Μάρτιος 2026
Ευρύ το φάσμα των μουσικών επιλογών για έναν ακόμη μήνα, με την σύγχρονη πραγματικότητα να αποτυπώνεται σε όλη της την ποικιλομορφία
Μάριος Καρύδης
Andrei Nikolsky - Music For Terminals (Palace, 2026)
«Τι θα γράψεις για το Κάτι Καλό αυτού του μήνα;» με ρώτησε η Χίλντα. Ο Αντώνης, που είχε έρθει μαζί με τη Χίλντα από τη δουλειά να μου πουν ένα γεια, με γλίτωσε από την αμήχανη παραδοχή της άγνοιας. «Α, ο Μάριος έχει να γράψει κάτι μήνες…». Πάνω στην αγωνία μου να δικαιολογηθώ απάντησα πως «ε, να, αυτό εδώ ακούω τώρα και μου ψιλοαρέσει. Έχει ωραίο τίτλο, με προφανείς αναφορές — ξέρετε πού — και το εξώφυλλο θυμίζει Blue Note». Του Αντώνη του άρεσε το κομμάτι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή και παρατήρησε πως «μοροντερίζει» αρκετά, θυμίζοντας εποχές «Εξπρές του Μεσονυχτίου».
Πέραν των μπλιμπλικίων του Moroder, τα δάνεια του Nikolsky προέρχονται κυρίως από τις δεκαετίες ’60 και ’70, με ιδιαίτερη προτίμηση στη library music (συμμετέχει ο John Cameron, βλέπε KPM κτλ.), στα soundtracks φυσικά, στη modal jazz (εξού και το εξώφυλλο), στα funky παραληρήματα — μέχρι και disco περιέχει το πρόγραμμα. Η συνύπαρξη όλων αυτών γίνεται αρμονικά και αβίαστα, χωρίς να καταλήγει ποτέ σε fusion (εξ απ’ εδώ). Ένας δίσκος για όλη την οικογένεια, όπως λέει κι ο ίδιος.
Μετά συμφωνήσαμε με τη Χίλντα και τον Αντώνη στο πόσο ρατσιστική ταινία είναι το «Εξπρές του Μεσονυχτίου», αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Μαριάννα Βασιλείου
Carpenter Brut – Leather Temple (No Quarter, 2026)
Έχουμε φτάσει στο σωτήριο έτος 2077. Ο Bret Halford, ο πρωταγωνιστής των δυο προηγούμενων album της τριλογίας του Carpenter Brut (του “Leather Teeth” από το 2018 και του “Leather Terror” από το 2022) είναι κρυοσυντηρημένος επί δεκαετίες, όταν τον ανακαλύπτει η Lita Connor, ηγέτιδα της Αντίστασης ενάντια στον Iron Tusk που καταδυναστεύει την Midwichopolis (διόλου τυχαίο το όνομα, προφανώς…). Η Αντίσταση μόλις έχει βρει το νέο της όπλο. Το ως άνω ακούγεται ως ένα σενάριο ταινίας επιστημονικής δυστοπίας, εφάμιλλης των καλύτερων στιγμών του Τζων Κάρπεντερ και του Τζέιμς Κάμερον – δυστυχώς όμως δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως το soundtrack της, και είναι η νέα δουλειά του Carpenter Brut. Χωρίς στίχους, χωρίς συνεργασίες, χωρίς φωνητικά σχεδόν – μόνο αγνό, ατόφιο synthwave. Θέλει λίγη συγκέντρωση, ειδικά σε μια εποχή γεμάτη αντιπερισπασμούς από το ανελέητο σκρολάρισμα στα κινητά. Αλλά δεν θέλει πολλή προσπάθεια για να σε τραβήξει στον κόσμο του και για να σε κάνει να πλάσεις τις εικόνες της προαναφερθείσας ταινίας μέσα στο μυαλό σου. Και για να παρακαλέσεις Θεούς και Δαίμονες να φωτίσουν κάποιον ή κάποια να τη φτιάξει – μόνο και μόνο για να ακούσεις το “She Rules The Ruins” στη σκηνή που η πρωταγωνίστρια θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα σώσει την κατάσταση, λίγο πριν χαθούν όλα οριστικά.
Νάνσυ Σταυρίδου
Lone Assembly – Knots & Chains (Irascible Records, 2026)
Αν σας έχουν λείψει οι Editors και η βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του Tom Smith, τότε οι Lone Assembly από τη Γενεύη ίσως είναι μια ευχάριστη ανακάλυψη. Το ντεμπούτο άλμπουμ των Ελβετών αυτών κυκλοφόρησε πρόσφατα και η ομοιότητά τους με τους Editors — όχι μόνο μουσικά αλλά και λόγω της φωνής του τραγουδιστή τους, Raphaël Bressler — είναι εντυπωσιακή, χωρίς όμως να περιορίζει την ταυτότητα ή την εξέλιξή τους. Παίζουν post-punk με δυνατές κιθάρες, μελωδικά μπάσα και ατμοσφαιρικά, σκοτεινά synths. Σε αυτή τη δουλειά δεν ρίχνουν καθόλου τον ρυθμό: υπάρχει μια δυναμική από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο κομμάτι, καθώς και μια ιδιαίτερη μουσική ομοιομορφία ως προς την ένταση, η οποία είτε θα σε κερδίσει από τις πρώτες νότες — και θα δυσκολευτείς να ξεχωρίσεις αγαπημένο κομμάτι — είτε απλώς θα σε αφήσει αδιάφορο.
