Νοέμβριος 2025
Ήχοι του Σήμερα με βαθιές ρίζες στο Χθες... Κάπου σε αυτές ανιχνεύεται (εξ ορισμού) και το Αύριο
Δημήτρης Κάζης
Azzurro 80 – Flashback (Four Flies Records, 2025)
Έχει έξι μήνες που κυκλοφόρησε και αρχικά είχα αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να το προτείνω, αλλά όσο το ακούω τόσο "μεγαλώνει μέσα μου" που λένε στο Νιού Χάμσαϊρ. Ο Gaetano Ciciriello κάνει στη Ρώμη το ίδιο πράγμα που κάνει στα Τρίκαλα ο δικός μας Τάσος Κορομηλάς: παίζει αχρονολόγητες μελωδίες και 70s - 80s ρυθμούς με αναλογικά συνθεσάιζερ. Δεν τα καταφέρνει άσχημα κι αυτός. Απολαυστικό και κολλητικό και σαν ακρόαση και σαν υπόκρουση.
Άρης Μπούρας
Paul St. Hilaire - w/ The Producers (Kynant, 2025)
Από τα πιο σπουδαία ονόματα της dub techno σκηνής, παρόλο που δεν είναι ευρέως γνωστός καθώς πάντοτε κινούνταν σε πιο χαμηλότονα μονοπάτια, ο Paul St. Hilaire (γνωστός και ως Tikiman) επιστρέφει με εννέα καινούργια κομμάτια, σε καθένα από τα οποία συνεργάζεται με διαφορετικό παραγωγό.
Γεννημένος στη Δομινίκα, αλλά εγκατεστημένος εδώ και χρόνια στο Βερολίνο, γιορτάζει τα δέκα χρόνια της βερολινέζικης Kynant με μια κυκλοφορία που έχει και τη σκοτεινιά της, έχει και τις μελωδικές, αλλά και πιο πειραγμένες στιγμές της. Κι όλα αυτά διατηρώντας τον υπνωτικό της χαρακτήρα, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, χωρίς ωστόσο, να σε πάρει ο… ύπνος.
Από τις συμμετοχές που ξεχωρίζουν, θα ανέφερα τον dubstep μάστορα Mala, τους Aurora Halal και DJ G, τον Batu από το πάντα σκοτεινό Bristol, αλλά και τον techno παραγωγό Priori από το Montreal. Όσοι πιστοί, προσέλθετε.
Μαρία Φλέδου
Saint Etienne – International (Heavenly recordings, 2025)
Οι Saint Etienne έφεραν το retro cool στα dance & indie pop 90s μας και μαζί τους φτασαμε στο μέλλον, 35 χρόνια και 13 δίσκους μετά. Και ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού (δισκογραφικά τουλάχιστον) με το ‘International’ , μια μουσική βιογραφία ενός γκρουπ που ήταν μαζί μας μια ζωή κυριολεκτικά. Σε μένα έφερε πίσω το feeling του ‘Foxbase Alpha’s για ευνόητους λόγους, γιατί θα είναι για πάντα το κάτι καινούριο και διαφορετικό και μια από τις πρώτες μουσικές μου αγάπες.
Είμαι σίγουρη όμως ότι το ‘International’ μπορεί να εκτιμήσει και απολαύσει εξίσου οποιοδήποτε κοινό οποιουδήποτε Gen ακόμη κι αν δεν έχει ακούσει κανέναν άλλον δίσκο τους.
Με αυτό το τελευταίο λοιπόν άλμπουμ η δισκογραφία των Saint Etienne γίνεται ένας κύκλος που κλείνει όσο όμορφα ξεκίνησε, υπό τις ρυθμούς του Pete και του Bob και με την Sarah να μας τραγουδάει για στιγμές που γίνονται αναμνήσεις. Ακούστε, συγκινηθείτε ή ανακαλύψτε και κυρίως χορέψτε till the morning comes.
