλλωστε αριστοτεχνικά ο Leonard Bernstein από το 1956 (με εξαιρετική προσαρμογή στα ελληνικά από τον Σάκη Παπαδημητρίου). Μπορούμε όμως να νιώθουμε τυχεροί που σήμερα το ερώτημα ανακύπτει συνεχώς, η τζαζ σκηνή ανανεώνεται και το νέο αίμα βράζει. Η πιανίστρια Yvonne Rogers μας συστήθηκε πριν τρία χρόνια με το (παραγνωρισμένο νομίζω) "Seeds" στην εκλεκτικότατη Relative Pitch, ως leader κουαρτέτου πιάνου - μπάσου - ντραμς - φωνής. Το ότι ήδη επιχειρεί σόλο πιάνο δίσκο είναι μεγάλο ρίσκο και της βγαίνει απόλυτα. Το ακομπλεξάριστα συναισθηματικό "The Button Jar", μία αναφορά της Rogers στα παιδικά της χρόνια στην επαρχία του Maine, εξισορροπεί μία καλώς εννοούμενη παιδικότητα και νοσταλγία με τη σύγχρονη ακαδημαϊκή αντιμετώπιση της τζαζ και της κλασικής μουσικής ως ενιαίου ηχητικού πεδίου που ωστόσο δεν διστάζει να δείξει όπου χρειάζεται και τις προτιμήσεις της Rogers, υπέρ της τζαζ σαφώς. Δίσκος experimental και μελετημένος αλλά ανθρώπινος. Και με την υποστήριξη της Kris Davis, που τρέχει τη θαυματουργή underground Pyroclastic Records (για την οποία έχουμε ξαναγράψει μέσα από αυτή τη στήλη) που ανέλαβε την παραγωγή και παρότρυνε τη νεαρή Yvonne να δουλέψει πάνω στους αυτοσχεδιασμούς που ποστάρει κατά καιρούς στο instagram ώστε να μας δώσει εν τέλει αυτό το μικρό κομψοτέχνημα. Ναι αλλά γιατί ανακύπτει το ερώτημα "τι είναι η τζαζ"; Ίσως επειδή το "The Button Jar" απηχεί και ένα "εγώ που με βλέπετε up-and-coming μορφή της σκηνής του Brooklyn, είμαι από χωριό". Και αυτή η δήλωση συμπυκνώνει απεριόριστα αποθέματα ελευθερίας.
Παναγιώτης Αναστασόπουλος
Work Money Death - A Portal to Here (ATA Records, 2026)
Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο αιφνιδιασμού στο γεγονός ότι και η τέταρτη κυκλοφορία των Βρετανών Work Money Death με τίτλο "A Portal to Here" προκύπτει από μια spiritual jazz συνύπαρξη, που λοξοκοιτάζει προς την "New Thing" avant-garde και free jazz αυθεντικότητα των '60s. Η διαφορά από τις προηγούμενες εστιάζεται στο ότι εν προκειμένω η βάση της έμπνευσης των Tony Burkill (σαξόφωνο), Neil Innes (μπάσο), Sam Hobbs (ντραμς) και Sam Bel (κρουστά) προέρχεται από τον σχετικά πρόσφατο θάνατο του φίλου κιθαρίστα Chris Dawkins, που έδωσε ένα ελεγειακό χαρακτήρα στις τέσσερις συνθέσεις του άλμπουμ. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πλάι στις διδαχές του Ornette Coleman και του ζεύγους John και Alice Coltrane δε θα διαπιστώσετε επιρροές από την ethno jazz πλευρά του επίσης spiritual jazzman Pharoah Sanders, οπότε όσοι... πιστοί, προσέλθετε!
Kώστας Καρδερίνης
Floros Floridis, Ernesto Rodrigues, Guilherme Rodrigues & Michael Vorfeld - Dots and Dashes (Creative Sources Recordings, 2026)
Εδώ υπάρχει ένα τρίλημμα μεγάλο: Dots and Dashes, Teleies kai pávles ή Τελείες και Παύλες; Και αν αναφερόμαστε στην μουσική με όρους ζωγραφικούς [ορμώμενοι από το έξοχο έργο του Ivo Pereira da Silva στο εξώφυλλο] μπαίνει ένα ακόμη ερώτημα, δίλημμα αυτή τη φορά: πουαντιγισμός ή μετά-εξπρεσιονισμός; Όπως αντιλαμβάνεστε, τα ερωτήματα αυτά είναι ρητορικά. Νάχαμε να λέγαμε δηλαδή. Αυτό που έχει αξία, ίσως, είναι ότι τοιαύτη ακρόαση μπορεί να γεννήσει ευφορία, έστω σε στιγμές ή και σε βούλες. Μπορεί να υποδαυλίσει θυμηδίες, με το υγιές χιούμορ της και την παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα.
Τρεις τετραμελείς συνθέσεις ηχογραφημένες ζωντανά τον Οκτώβρη του 2025 στο βερολινέζικο Kühlspot Social Club, χώρος συνάντησης ανεξάρτητων μουσικών δυνάμεων. Είμαστε/νιώθουμε περήφανοι που στο επίκεντρο αυτού του δίσκου βρίσκεται ο θεσσαλονικεύς Φλώρος Φλωρίδης [κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο] και δεν είναι απλώς αλφαβητική η αναφορά του ονόματός του ως πρώτου. Εξάλλου δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος σήματα μορς για να καταλάβει ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι δύο από τα τρία κομμάτια έχουν ελληνικό τίτλο, όπως διαβάσατε στο προηγηθέν τρίλημμα.
Η πρωτοκαθεδρία των κλαρινέτων του Φλώρου Φλωρίδη οδηγεί τις εξελίξεις και κεντά αριστουργηματικά το μαγικό χαλί που απογειώνει συνολικά το κουαρτέτο. Το στημόνι και το αλφάδι κρατάει με τα έμπειρα χέρια του ο Ερνέστο Ροντρίγκες [βιόλα, κυτίο που τριζοβολά], ενώ συνεισφέρουν δημιουργικά το τσέλο του υιού Ροντρίγκες και τα κρουστά του Βόρφελντ. Το ηλεκτρακουστικό χαρμάνι είναι γλυκόπιοτο, γεμάτο ευφυείς μικροεκπλήξεις και δυο κρεσέντα, χαρακτηριστικά που άρουν τη βαριά σου διάθεση και σε οδηγούν σε απολαυστική χαλάρωση και ευφρόσυνα μειδιάματα. Τελεία και παύλα.-
(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι της Cornelia Fitzroy)