Μεγάλο συν αποτελεί και η σύγχρονη παραγωγή, η οποία δεν κάνει τον ήχο να ακούγεται παλιομοδίτικος ή «μία από τα ίδια», αλλά αντίθετα μοντέρνος και φρέσκος.
Αυτή η μουσική συνοχή, σε συνδυασμό με το πάθος που εκπέμπει ο δίσκος, αρκεί για να τους παρακολουθήσω στο μέλλον — και, γιατί όχι, να σπάσω τα δεσμά και να ταξιδέψω για να τους απολαύσω ζωντανά. Άλλωστε, μέσα από τους μελαγχολικούς στίχους, οι οποίοι αναφέρονται σε προσωπικά αδιέξοδα, υποβόσκει μια κρυφή προτροπή να ξαναβρούμε τη χαμένη ισορροπία μας.
Χάρης Συμβουλίδης
Dntel - Enya Mixes ΕΡ (Fleetway Tapes, 2026)
Τα χρόνια (σίγουρα) περνούν, ο Τύπος δεν παύει να πιπιλάει την «pop culture» καραμέλα, όμως οι χίπστερ ταγοί της χρειάστηκε ν' ανακαλύψουν την Enya –μια καλλιτέχνιδα που ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία με χέρια και με πόδια, μετά από πωλήσεις 75.000.000 αντιτύπων και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Τραγουδιού σχετιζόμενη με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».
Αν μη τι άλλο, λοιπόν, κάποιοι γελάσαμε τρανταχτά όταν «ανακαλύφθηκε» από τους Florist, από τον Panda Bear ή από το Pitchfork της τρέχουσας δεκαετίας. Στον αντίποδα, άνθρωποι με τις δικές τους εναλλακτικές διαδρομές σαν τον Καλιφορνέζο Dntel (The Postal Service, Figurine) ήταν πάντα εκεί ως σιωπηλοί σκαπανείς και θαυμαστές της παρακαταθήκης της. Και τώρα, μια σειρά από remixes που είχαν αφεθεί σε ημιεπίσημη ιντερνετική τροχιά πίσω στο 2010/11, αποκτούν φρεσκαρισμένες μίξεις και κυκλοφορούν επισήμως –έστω και μόνο σε κασέτα.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι ο Dntel το έχει σκεφτεί καλά, αφού δουλεύει σε διαφορετικούς άξονες: πότε αφήνοντας άθικτες τις χαρακτηριστικές φωνητικές μελωδίες της Ιρλανδέζας ερμηνεύτριας, πότε αξιοποιώντας το δικό του στυλ με τρόπους επαρκώς απομακρυσμένους από διάσημα σαμπλαρίσματα (π.χ. Fugees), πότε πλάθοντας καινούριες ατμόσφαιρες στις οποίες εντάσσει το γνώριμο υλικό. Τίποτα, βέβαια, δεν υποκαθιστά την αυθεντική Enya εμπειρία, όμως το ΕΡ λειτουργεί μια χαρά ως συμπλήρωμά της.
Μαρία Φλέδου
Magi Merlin – Popstar (Bonsound, 2026)
Η πρόταση μου για τον Μάρτιο είναι το καινούριο single της Καναδής Magi (Μάτζαϊ) Merlin η οποία τα τελευταία 2-3 χρόνια έχει κυκλοφορήσει κάποια πολύ κουλ EP και κομμάτια και της χρωστάω μια θέση στο mixtape από το περσινό της cover του ‘Pop Pop Pop’ των Idles.
Η ίδια περιγράφει την μουσική της ως ‘broken R&B,’ εμένα μου ακούγεται κάπου ανάμεσα σε κλασσικό R&B και αυτά τα ωραία τύπου witch house/darkvapourwavey που εμφανίστηκαν στο τέλος των 00s και έκαναν την μουσική λίγο πιο exciting πριν τα κατακλέψει το mainstream και μείνουν για πάντα στο obscurity. Ίσως για αυτό χαίρομαι να ακούω την Magi και το ‘Popstar’ όλο και πιο νωρίς στο Radio 6, γιατί τα ξανάπιασε όλα αυτά μαζί και μέχρι στιγμής έχει φτιάξει κάτι ενδιαφέρον και μουσικά αλλά και ως image .
Και εκτός από όλα τα παραπάνω έχει και πολύ ωραίες απόψεις.
Κώστας Μαζιώτης
Gorillaz – The Mountain (Kong, 2026)
O Damon Albarn στα γεράματα ξαναέγινε ίντι, μιας και το νέο άλμπουμ των Gorillaz το βγάζει εκτός του κυκλώματος των λεγομένων major labels. Μας είχε προϊδεάσει για το νέο άλμπουμ με μια σειρά κομματιών από το περασμένο καλοκαίρι και ύστερα. Το «The Mountain» είναι ποπ – και πολύ καλά κάνει – είναι βουτηγμένο στις μουσικές της ινδικής υποηπείρου – χαρακτηριστική και ουσιαστική είναι η συμμετοχή της Anoushka Sankar και άλλων παραδοσιακών οργανοπαιχτών – έχει και αντηχήσεις από το επέκεινα, καθώς περιλαμβάνονται ηχητικά δείγματα από μούρες όπως ο Dennis Hopper, ο Mark E. Smith κ.ά. Το κυριότερο: διαθέτει ένα πολύ δυνατό ρέγκετον κομμάτι, το ‘The Manifest’ το οποίο ειλικρινά δεν χορταίνω! Ωραίος ο Δάμων!