Μαριάννα Βασιλείου
Lily Allen – West End Girl (BMG, 2025)
«– Θα μου πεις για μας; – Για μας; – Να μου μιλήσεις σα να μην ήξερα τίποτα. – Ήμασταν ζευγάρι. – Ναι. Και; – Ήμασταν γυναίκα και άντρας. Ήμασταν παντρεμένοι. – Και ύστερα; – Ήμασταν μητέρα και πατέρας. Είχαμε παιδιά μαζί. – Δεν λέω αυτό. Πες για μας. Τι έγινε μ’ εμάς; – Ζούσαμε μαζί. – Προσέχαμε ο ένας τον άλλο; – Τι εννοείς; Ναι, φυσικά. – Όμως μια μέρα… – Όμως μια μέρα τι; Να πω γι’ αυτό; – Πρέπει να μου πεις τι έγινε μ’ εμάς. Δεν το καταλαβαίνω. – Ούτε εγώ μπορώ να πω ότι το πολυκαταλαβαίνω. – Δεν θα μου πεις δηλαδή; – Δεν νομίζω ότι μπορώ. Όχι δεν θέλω, δεν μπορώ. – Να το πω εγώ τότε; Θα το πω εγώ». Ο ως άνω διάλογος είναι η αρχή της «Ιστορίας ενός γάμου» του Γκάιρ Γκούλικσεν (εκδόσεις Ποταμός), που έτυχε να το τελειώσω την ημέρα που κυκλοφόρησε το “West End Girl” της Lily Allen. Ας πούμε απλά ότι ο δίσκος αυτός είναι το ηχητικό ανάλογο αυτού του βιβλίου – και μη διαβάσετε ούτε το μεν, μην ακούσετε ούτε το δε, αν χωρίσατε πρόσφατα και ακόμα νιώθετε ότι έχει χαθεί κάθε σταθερό σημείο σας μέσα σε έναν αέναα κινούμενο κόσμο.
Γιώργος Λεβέντης
CMAT - Euro-country (Awal, 2025)
Τρίτο και καλύτερο άλμπουμ για την Ιρλανδή που αποδεικνύεται μαστόρισσα του παιχνιδιού με τις ποπ συμβάσεις, σύγχρονες και άχρονες. Το φεστιβάλ στιχουργικής τεχνοτροπίας (προσωπικά δράματα, χιούμορ, αναφορές στην ποπ κουλτούρα, πολιτικές δηλώσεις), κατά περίπτωση προκαλεί κάθε είδους χαμόγελο και αξίζει στις καλές στιγμές χειροκρότημα και στις λιγότερο καλές συγχώρεση.
Η τραγουδοποιία της CMAT ακουμπάει κατά διαστήματα σπάνιες για την ποπ δεκαετία ιδιοφυείς κορυφές και απαιτεί όση καλή πίστη χρειάζεται για να ξεπεραστούν τα όποια βουναλάκια. Το τι σημαίνει "το καλύτερο ποπ άλμπουμ της χρονιάς" το 2025 είναι μια μεγάλη κουβέντα που έρχεται πακέτο με ενα σετ θαυμασμού και επιφυλακτικότητας. Αν είναι να ρίξουμε κάπου το βάρος, ξεκινάμε από τον θαυμασμό και αναρωτιόμαστε πότε θα γίνει πραγματικά μέινστριμ όνομα αυτό το αστέρι.
Παναγιώτης Αναστασόπουλος
Momma - Welcome to My Blue Sky (Polyvinyl / Lucky Number, 2025)
Αν και μου είναι αρκετό το γεγονός ότι οι Momma συχνά θυμίζουν τους Heart Throbs, οφείλω να ομολογήσω ότι αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για να ασχοληθεί κάποιος με το ελαφρώς άνισο τέταρτο άλμπουμ του κουαρτέτου που εδρεύει στο Μπρούκλιν. Μην πιστεύετε το hype που θέλει το “Welcome to My Blue Sky” να είναι πιο “ψαγμένο” από τα προηγούμενα και να σηματοδοτεί τη σταδιακή μεταστροφή τους από τον εξαρτημένο από τις γλυκές κιθάρες ‘90s indie-rock ήχο του “Household Name”. Εδώ την παραγωγή υπογράφει ο μπασίστας Aron Kobayashi Ritch, όπως και τα τραγούδια μαζί με τα ιδρυτικά μέλη και συμμαθήτριες Etta Friedman και Allegra Weingarten, με αποτέλεσμα να έχουμε μία από τα (όμορφα) ίδια που εδώ και δέκα χρόνια μας έχουν συνηθίσει, με κάποιες σαφέστερες τάσεις προς το shoegaze.