Χίλντα Παπαδημητρίου
Baxter Dury – Allbarone (Heavenly, 2025)
«Κάτι καινούργιο» δεν το λες ακριβώς, αφού ο όγδοος δίσκος του Baxter Dury κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2025, αλλά τώρα μόλις βρήκα τον χρόνο να τον ακούσω προσεκτικά. Στη συνέχεια, αν θέλω να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: μου αρέσει πράγματι τόσο πολύ, ή παίζει τον ρόλο της η φωνή του Baxter που έχει το ίδιο ηχόχρωμα με του Ian; Αυτό που τολμώ να διατυπώσω μετά βεβαιότητας είναι πως το ‘Allbarone’ δεν μου θύμισε καμία άλλη λουστραρισμένη καινούργια κυκλοφορία, αφού εδώ και καιρό, «όλα κάτι μου θυμίζουν και δεν ξέρω τι» για να δανειστώ τον χρησμό του Λουκιανού Κ. Αναμφίβολα μου θυμίζει τον μπαμπάκα του στα καλύτερά του, είναι σαν να βλέπω τον Ian να χαμογελάει σαρκαστικά: κάτι ο κυνισμός των στίχων, κάτι τα κοφτά ηλεκτρονικά περάσματα, κάτι η δήθεν ανέκφραστη εκφορά του λόγου, η ψυχρή αποστασιοποίηση των φωνητικών από το περιεχόμενό τους – ακούστε το ‘Mockingjay’ και θα με θυμηθείτε.
Στα υπέρ του άλμπουμ τα φωνητικά της φοβερής και τρομερής JGrrey aka Jennifer Clark, μιας 30χρονης Λονδρέζας που τραγουδάει έχει αφομοιώσει δημιουργικά στοιχεία των jazz, neo-soul και R&B.
Τέλος, διαλέγω τον Baxter πανευτυχής που φέτος θα τον δω επιτέλους -αν δεν μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, φυσικά, όπως όλες τις προηγούμενες φορές που ήρθε. Και από το ‘Allbarone’ διαλέγω το ‘Return of the sharp heads’, στο οποίο κοροϊδεύει δηκτικά τους soul-fuckers καλοζωισμένους Λονδρέζους. Πού είσαι, Ian, να δεις τον παλιομοδίτικο αυθεντικό μηδενισμό του punk να μας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα!
Χριστίνα Κουτρουλού
Stolen Mic - Το Παιδί του Διπλανού Πόρταλ (Ανεξάρτητη κυκλοφορία, 2026)
Το νέο άλμπουμ του Stolen Mic μπορεί να μην προσθέτει φοβερές καινοτομίες ή στοιχεία που αρκετοί ίσως καρτερούσαν να δουν να εξελίσσονται. Παρόλα αυτά, συνεχίζει να χτίζει σταθερά την καλλιτεχνική του πορεία με ξανοίγματα στον ήχο, παίζοντας περισσότερο δημιουργικά με τα κομμάτια σε επίπεδο παραγωγής. Η ροή που τους δίνει, δηλαδή , μοιάζει σα να προσπαθεί να τα καταστήσει σχεδόν αυτόνομα, εντός όμως του συνολικού κόνσεπτ.
‘Το Παιδί του Διπλανού Πόρταλ’ ξεκινά σαν ένα μικρό ζέσταμα, προσφέροντας πιο ατμοσφαιρικά πλαίσια, όπου ξεχωρίζει και η πινελιά/feat του Jaul. Για να έρθει αργότερα, αυτή η γνώριμη αφηγηματική σκοτεινιά και η πιο προσωπική, εξομολογητική διάθεση του Stolen Mic. Καταιγιστικός σε σημεία, αλλά κυρίως εσωτερικός, απλώνει στο διάβα του ρίμες υπαρξιακού ενδιαφέροντος, σαν έναν μονόλογο που η κοινωνική κριτική, περνά πάντα μέσα από το βιωματικό του φίλτρο. Μεταξύ φαντασίας και καθημερινότητας στην πόλη, επεκτείνεται μια δική του γλώσσα: διαστημική αλλά και προσγειωμένη ταυτόχρονα, με ποιητικές υπόνοιες για το πέρασμα του καθενός από αυτόν τον κόσμο.
Άρης Μπούρας
Gorillaz – The Mountain (Kong, 2026)
Αν μου έλεγε κάποιος, εκεί κάπου στα μέσα των ‘90s, ότι αυτό το όμορφο αγόρι της brit pop σκηνής που τραγουδάει με τους Blur, πως θα εξελιχθεί τριάντα χρόνια μετά, σε έναν από τους σπουδαιότερους pop μαέστρους και μάγους της μουσικής, θα τον κοιτούσα μάλλον κάπως αμήχανα (παρότι δημόσια δηλωμένος fan των Blur). Εν αναμονή και της εμφάνισής τους στην Ελλάδα, οι Gorillaz επιστρέφουν με το ένατο παρακαλώ άλμπουμ τους, κι έναν σκασμό από guest μουσικούς. Από τους Anoushka Shankar, Omar Souleyman, Black Thought, Johnny Marr, Gruff Rhys, Idles και Sparks, μέχρι τα μεταθανάτια περάσματα των Bobby Womack, Mark E. Smith και Tony Allen, μεταξύ άλλων. Και παρόλο που ισχύει πολλάκις το γνωμικό, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι…, στην προκειμένη περίπτωση το άλμπουμ κυλά αψεγάδιαστα, αγγίζοντας από την soul και την hip hop, έως την post punk και την indie rock. Κι όλα αυτά με ένα αέρινο πέρασμα από ήχους και επιρροές που έρχονται από την Ινδία αλλά και την - δυστυχώς πάλι επίκαιρη - Μέση Ανατολή. Και παρόλο που διαθέτει τα 3-4 electro pop καλούδια που εκτοξεύουν το σύνολο στην κορυφή της εμπορικότητας, θεωρώ πως οι πιο ενδοσκοπικές και λυπητερές στιγμές του άλμπουμ είναι αυτές που κάνουν το ‘Mountain’ να ξεχωρίζει.