Αντώνης Ξαγάς
Maria Iskariot – Wreldwaan (Αυτοέκδοση/Burning Fik, 2025)
Θυμήθηκα μια παλιά συλλογή που είχε βγει στα 80s σε κασέτα, ονόματι «World Class Punk», η οποία ήταν ότι δήλωνε το όνομα, μια συλλογή με πανκ σχήματα απ’ όλο τον κόσμο (η ελληνική εκπροσώπηση ήταν οι Villa 21), όπου πέρα από την αναπόφευκτη αγγλοσαξωνική κυριαρχία, υπήρχαν και κάποια λίγα που τα …έχωναν στη γλώσσα τους (που ήταν και το πιο ενδιαφέροντα). Κάθε γλώσσα είναι όχι μόνο κώδικας επικοινωνίας, όχι μόνο ορισμός του κόσμου (αν πιστέψουμε τον Βιτγκενστάιν), αλλά κι ένα σύστημα οργάνωσης ήχων. Όπως είναι και τα μουσικά είδη από μια άλλη σκοπιά. Και συνιστά μια συναρπαστική δημιουργική πρόκληση (πέρα από τεμπέλικες ανοησίες τύπου το τάδε είδος δεν ταιριάζει με την τάδε γλώσσα) η συναρμογή ήχου και λόγου. Πέραν τούτου, εάν διακατέχεσαι πραγματικά από οργή και ‘επαναστατικό’/αντιδραστικό πνεύμα, αν πνίγεσαι, αν καταπιέζεσαι, πως είναι δυνατόν να τα εκφράσεις όλα αυτά σε μια ξένη γλώσσα; Και κυρίως με μια ποια απεύθυνση; Ή αρκούμαστε σε έναν μιμητικό εστετισμό; Και τι σημαίνει τότε ‘γνησιότητα’ και ‘αυθεντικότητα’; Δύσκολα κι αιχμηρά ερωτήματα… Δεν θα απαντηθούν ακούγονται αυτό τον συμπαθή δίσκο από ένα πανκ (και ποστ και λίγο new wave) σχήμα από την Φλάνδρα, την Γάνδη συγκεκριμένα (παλιό τόπο αρειανής επαγγελίας), οι οποίες (γυναίκες είναι όλες και όχι όλες ενήλικες) τα λένε στα ολλανδικά/φλαμανδικά. Επιλέγουν όνομα που παίζει με το ιερό και το καταραμένο, τα φωνητικά είναι αρκούντως οργισμένα/τσαντισμένα, οι κιθάρες και τα τύμπανα αρκούντως παθιασμένα, έχουν και τον ήχο στα κιθαριστικά πρότυπα που έθεσαν κάποτε οι Pixies (των οποίων διασκευάζουν εδώ το «Tame» ως «Tijm»), το κομμάτι που επιλέγεται έχει κάτι από L7… Οι ίδιες λένε κάπου ότι ηχούν έτσι από ανάγκη και όχι από επιλογή, ότι δεν έχουμε λύσεις για όλα τα προβλήματα γύρω μας, μόνο δείχνουμε την εναλλακτική (άρα;) και ότι απευθυνόμαστε στους φίλους μας από διαφορετικές γλώσσες με έναν τρόπο που δεν αφορά την κατανόηση… Κι εμείς ακούμε…
Βασίλης Παπαδόπουλος
Prolapse - Swearing For Decoration (Tapete Records 2025)
Επαναφορά στη δισκογραφία μετά από 26 χρόνια του θρυλικού συγκροτήματος από τα 90s. Για το τι ήταν οι Prolapse διαβάστε στο MiC σε ένα αφιέρωμα από το 2000. Για το τι ήταν οι εκρηκτικές εμφανίσεις τους, δείτε εδώ ένα live τους από το 1996, και ακούστε εδώ αυτό που αναφέρεται ως η τότε πιο θρυλική τους εμφάνιση στο Reading Festival το 1995. Σήμερα οι Prolapse έχοντας επανασυγκροτηθεί με live εμφανίσεις, ήδη εδώ και 10 χρόνια, στην αρχική χορταστική τους σύνθεση, με τα διπλά φωνητικά, τις τρεις κιθάρες και τα τύμπανα που βάραγαν συνέχεια, έβγαλαν δίσκο (‘I Wonder When They're Going to Destroy Your Face’) που στέκεται ισότιμα με τις παλιές τους στιγμές. Μάλιστα το τραγούδι που επιλέξαμε δεν χώρεσε στο δίσκο και βγήκε αμέσως μετά σαν 7΄΄ (αμφιβάλλουμε ότι αυτό έγινε για λόγους marketing – οι Prolapse δεν δείχνουν καθόλου τέτοιοι τύποι). Εξάλλου και πάλι πήραν σβάρνα τις ζωντανές εμφανίσεις (όπως τότε που ήταν αγαπημένοι του John Peel) και είναι μάλλον και πάλι καλύτερες από αυτές του δίσκου. Για του λόγου το αληθές εδώ. Σαν μην πέρασε μια μέρα. Λένε ότι το ροκ είναι μουσική για έφηβους (ή για τσόγλανους). Μάλλον αφορά εξίσου καλά και όσους νιώθουν έφηβοι. Για το τσόγλανοι επιφυλασσόμεθα.
Νάνσυ Σταυρίδου
The Last Dinner Party – From the Pyre (Island, 2025)
Ενώ ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι σε αυτό το Κάτι Καλό θα εκθείαζα τη νέα δουλειά του Kevin Parker των Tame Impala, η στροφή του προς την ηλεκτρονική, ακόμη και techno μουσική, με ξένισε τόσο πολύ, που επέλεξα τελικά ένα άλμπουμ συνεπές στον ήχο του προηγούμενου, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις.
Δεύτερο, λοιπόν, άλμπουμ για τις The Last Dinner Party — μια όμορφη παρέα κοριτσιών από το Λονδίνο, με τις οποίες ασχολήθηκα πέρυσι και συνεχίζω να ξεχωρίζω το ταλέντο και τη διάθεσή τους για αυθεντική, ποιοτική pop μουσική.
Τα ηνία της παραγωγής στο ‘From the Pyre’ αναλαμβάνει ο Markus Dravs, στη θέση του James Ford, ο οποίος διαγνώστηκε με λευχαιμία και αναγκάστηκε να αποσυρθεί (περαστικά στον άνθρωπο — να πάνε όλα καλά!).
Όπως και με το πρώτο τους άλμπουμ, έτσι και με αυτό, δε βρίσκω κάτι αρνητικό. Κάθε φορά που πίστευα πως είχα βρει το αγαπημένο μου κομμάτι, το επόμενο το ξεπερνούσε. Δεν ξέρω πώς καταφέρνουν τόσο απλά να δημιουργούν ένα μουσικό σύμπαν μαγικό — σκοτεινό και συνάμα γοητευτικό, αλλά πάνω από όλα συμπαγές.
Ο ήχος τους παραμένει θεατρικός και πολυεπίπεδος, με δυνατές κιθάρες, λυρικά φωνητικά και μια έντονη αίσθηση σκοτεινού ρομαντισμού. Το ‘From the Pyre’ μοιάζει σαν φυσική συνέχεια του ‘Prelude to Ecstasy’, αλλά με περισσότερη αυτοπεποίθηση και ωριμότητα στη σύνθεση.
Το αποτέλεσμα είναι απίστευτα δεμένο και απόλυτα αρμονικό. Μπορεί να μην εκπλήσσουν, αλλά συνεχίζουν να μαγεύουν.
Πρέπει να τις δω οπωσδήποτε live!
Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης
Sprints - All That Is Over (City Slang, 2025)
Η τετράδα από το Δουβλίνο επανήλθε δυναμικά στη δισκογραφία πριν ενάμιση μήνα, συνεχίζοντας στους ίδιους ρυθμούς και προσθέτοντας νέους οπαδούς. Διατηρούν σε υψηλά επίπεδα την ορμή και τον αυθορμητισμό που τους διακρίνει, με τις περισσότερες συνθέσεις να διαρκούν από δυόμιση έως τρία λεπτά, αποδεικνύοντας ότι τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Είτε τρέχουν με garage rock ταχύτητες είτε ακροβατούν σε post-punk εντάσεις, το αποτέλεσμα είναι απολύτως εξισορροπημένο, ενώ τη θεματική των στίχων συνεχίζει ν’ απασχολεί το αγχώδες περιβάλλον των σύγχρονων μητροπόλεων και οι αρνητικές επιπτώσεις που επιφέρουν οι πιεστικές συνθήκες στην εγκλωβισμένη νεολαία.
Το ντεμπούτο ‘Letter To Self’ τιμήθηκε ιδιαίτερα τόσο από αυτή τη στήλη, όσο και στις ανασκοπήσεις του προηγούμενου έτους, γεγονός που εύχομαι να επαναληφθεί και φέτος. Το καλοκαίρι που πέρασε, εμφανίστηκαν στο Release Athens πριν τους Glass Beams και τους Idles σε απαγορευτική ώρα για την εποχή, αφήνοντας παρ’ όλα αυτά πολύ καλές εντυπώσεις. Όπως ανέφερε και η συμπολίτισσα Μαριάννα: “καλύτερα μόνοι τους και σε κλειστό χώρο’’.