Βασίλης Παπαδόπουλος
Mink's Miracle Medicine - Daddy's Drinking Again (Αυτοέκδοση, 2026)
Γκρινιάζαμε τον προηγούμενο μήνα, μας τιμώρησε ο καλός θεούλης και δεν ξέρουμε τι να πρωτοδιαλέξουμε αυτό το μήνα. Νέο Weyes Blood, ολόφρεσκος Bill Callahan 58 ετών, νέο Keys to the Astral Gates and Mystic Doors μαζί με άλλους φρέσκους μπλακμεταλάδες Bloody Keep και Sanguine Wounds στη δισκογραφική της φυλής στην Καλιφόρνια Grime Stone Records, νέο από το φέρελπι ρομαντικό Julian Ash (ως Omnihell) και δύο – τρία άλλα που ελπίζουμε να βάλουμε στις στήλες της δισκοκριτικής. Για όλα και για όλες έχει ο μπαξές. Προς το παρόν για το Κάτι Καλό του μήνα διαλέγουμε τους Mink’s Miracle Medicine από τη Δυτική Βιρτζίνια, περιοχή με ιστορία στην παραδοσιακή μουσική, ήτοι στην country folk, που πιστά διακονεί αυτό το ντουέτο στη μουσική και μάλλον και στη ζωή. Εδώ στο σύγχρονο δημώδες ‘Daddy’s drinking again’, τραγουδούν για πάθη και αγωνίες του σημερινού ανθρώπου. “Ο πατέρας πίνει πάλι, στο γάμο δεν μπορεί να’ρθεί – Ο γόνας του λέει τον πονεί, ντάντυ πληζ ντο’ντ ντου δις το μι – Σόρρυ γιε μου δεν μπορώ να ‘ρθώ, το σκύλο δεν μπορώ στο σπίτι να αφήσω – Δεν προσπαθώ να προσποιηθώ, μόνος μου θέλω να αυτοκοροϊδευτώ”.
Μιχάλης Βαρνάς
The Olympians – In search of revival (Daptone Records, 2026)
Ένας Αμερικάνος στην Ακρόπολη. Εναλλακτικός τίτλος αφιερώματος στους Olympians, ένας Αμερικάνος στις Κυκλάδες. Διότι η γέννηση των Olympians από το Μπρούκλιν κάπως έτσι προέκυψε όπως και το πρώτο τους άλμπουμ πριν δέκα χρόνια. Ο παραγωγός Toby Pazner σε μακριές διακοπές στην Αθήνα και τα νησιά αγάπησε το μέρος, τις ιστορίες του, τη μυθολογία του, τις παραλίες, τα ελληνικά μοχίτο και από όλα αυτά και λίγο από Ολυμπιακούς αγώνες προέκυψαν οι Olympians. Στο πρώτο τους άλμπουμ η θεματολογία και οι τίτλοι των κομματιών έχουν ως θέμα την ελληνική μυθολογία. Είχε κυκλοφορήσει από την Daptones όπως και τώρα με ένα εξαιρετικό εξώφυλλο.
Στο νέο τους άλμπουμ η Ελλάδα απουσιάζει, υπάρχει όμως η Καλιφόρνια. Έχει μείνει όμως το όνομα. Οι διαφορές με το ντεμπούτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Ίσως λίγο περισσότερο γουέστερν. Η ινστρουμένταλ σόουλ ως κυρίαρχο πνεύμα. Ωραίες απογευματινές μελωδίες για να φροντίζεις τον κήπο σου ή να συνοδεύουν ένα μακρινό τηλεφώνημα. Το περίμενα με ανυπομονησία και είναι ωραίο κι αν είχα και κήπο τα πάντα θα ήταν ιδανικά.
Τάσος Βαφειάδης
Flip Top Head – Trilateral Machine (EP) (Blitzcat Records, 2026)
Οι Flip Top Head είναι ένα σεξτέτο από το Μπράιτον, μια πόλη που τα τελευταία χρόνια εμφανίζει έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα. Ενάμιση χρόνο μετά το πρώτο τους EP, το μουσικό σχήμα επανέρχεται με ένα δεύτερο (EP), στο ίδιο indie, avant-garde ύφος. Τα τραγούδια τους δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο «Εισαγωγή–Κουπλέ–Ρεφρέν» και βασίζονται στην αιθέρια φωνή της Bowie Bartlett. Ακανόνιστες μελωδίες που σε ταξιδεύουν στα τοπία της Νότιας Αγγλίας και σε ωθούν να τις ακούσεις ξανά και ξανά.
Αν και «όλα έχουν παιχτεί», δεν μπορείς να μην διακρίνεις κάτι φρέσκο στον ήχο τους.