Όπως συνηθίζω τις περισσότερες φορές, προτιμώ κομμάτια που διαφοροποιούνται από το μέσο όρο, γι’ αυτό επέλεξα το εξάλεπτο και πιο περίπλοκο “Desire”, το οποίο ολοκληρώνει με εμφατικό τρόπο τον δίσκο.
Μιχάλης Βαρνάς
Holly Golightly – Look like trouble (Damage Good Records, 2025)
Mια από τις πρώτες κριτικές που έγραψα για λογαριασμό του MiC (μεταξύ μας μόνο για το MiC έχω γράψει και για τη σελίδα του ανεξάρτητου, αδιάφθορου και προϊόν της μεγαλύτερης ουτοπίας Lacooperativa radio που έδρασε για ενάμιση χρόνο πριν αρκετό καιρό) ήταν ένας δίσκος της Holly Golightly. Η μητέρα της Holly της έδωσε το όνομα του χαρακτήρα του βιβλίου του Τρούμαν Καπότε ‘Breakfast At Tifany’s’. Στην Αλβανία πολύ γονείς ονοματίζουν τα παιδιά τους Elvis προς τιμήν του μεγάλου Elvis Costelo. Στη χώρα μας γνωρίζω κάποιον που έδωσε δεύτερο όνομα στον γιο του το Ερνέστο. Ένα όνομα που στην Ελλάδα ταιριάζει σε γάτο.
Για την Holly Golightly δε θα πω πολλά. Είναι από τις αγαπημένες μου. Ηχογραφεί με συνέπεια παρόμοια άλμπουμ. Λέει τις ιστορίες της που ακόμη και οι πιο σκοτεινές ακούγονται ευχάριστα. Θα προτιμήσω για την κασέτα το προτελευταίο κομμάτι του δίσκου, το ‘Time’ για τα πολύ ωραία πλήκτρα του.
ΥΓ1 Τιμή και δόξα στο MiC που κλείνει 25 χρόνια λειτουργίας.
ΥΓ2 Οι Αλβανοί ονοματίζουν τα παιδιά τους Έλβις εξαιτίας του Βασιλιά και μόνο.
Kώστας Καρδερίνης
Μαούνα - Mind your Mind (Είσοδος Κινδύνου, 2025)
Κλασικά ηχογραφημένα ζωντανά. Ροκ συγκρότημα από παλιές καραβάνες που κατάφερε μετά από έξι[;] χρόνια να βάλει τραγούδια σε δίσκο. Γραμμένος σε δυο δόσεις, 2 κομμάτια στον Royal Alzheimer Studio το 2021 [συνεπικουρούσης της Λίας Γυιόκα] και τα υπόλοιπα στο νεότευκτο στούντιο Μαούνα το 2024. Νεύρο, δύναμη [θέλω να γράψω και μου βγαίνει... δύμανη, μ’ αρέσει το σαρδάμ] και δράση. Ακούγονται δυνατά, ανεβάζουν διάθεση και σε προκαλούν να τα χορέψεις. Διαλέγω το μεσαίο και πολυρυθμικό ‘Images for visitors’. Μ’ αρέσει γιατί συνδυάζει στυλ κι εναλλαγές, συνάμα με τη στακάτη ποίηση της Uchechi Kalu [ήρθαν για μένα – και για μένα ήρθαν] και τη βραχνή φωνή του Σίμου Σαλτιέλ στο δεύτερο μέρος.
Τους Μαούνα μπορείτε να τους χορέψετε ζωντανούς και κλοτσώντες στις 13 Νοεμβρίου 2025 στην Μικρή Σκηνή της Θεσσαλονίκης, μαζί με τους The Do Not’s και τους Go Over 1000. Και να πάρετε και τον δίσκο τους, άμα σας συγκουνήσει [συγκερασμός].
Χίλντα Παπαδημητρίου
Geckǿs - Geckǿs (ORG Music, 2025)
Δεν τους έχετε ξανακούσει, ε; Ούτε εγώ θα τους ήξερα, αν ένας καλός φίλος από το Εδιμβούργο δεν μου τους σύστηνε. Κι όμως, μόλις διάβασα τη σύνθεση του γκρουπ, πετάχτηκα ως το ταβάνι: ο αξιαγάπητος M. Ward, ο λατρεμένος Howe Gelb και ο Ιρλανδός Mark McCausland (των Lost Brothers). Οι οποίοι, κατά τας γραφάς, συναντήθηκαν σ’ ένα γάμο στην Τούσον, Αριζόνα, όπου έπρεπε να ανεβούν στη σκηνή και να παίξουν, χωρίς καμία προετοιμασία. Έτσι βγήκε το ‘Wedding Waltz’! The rest will be history.