Γιώργος Λεβέντης
Annie Hogan - Tongues In My Head (Downwards, 2026)
Από όλα τα ωραία που έχει κάνει η Annie Hogan (μερικά τα λες και θρυλικά) και την ανέδειξαν σε avant-goth ιέρεια, αυτό εδώ ανήκει στα πιο ενδιαφέροντα. Αφού πέρασε μια ζωή δίπλα σε μια… ενοχλητικά έγκριτη λίστα συνεργατών (Cave, Adamson, Lydia Lunch, Wolfang Flur, Almond, Neubauten κλπ), έχει δημιουργήσει εδώ και καιρό τον δικό της μικρό synth/chamber κόσμο, όχι όσο πρωτότυπο θα της επέτρεπε να ψάξει την ιδιοφυΐα μέσα της, αλλά σταθερά αξιόλογο για να δικαιολογεί κάθε επόμενο βήμα.
Τα είναι-drums-ή-μήπως-drum-machine κρουστά και τα είναι-πιάνο-ή-μήπως-κρυφό-theremin jazzy πλήκτρα έχουν και εδώ τον πρώτο λόγο, μαζί με μυστήρια post-shoegaze φωνητικά και τη διαρκή αναζήτηση της κατάλληλης δόσης minimal. Όσο πρέπει δηλαδή για να σε κρατήσει στον κόσμο της και να μη σε πάει στους κλισέ δρόμους όσων φαντάζονται ότι γράφουν δίπλα στον Bowie την περίοδο του Βερολίνου.
Μέχρι να αποφασίσεις αν η μικρή διάρκεια του δίσκου την αδικεί ή την βοηθάει, έχεις ήδη σκεφτεί ότι κέρδισε το δικαίωμα για την επόμενη πίστα που είτε θα είναι ο δίσκος που πραγματικά θέλει να βγάλει και όλο γυροφέρνει (κάτι σαν τον Cohen να βάζει τάξη στο ‘Amnesiac’ των Radiohead) είτε επιτέλους θα συναντήσει το άλλο της πεπρωμένο και θα γυρίσει μια μεγάλη ταινία.
Βασούλα Τσιμινάκη
Hen Ogledd – Discombobulate (Domino Recording, 2026)
Και να που μέσα στον πιο απέραντο λειψό Φλεβάρη του 2026, η ομορφιά της χαοτικής μουσικής εναρμονίζεται με τον επαναστατικό στίχο και βρίσκει τον ιδανικό εκφραστή της στο ιδιαίτερο μουσικό σχήμα Hen Ogledd, που σημαίνει στα oυαλικά "Ο Παλιός Βορράς" (αυτό ήταν το όνομα για τα βορειότερα μέρη της Αγγλίας, τη σημερινή Κούμπρια, και τα νοτιότερα μέρη της σύγχρονης Σκωτίας), και αποτελείται από τέσσερα μέλη.
To 2013, η αγάπη για τον αυτοσχεδιασμό και την πειραματική μουσική οδήγησε στη συνεργασία του folk μουσικού Richard Dawson με τον αρπιστή και συνθέτη Rohdri Davis, στους οποίους προστέθηκε, τρία χρόνια αργότερα, η ηλεκτρονική μουσικός Dawn Bothwell ακολουθούμενη από την Sally Pilkington σε πλήκτρα και φωνητικά, ώστε να πάρει την τελική του μορφή αυτό το μουσικό πρότζεκτ, που ο ήχος του είναι αδύνατο να καταταχτεί και κάθε του κομμάτι και άλμπουμ είναι μοναδικό και ιδιαίτερο.
Στο φετινό τους άλμπουμ, το ‘Discombobulate’ (που μου θυμίζει έντονα τους πολυαγαπημένους μου The Revolutionary Army of The Infant Jesus), υπάρχουν όλες αυτές οι επιρροές, από την folk και την ουαλική μουσική παράδοση μέχρι την free jazz, από ηλεκτρονικά ακούσματα και ηχογραφήσεις πεδίου μέχρι μεσαιωνικές μελωδίες, από τις φωνές της κόρης της Dawn και των παιδιών του Rhodri μέχρι τους prog/art rock ήχους μπλεγμένους με χορωδιακά μέρη, ομιλούντα λόγο, world music και RIO, όλα δεμένα τόσο φυσικά και αριστοτεχνικά, που δεν σ' απασχολεί το είδος της μουσικής προσέγγισης των καλλιτεχνων που συμμετέχουν, ούτε υπάρχει λόγος μουσικής ταξινόμησης για τα αυτιά της ψυχής· κλείνεις τα μάτια και ταξιδεύεις.
Ήχος φρέσκος, αχαρτογράφητος, αναζωογονητικό ταλέντο που ξεχειλίζει - πόσο το έχουμε ανάγκη! (Πολύ σημαντική η συμμετοχή του Αυστραλού ντράμερ Will Guthrie, που "παίζει στα περισσότερα κομμάτια και ζωντανεύει τα πάντα - είναι σαν τον υδράργυρο, που λαμπυρίζει ανάμεσα σε όλα", όπως είπε ο Rohdri Davis).