Παρότι η ατμόσφαιρα του άλμπουμ θυμίζει Ry Cooder, Calexico & Bill Callahan, οι στιχουργικές ιδέες προέρχονται από ένα μυθικό σύμπαν που επινόησε ο McCausland, βασιζόμενος στις μυθολογικές και αφηγηματικές παραδόσεις της Ιρλανδίας. Ο M. Ward τραγουδάει στα ισπανικά (λόγω καταγωγής και περιβάλλοντος που μεγάλωσε), και από δίπλα μπαίνει η βραχνή φωνή του dear mister Howe. Ακουστικές και κλασικές κιθάρες, τα γνωστά χάλκινα πνευστά της Tex-Mex, πλήκτρα, κρουστά και μπάσο, τσέλο και βιολί, χτίζουν ένα ατμοσφαιρικό συμπαγές ηχητικό οικοδόμημα που μαγεύει όσους είναι φαν του south-western ήχου, της ερήμου και των αφηγήσεων γύρω από μια φωτιά.
Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Maria Firligu – Κάνε τον πόνο σου άρπα/Pain into harp (Ανεξάρτητη Έκδοση, 2025)
Και είχα αρχίσει ν ’ανησυχώ σχετικά με το πότε θα μου σταλεί κάτι ν ’ακούσω που να μην είναι experimental ή free jazz… Επιτέλους! Διότι θα μου βγει το όνομα και δε θα ‘θελα. Αρκετά όμως με την περιαυτολογία γιατί εδώ έχουμε ένα πάρα πολύ ωραίο, ας το πούμε έντεχνο, άλμπουμ που καλό θα ήταν να μην το προσπεράσουμε. Η Μαρία Φιρλίγκου ξέρει να τραγουδά. Και όχι μόνο, αφού όπως διαβάζουμε τα κάνει σχεδόν όλα μόνη της. Η βάση είναι το πιάνο και η φωνή τα οποία περιστοιχίζονται από διάφορα, ηλεκτρονικά και μη. Θυμίζει αρκετά της Πλάτωνος και της Γιαννάτου τον ‘Καρυωτάκη’ το αποτέλεσμα αλλά αν ακούσετε για παράδειγμα το συνταρακτικό «Μα η αγάπη μου δεν πεθαίνει» με την βαθιά ερμηνεία και την απόκοσμη -άχρονη- ενορχήστρωση, αλλά και την ηλεκτρική κιθάρα που σκίζει τον χώρο στο τέλος, ελάχιστα θα σας πειράζει αυτό.
Τάσος Βαφειάδης
Demi Spriggs – Nights on the folkway (Submersion Records, 2025)
Η ζωή είναι απρόβλεπτη και έτσι η Demi Spriggs από το μακρινό Essex βρέθηκε να ζει στην Αθήνα. Τηρούμενων των αναλογιών, απρόβλεπτη ήταν και η κυκλοφορία του ντεμπούτου δίσκου της από τη θεσσαλονικιώτικη Submersion Records, η οποία μας έχει συνηθίσει σε πιο πειραματικά (και ενίοτε ροκ) ακούσματα.
Το “Night on the folkway” είναι ένας σύγχρονος φολκ δίσκος με τζαζ και ποπ στοιχεία, όμορφες μελωδίες και αδιαμφισβήτητο ατού τη φωνή της Spriggs. Αποτελείται από 11 τραγούδια, εκ των οποίων τα 10 είναι συνθέσεις της συν μία διασκευή του “Auld Triangle” (γνωστό από Dubliners και Pogues). Τα βασικά όργανα του άλμπουμ είναι η κιθάρα και το πιάνο, με τις βασικές επιρροές της Spriggs να κινούνται από τον Nick Drake μέχρι τους πρώιμους Everything but the Girl. Μια πολύ προσεγμένη και ωραία παραγωγή, που είναι ευτύχημα που κυκλοφόρησε από ελληνική δισκογραφική εταιρία και έτσι έφτασε ευκολότερα στ’ αυτιά μας.