Ο στίχος των τραγουδιών επαναστατικός, γλυκόπικρος, συναισθηματκά φορτισμένος, με αναφορές στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα των ημερών, στη βία, στον πόλεμο, με κάποιους τόνους ελπίδας και αισιοδοξίας, με την αγωνία για όσα χάνονται που γεννούν την αίσθηση του χάους και την ανάγκη να πιστέψεις σε κάτι - ίσως στην ομορφιά της μουσικής βρεθεί λίγη παρηγοριά. Το τραγούδι που επέλεξα, “Scales Will Fall”, αλλόκοτα όμορφο, γρατσουνάει λίγο σαν το μωρό της Ρόζμαρυ, συγκλονιστικά ακατάταχτο, με συναρπαστικό ήχο, λόγο και χορωδιακό μέρος, δουλεύει σιγά-σιγά μέσα σου και σ΄απογειώνει με την υπέροχη τρομπέτα σε μια αναπόφευκτη κλίμακα ψυχικής ανάτασης.
Όσο για το πανέμορφο εξώφυλλο, δεν είναι παρά η δημιουργία του απίστευτου Richard Dawson, ο οποίος μας αφηγείται πώς πριν από μερικά Χριστούγεννα έφτιαξε έναν μεγάλο πίνακα, τον έκοψε σε 36 κομμάτια και τον μοίρασε σε φίλους και συγγενείς ώστε αυτή τη στιγμή να βρίσκεται σκορπισμένος σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ βρήκε μια άλλη ζωή στο σχήμα του ΑΣΥΝΔΕΤΟΥ εξωφύλλου του άλμπουμ. "I think both the music and the picture have the right spirit - a messy celebration of the wonder of life in the face of terrible adversity (the adversity in this case being: I can’t paint"
Παναγιώτης Αναστασόπουλος
Twisted Teens - Blame the Clown (Jazz Life, 2026)
Τη σχέση του punk με την country τη μάθαμε από την εποχή των Gun Club και των Violent Femmes ως ένα εκλεκτικά σπάνιο πρισματικό αποκύημα μουσικής συνεύρεσης των Stooges και των New York Dolls με τον Johnny Cash. Σήμερα τη θυμόμαστε διαποτισμένη από την υγρασία των βάλτων της Νέας Ορλεάνης μέσα από το δεύτερο άλμπουμ των Twisted Teens, που ακούγεται ακατέργαστο σαν από χρονοκάψουλα, με κάτι λίγο μεγαλύτερα ή και μικρότερα από δίλεπτα σαλεμένα steel-guitar lo-fi garage punk και old-school country τραγούδια, που υπογράφουν τα δύο μέλη της μπάντας, ήτοι ο Caspian Honeywell (Blackbird Raum, Chardonnay, CPNPC) και ο Razor” Ramon (RJ) Santos. Κατά τα άλλα, υπάρχουν όσα φαντάζεστε: τραχιά φωνητικά σαν από φαρυγγίτιδα χρόνιου καπνιστή, παρανοϊκοί στίχοι μαύρου χιούμορ για συνοδοιπόρους ανθρώπους και πετεινούς, διαφωτισμούς σε ακούσιες ψυχιατρικές νοσηλείες και την πορεία αποκομμένου δέρματος περιτομής που πετιέται από ένα παράθυρο αυτοκινήτου και καταλήγει στη νυχτικιά μιας περαστικής γυναίκας. Δηλαδή, 100% παλαιάς κοπής - όχι το δέρμα, το άλμπουμ.
Ελένη Φουντή
Unmother - State Dependent Memory (Fiadh Productions, 2026)
Αν απευθυνόμουν μόνο σε ανθρώπους που με ξέρουν καλά, θα έγραφα ότι αυτός ο δίσκος με έκανε να ξανακούσω μετά από χρόνια Mogwai και τέλος. Δεν μπορώ με τίποτα να ακούσω πλέον post rock, τουλάχιστον όχι τη γνωστή εσωστρεφή πλευρά του που ανακυκλώνεται αενάως σε μία άσκοπη προσπάθεια να ξεφύγει από την κατάρα του "Come On Die Young" και των GY!BE. Ευτυχώς η παρούσα στήλη επιλογών δεν προσφέρεται για ανάπτυξη παράπλευρων θεμάτων και θα σταματήσω εδώ, με την επισήμανση πάντως ότι η εμμονή των ποστροκάδων να εγκαλούν τους μεταλλάδες για γραφικότητα είναι από τα πιο αστεία και χαριτωμένα φαινόμενα στα μουσικά. Για παραπλήσιους λόγους με δυσκολεύει και το post metal. Αν με δέσεις και με βάλεις να ακούσω Pelican μπορεί να τρελαθώ. Κάποτε τρέχαμε στα Παρίσια να τους δούμε, τι να πεις. Από την άλλη, ίσως αυτό να είναι και το υγιές. Πόσο να στηρίξεις ένα μουσικό είδος υψηλής αλλά συγκεκριμένης αισθητικής αιχμής; Δεν έχω ιδέα βέβαια αν οι Unmother κάνουν ανάλογες σκέψεις ή, ως οι ταλαντούχοι άνθρωποι που εμφανέστατα είναι, ξέρουν να φιλτράρουν τον post rock/post metal όγκο μέσα από μία άλλη, δική τους, μετατοπισμένη προς το black metal ταυτότητα, πάντως αυτό που επιχειρούν και με το "State Dependent Memory" διεκδικεί συμβολή στην ανανέωση και των δύο ταλαίπωρων προαναφερθεισών περιοχών του σκληρού ήχου. Και ευτυχώς το κάνει ως κυρίαρχα black metal παρά ως post metal δίσκος, έστω και αν η πιο χαρακτηριστική μαυρομεταλλική στιγμή του είναι η διασκευή στο "Αττική Βικτώρια" των συνθάδων ΟΔΟΣ 55. Δεν είναι αυτό πάντως το κομμάτι που διάλεξα για την κασέτα του μήνα, αλλά το "Bear Hug" λόγω της λανθάνουσας ανατολίτικης μελωδικής γραμμής που σιγοτραγουδάω όλη μέρα. Με θεματολογία που εκτείνεται πέρα από την έδρα τους (το Λονδίνο) και την προέλευσή τους (την Ελλάδα) οι Unmother εκφράζουν εδώ αγωνία για τη σκληρή αστική απομόνωση και τη σύγχρονη κοινωνική αποσάθρωση. Το "State Dependent Memory" έχει σαφή αντιφασιστικό χαρακτήρα, κυκλοφορεί άλλωστε σε βινύλιο από τη Fiadh Productions που τα προσέχει πολύ αυτά, και κλείνει με το "Magda", τη φωνή της Μάγδας Φύσσα που με συγκίνησε και ένα κομμάτι αργής ανάπτυξης κιθάρας και μπάσου που μου θύμισε το "Christmas Steps" των Mogwai, ένα κομμάτι που έχω ακούσει πάρα πολύ αλλά έχω πια εγκαταλείψει. Δεν περίμενα ότι θα ήθελα να το ξανακούσω ποτέ. Και όμως.
Αντώνης Ξαγάς
Dine Doneff - Roden Voden (neRED music, 2026)
«Το όνομα μας είναι η ψυχή μας», σύνθημα καταστατικό του ελληνικού εθνικισμού, υιοθετημένο κατά καιρούς από πολιτικούς μέχρι και οργανικούς ποιητές και διανοούμενους… Βέβαια αν αναλογιστεί κανείς πόσοι τόποι εντός των συνόρων του Παρόντος έχουν διπλή ονομασία.. ή καλύτερα… έχουν απωλέσει την παλιά τους ονομασία όχι… λάθος πάλι… δεν την ‘απώλεσαν’, δεν τους ‘έπεσε’ στον δρόμο… και η οποία έχει μείνει πολλές φορές μόνο στα ιστορικά κιτάπια, στις διηγήσεις των ακόμη ζωντανών παλαιότερων ή σε κάποιες τυποποιημένες καθημερινές εκφράσεις (η λαϊκή ακόμη διαλαλεί ‘κεράσια Βοδενών’)… τότε που καταλήγει; Σε ψυχές που έχουν χαθεί ή/και ξεχαστεί; Που παλεύουν κόντρα στη λήθη, ακόμη και στην θεωρητικά φιλόξενη στην πολλαπλότητα των ταυτοτήτων εποχή μας… ναι, αρκεί ασφαλώς να μην θίγονται τα εθνικώς ‘ιερά και όσια’. Και πόσο εύκολη δεν είναι η (από μακριά και με ασφάλεια) καταγγελία για την ακίδα στο μάτι ενός Άλλου, ειδικά όταν αγνοεί το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Αυτό το… δοκάρι, αυτή τη μνήμη σκαλίζει εδώ και χρόνια ο Dine Doneff (Κώστας Θεοδώρου κάποτε) με συνέπεια και επιμονή (θυμόμαστε μεταξύ άλλων εκείνο τον σπουδαίο δίσκο που λεγόταν «Ρουσίλβο»), σε αυτή την πορεία εντάσσεται και το «Roden Voden», που κι αν θα μπορούσε να το προσεγγίσει κανείς ως μια ανθρωπολογική/τεκμηριωτική μελέτη, ωστόσο η δημιουργική ματιά, η μουσική, τα ηχοτοπία, η συναρμογή των ήχων με τις αφηγήσεις, ακόμη και η ηχώ μιας ανοίκειας ξένης-ντόπιας γλώσσας συνθέτουν ένα έργο συγκινησιακής δύναμης που μπορεί να υπερβεί και τα χωροχρονικά όρια υπενθυμίζοντας εμμέσως την στοιχειωτική (θυμάται κανείς το trend της hauntology;) διάσταση του κάθε φαινομενικά αιωνίου Παρόντος. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να γράψεις Ιστορία.
Kώστας Καρδερίνης
Manos Milonakis - Antigone (Ανεξάρτητη Κυκλοφορία, 2026)
Ο μύθος της Αντιγόνης είναι παγκόσμιος και διαχρονικός. Εμπνέει και επανανοηματοδοτεί τους καιρούς και τις εποχές της ανθρωπότητας. Το όνομά της, Αντί-γόνη δεν είναι τυχαίο, είναι αυτή που πήγε κόντρα στη γενιά της, κόντρα στους θεσμούς, το κράτος και τη βία της εποχής της - Κράτος και Βία που ήταν αδέρφια κατά την ησιόδεια Θεογονία.
Ο Μάνος Μυλωνάκης ταξίδεψε ως την Νότια Κορέα και το Φεστιβάλ Δράματος της Γιόνγκιν για να γ-ράψει μουσική στα μέτρα και τους μετρικούς κανόνες της παράστασης που δίδαξε στην ανθρωπότητα ο Σοφοκλής και σκηνοθέτησε το 2024 ο Γιάννης Παρασκευόπουλος. Η μουσική του Μυλωνάκη ακολουθεί πρόσωπα και μύθο, συμμετέχοντας στη θλίψη, την οργή, την ανησυχία και την αποφασιστικότητά τους. Αιχμή του το πιάνο, η βροχή, τα αυτοσχέδια κρουστά, τα αιθέρια σύνθια και τα σαξόφωνα του Τζέιμς Γουάιλι. Οι συνθέσεις κινούνται μεταξύ του νεωτερισμού και του κλασικότροπου και, υποπτεύομαι ότι, εκφράζουν τις αντιθέσεις και την αντιπαράθεση του παλιού θεσμικού καθεστώτος με τις ανθρωποκεντρικές αξίες που ευαγγελίζεται η επαναστάτρια Αντιγόνη στο πολεμόκαυλο σήμερα-και-τώρα μας.