Νικόλας Μαλεβίτσης
Nurse With Wound/Diarmuid MacDiarmada – Lung Oysters (United Dairies, 2025)
Παρασκευή 31 Οκτωβρίου, ξαφνικά, ενώ γίνεται πανικός στη δουλειά λόγω τέλους του μήνα, σκάει μήνυμα στο messenger από τον Μανώλη Παππά (Coherent States) με σύνδεσμο για να ακούσω στο bandcamp το τελευταίο Nurse With Wound λέγοντάς μου 'απλά κάνε μου τη χάρη να το ακούσεις όλο' γνωρίζοντας ότι έχω χρόνια να ασχοληθώ με τη δουλειά του Steven Stapleton η οποία από ένα σημείο και μετά μου φαινόταν επαναλαμβανόμενη ή είχε να κάνει με επανεκδόσεις υλικού που είχα ήδη από τα τέλη των 80s/αρχές 90s.
Έβαλα να παίξει το ‘Lung Oysters’ δίχως να περιμένω κάτι ιδιαίτερο,και έπιασα τον εαυτό μου να το ακούει ασταμάτητα το τελευταίο διήμερο χάρη στη φρεσκάδα και τον αεράτο ήχο του. Εδώ συνεργάζεται με τον Ιρλανδό Diarmuid MacDiarmada, αλλά βρίσκουμε συμμετοχές στην ηχογράφηση και 'γνωστών άγνωστων΄ όπως ο Matt Wlaldron (γνωστός και ως irr.app) και ο Andrew Liles με αποτέλεσμα ένα ωραίο μείγμα νεοψυχεδέλειας, άμπιεντ, ηλεκτρονικών με στιγμές που έχουν kraut χροιά ή ακόμα και ρυθμικό industrial στο ‘Refrain (If I must Die)’.
Τα τελευταία 30 χρόνια η σχέση μου με τη νοσοκόμα με την πληγή είναι ανύπαρκτη, με ελάχιστες εξαιρέσεις που μετριώνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, μια απο αυτές είναι κι αυτός ο πολύ ωραίος δίσκος που μ' έκανε να τον ακούω συνέχεια το τελευταίο 24ωρο!
Δημήτρης Τσιρώνης
Dictaphone - Unstable (Denovali Records, 2025)
Ψιθυριστοί ήχοι, μικρά σημάδια πως υπήρξαμε, και μακρινές ελπίδες ότι θα συνεχίσουμε. Το σημαντικό στη μουσική - είτε μέσα από πνευστά είτε από ηλεκτρονικά όργανα, γραμμένη ή αυτοσχεδιαστική - είναι η συντροφιά.
Φθινόπωρο. Στις συννεφιασμένες Βρυξέλλες ή σε κάποια πνιγηρή πόλη των Βαλκανίων. Η έμπνευση ανασαίνει ανάμεσα σε ανατολίτικες φόρμες και στις αυστηρές, σχεδόν καταπιεστικές, σύγχρονες τάσεις του ρυθμού. Καμία απαγγελία δεν είναι δυνατότερη από το ίδιο το κείμενο. Ασταθή είναι τα κύματα του αέρα που φέρνουν προς εμάς τυχαία ακούσματα - ή γνώριμα, φιλικά, των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Αυτός ο δίσκος είναι για να ταξιδέψεις μαζί του· σε μέρη γνώριμα, ονειρικά, ή ίσως απλώς ονειρεμένα.
Χάρης Συμβουλίδης
Wytch Hazel - V: Lamentations (Bad Omen, 2025)
Η αδέκαστη αλήθεια είναι ότι τούτη η τετράδα από το Λάνκαστερ της Αγγλίας έχει βγάλει και καλύτερα άλμπουμ, στα 14 χρόνια ύπαρξής της. Έτσι, αυτό που δίνει στο 'Lamentations' το εισιτήριο της πρόκρισης στο «Κάτι Καλό» δεν είναι η υπέρβαση του μέχρι τώρα πήχη, αλλά η αξιοσημείωτη ικανότητά του Colin Hendra και της παρέας του να κινούνται κοντά του χωρίς σοβαρές αβαρίες. Πράγμα που επιτυγχάνεται χάρη σε σταθερώς καλογραμμένα τραγούδια, τα οποία κρατούν το ενδιαφέρον ακόμα και σε καταθέσεις μελετημένες μεν, μα με ροπή στην ανισότητα.