Απόστολος Βαρνάς
Joe Westerlund & Trever Hagen – Grotto (TGNP, 2026)
Ότι κάτι υπάρχει στον αέρα, στο νερό, στις καλύβες, στο whatever του Wisconsin το μάθαμε και το εμπεδώσαμε εις βάθος πριν σχεδόν είκοσι χρόνια με το «For Emma, Forever Ago» του Bon Iver.
Από έναν συνεργάτη του στους τελευταίους του δίσκους (Trever Hagen), μάστορα στα πνευστά και τον Joe Westerlund (Magafaun, Califone, Setting) στα κρουστά μας έρχεται η πρόταση μου για αυτό τον μήνα, το «Grotto», ηχογραφημένο και αυτό σε μία καλύβα του Wisconsin.
Αντί για την βοήθεια του κοινού, ζήτησα την βοήθεια της T.N. να μου περιγράψει τον ήχο του δίσκου και ιδού τα αποτελέσματα:
Ο ήχος του δίσκου Grotto (2026), των Joe Westerlund και Trever Hagen, περιγράφεται ως ένα ambient και electroacoustic τοπίο που συνδυάζει τον αυτοσχεδιασμό με πλούσιες ηχητικές υφές.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του ήχου είναι:
- Ηλεκτροακουστικές Υφές: Το άλμπουμ παρουσιάζει «ηλεκτροακουστικές υφές» που ισορροπούν ανάμεσα στον ρυθμό και τη μελωδία.
- Συνδυασμός oργάνων: Βασίζεται στη σύμπραξη των κρουστών του Westerlund και της τρομπέτας του Hagen, δημιουργώντας ένα «υφαντό» ήχου όπου μελωδικά θέματα και αποσπασματικές μουσικές ιδέες πλέκονται με υφές θορύβου.
- Ατμόσφαιρα: Ο ήχος είναι εμβυθιστικός και εξερευνητικός, με τους καλλιτέχνες να στοχεύουν στη δημιουργία ενός δικού τους, διακριτού κόσμου μέσα από τον αυθορμητισμό.
- Δομή: Αποτελείται από τέσσερα κομμάτια (Wrapped in Plastic, Stein Flelds, Liberation Bells, The Reel) που λειτουργούν ως σημεία συνάντησης των δύο οργάνων.
Λίγο αποστειρωμένη και κρυόκωλη δεν διαβάζεται αυτή η περιγραφή;
Για μένα ήταν σαν να βρισκόμουνα σε μία ακτή, να μπήκα ολομόναχος σε μια μικρή και ασταθή βαρκούλα και να άφησα το αγέρι (ποιητική έκφραση) να με παρασύρει πρώτα στα βαθιά και μετά τα ρεύματα να με οδηγήσουν σε μία μυστηριώδη σπηλιά με βαθύ μπλέ νερό και αόρατους ψίθυρους.
Τα υπόλοιπα στα ηχεία σας.
Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Nikos Fokas – Thriasio/The Diver’s Dilemma (Tadoma Records, 2025)
Ο Νίκος Φωκάς είναι κατά τη γνώμη μου ένας από τους (όχι πολλούς) καλύτερους μουσικούς της ηλεκτρονικής μουσικής σήμερα στη χώρα. Αυτό το έχω διαπιστώσει σε διάφορες φάσεις, δίσκους, συναυλίες αλλά και συζητήσεις. Είναι γιατί δεν τα μπερδεύει τα πράγματα, δεν τα παρεξηγεί, ούτε τα αντιμετωπίζει επιδερμικά (όπως κάνουν πάρα πολλοί παγκοσμίως νομίζοντας ότι είναι αρκετό να πατάς κουμπάκια και να συλλέγεις σύνθια). Ξέρει ότι o ήχος και η σύνθεσή του απαιτούν να παιδευτείς. Μπορεί να σ’ αρέσουν από μόνοι τους οι ήχοι που βγάζουν κάποια μηχανήματα, αλλά αν θες να κάνεις τέχνη πρέπει να τους υπερβείς, αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχουν συνθέτες, θα βάζαμε τα σύνθια να παίζουν μόνα τους. Αν κάνεις ηλεκτρονική μουσική σήμερα θα πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ποια είναι η αποστολή σου ως καλλιτέχνης, θα πρέπει να κοπιάζεις πνευματικά βρίσκοντας τις λεπτές ή και ανεπαίσθητες ισορροπίες που θα εγκλωβίσουν στο αποτέλεσμα μια ιδιαίτερη πρωτόγνωρη ποιότητα.
Σε αυτό το άλμπουμ ο Φωκάς, φανερά επηρεασμένος (καθόλου κακό δεν είναι αυτό) από τους ήρωες του και νομίζω ειδικά από τον Brian Eno, καταφέρνει τα παραπάνω, χτίζει με λεπτότητα τους ήχους του και μας παραδίδει ένα σπουδαίο ambient έργο.
(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Felix Vallotton, με τίτλο «Τοπίο στη Νορμανδία» (Paysage en Normandie), 1911)