Κάτι τέτοιο ισχύει κι εδώ, λοιπόν, αφού τα "The Citadel", "Run The Race" ή "Healing Power", συνδυαστικά με την άριστη τοποθέτηση των κιθάρων μεταξύ γλύκας και ηλεκτρισμού, μα και με το εκφραστικό τραγούδι του (εξουθενωμένου, τελευταία) Hendra, ποιούν το θαύμα τους, για άλλη μία φορά. Διατηρώντας το εγγλέζικο γκρουπ ως εντυπωσιακή περίπτωση αναβίωσης του μικροσύμπαντος που έπλασαν οι Wishbone Ash στο πολυτιμημένο 'Argus', στη μαρμίτα του οποίου σιγόβρασαν στοιχεία από το progressive και το hard rock των πρώιμων 1970s, προοικονομώντας τους καλπασμούς των Iron Maiden. Σε αυτό το «easy-breezy metal» πεδίο (όπως ωραία το έθεσαν στο Angry Metal Guy), οι Wytch Hazel παραμένουν δίχως αντίπαλο, όσα κι αν θες, ίσως, να σούρεις, διαμαρτυρόμενος για το ατέρμονο κοίταγμα των μουσικών μας καιρών προς τα πίσω.
Ελένη Φουντή
Yellow Eyes - Confusion Gate (Gilead Media, 2025)
Οι γκρίνιες των μπλακμέταλων για το… gentrification του είδους από τους χίπστερς του Brooklyn πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, επειδή τόλμησαν κι εκείνοι να ανακαλύψουν τους Mayhem πρέπει να είναι από τα πιο αστεία και cringe πράγματα που έχουν συμβεί στη μουσική. Με το καλημέρα το Brooklyn μας έδωσε πραγματικά μεγάλους δίσκους. Liturgy, Krallice, Yellow Eyes, Imperial Triumphant, προσθέτω και τους Negative Plane που είναι γείτονες από το Queens, όλοι σπουδαίοι ανανεωτές του ακραίου ήχου που εξακολουθούν με τομές και ρήξεις. Πάω στοίχημα ότι αν ρωτήσουμε σήμερα έναν από τις Ελένες Λουκά της εποχής που φώναζαν "έξω οι κουλτουριάρηδες από το αγνό κάφρικο νορβηγικό black metal μας" θα κάνει πως δεν θυμάται. "Όχι εγώ, ο ξάδερφος από το χωριό" κλπ.
Τα πράγματα σοβαρεύουν ακόμα περισσότερο με τον άρτι αφιχθέντα έβδομο δίσκο των Υellow Eyes που βάζει υποψηφιότητα για νέο σημείο αναφοράς του είδους, ακριβώς όπως είχε γίνει με τους Defacement πέρυσι (Ολλανδοί αυτοί - Δεν είπα ποτέ ότι η Γηραία ήπειρος κατέθεσε τα όπλα), οι οποίοι έχουν επίσης επανέλθει με θαυμάσιο δίσκο φέτος. Όπως και κάθε δίσκος των Yellow Eyes, το "Confusion Gate" είναι σύνθετο και θέλει χρόνο για να ξεκλειδώσει το κρυπτογραφημένο industrial, το μεσαιωνικό folk, την ορχηστρική λογική και το λαογραφικό στοιχείο μέσα από τις δαιδαλώδεις και απρόβλεπτες μελωδίες του, αλλά το ότι είναι σύνθετος δεν σημαίνει ότι είναι και δύστροπος δίσκος, κάθε άλλο. Το black metal των Αμερικανών είναι κατά τα γνωστά μελωδικό, δυσαρμονικό, σπηλαιώδες αλλά και θερμό, με σωστή παραγωγή και ισορροπία ανάμεσα στον αυθορμητισμό και την μελετημένη δημουργία. Ακούμε επίσης τον τζαζίστα Patrick Shiroishi στο σαξόφωνο και την Natasha Vasilyeva με τον Ralph Schmidt (Ultha) στα φωνητικά. Ευτυχώς θέλει ακροάσεις δηλαδή γιατί είναι πανέμορφο άλμπουμ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να σε αφήνει ένας δίσκος με την απορία "και μετά από αυτό, τι;" Να πούμε ότι τελειώσαμε εδώ; Πού αλλού μπορεί να φτάσει το black metal δηλαδή; Προφανώς είναι εγγενής η υπερβολή στην ερώτηση, αλλά για κάτι τέτοιες στιγμές ενθουσιώδους και αφελούς αναστοχασμού ακούμε μουσική. Πάντα τέτοια μας εύχομαι.
(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Νεοκλή Κυριακού, ακρυλικό σε καμβά 2025)




