Κάτι καλό να ακούσω;

Σεπτέμβριος 2026

Ακόμη δεν ξέρετε τι ακούγαμε φέτος το καλοκαίρι... Περισσότερες πληροφορίες εντός

Χάρης Συμβουλίδης

Abdou El Omari - Lost Tape 1980 (Born Bad & Serendip Lab, 2026)

Την ιστορία την έχουμε ξανακούσει, με γεωγραφικές παραλλαγές: ταλέντο του Μαρόκου της δεκαετίας του 1960, άρχισε μεν με τα παραδοσιακά, μα σύντομα του πήραν τα μυαλά οι Σειρήνες από την Εσπερία, οπότε το έριξε στα fusion και στους πειραματισμούς. Σε κάποιο σημείο, όμως, το ενδιαφέρον εταιριών και κοινού εξανεμίστηκε, οπότε εγκατέλειψε τα μουσικά κι έγινε κουρέας.

Ο Abdou El Omari έχει 16 χρόνια που πέθανε, αλλά τα όσα περιέχει το ‘Lost Tape’ τ' ακούμε φέτος για πρώτη φορά, αφού η σχετική κασέτα (ηχογραφημένη το 1980) είχε απομείνει ξεχασμένη σε κούτα που όδευε ολοταχώς για τα σκουπίδια. Άραγε πώς θα μας φαινόταν αν την ακούγαμε όταν φτιάχτηκε; Νομίζω θα έκανε εντύπωση. Κι αυτό γιατί ακόμα προξενεί, έστω κι αν στα καθ' ημάς τέτοια ηχητικά ανακατέματα δεν φαντάζουν τόσο «εξωτικά», όσο στους Γάλλους που επιμελήθηκαν την κυκλοφορία.

Φαρφίσα, συνθεσάιζερς (του ARP Odyssey τύπου), μαροκινή παράδοση, funk και disco απόηχοι δημιουργούν ένα «κοκτέιλ» που ο El Omari ξέρει πώς να κρατά ελκυστικό για το αφτί, μα και δροσιστικό για τις αισθήσεις. Χώρια τις συγγένειες που εντοπίζεις με τα δικά μας, εδώ κι εκεί. Κάπου δηλαδή θα σκεφτείς τα ‘Ευρωλαϊκά’ του Περικλή Περάκη, κάπου τη Λίτσα Διαμάντη ν' αναλαμβάνει τα φωνητικά στο "Alach Yayouni", κάπου τα χατζιδακικά "Θαλασσοπούλια", αν στο "Nihayat Hob" κατέφτανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη σε μια πιο αραβο-κοσμοπολίτικη υπόσταση. Αρχειακή έκδοση με αξία, λοιπόν, ακόμα κι αν έρχεται με χρονοκαθυστέρηση 46 ετών.

 

Κώστας Μαζιώτης

Ilhan Ersahin - Istanbul Sessions: Mahall (Nublu Records, 2026)

Ο Ilhan Ersahin είναι Τούρκος κάτοικος Νέας Υόρκης, σαξοφωνίστας, ιδιοκτήτης μιας δισκογραφικής εταιρίας και ενός τζαζ κλαμπ, μεταξύ άλλων. Ηχογράφησε το οργανικό άλμπουμ “Mahalle” στην Κωνσταντινούπολη με Τούρκους μουσικούς που “φυσάνε”. Ο τίτλος του άλμπουμ σημαίνει “γειτονιά” (ή μαχαλάς…) και κάθε κομμάτι εκπροσωπεί μια γειτονιά της γνωστής σε όλους πρωτεύουσας δύο αυτοκρατοριών. Θα μπορούσα να είχα επιλέξει οποιοδήποτε κομμάτι. Με γοητεύει το ότι έχουμε έναν σαξοφωνίστα που παίζει μετρημένα και δεν έχει κανέναν να ενδοιασμό να τονιστούν στη μίξη το μπάσο και τα τύμπανα. Συνεπώς, η γκρούβα είναι το ζητούμενο, μιλάμε πιο πολύ για φανκ παρά τζαζ, και ακούγοντας τον δίσκο αισθάνεσαι τη μελαγχολία στις όχθες του Βοσπόρου, κάτι στο οποίο βοηθά και η όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία στο εξώφυλλο.

 

Μιχάλης Βαρνάς

Calibro 35 - Ellroy vs L.A. (OST) (Kicks Records, 2026)

Όποιος εμπνεύστηκε τη σύνδεση των Calibro 35 με τον James Ellroy έχει από μένα την απεριόριστη εκτίμηση μου. Πιθανόν ο σκηνοθέτης Francesco Zippel που είναι Ιταλός όπως και το συγκρότημα; Οι Calibro 35 έχουν ένα άλμπουμ αφιέρωμα στον Ennio Morricone, έχουν διασκευάσει το ‘Mission Impossible’ του Lalo Schifrin, έχουν ηχογραφήσει μουσικές για ταινίες και για αυτούς τους λόγους τους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός cinematic funk band.

Στο δείγμα των δύο κομματιών που έχουμε ακούσει(σε λίγες μέρες κυκλοφορεί επίσημα το soundtrack) και σε σχέση με το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ (δεν έχει παιχτεί σε κάποια αίθουσα ακόμη στη χώρα μας), η προσέγγιση τους τόσο με την νουάρ ατμόσφαιρα που μαεστρικά έχει πετύχει ο σκηνοθέτης όσο και με τον ίδιο τον Ellroy, τον ρυθμό του λόγου του, το ηχόχρωμα της φωνής είναι εθιστικά υπέροχη ακόμη και για εμάς τους φανατικούς των Calibro 35. Θα πρόσθετα και με το Λος Άντζελες.

Ο ίδιος ο Ellroy στα βιβλία του – κυρίως στη ‘Λευκή Τζαζ’ – έχει ως soundtrack την Be bop και την Cool Jazz αλλά το Elroy vs L.A. δεν είναι μια καταγραφή των βιβλίων του. Είναι η βύθιση του ίδιου, με την ιδιαίτερη πρόζα, εντός της πόλης που την ονομάζει πατρίδα. Ακόμη και στις πιο σκοτεινές ή τραυματικές γωνίες της ζωής του. Η μουσική των Calibro 35 συνεισφέρει τα μέγιστα στην ατμόσφαιρα του ντοκιμαντέρ.

Μακάρι να το δούμε στις αίθουσες. Ακόμη καλύτερα με ταυτόχρονο live των Calibro 35.

 

Χίλντα Παπαδημητρίου

Jalen Ngonda – Doctrine of Love (Daptone Records, 2026)

Την πρώτη φορά που άκουσα τον Ngoda, έψαξα στο shazam να βρω από ποιο ξεχασμένο soul δίσκο των ‘60s προερχόταν το τραγούδι. Κυρίως λόγω των φωνητικών, αλλά και του γενικότερου doo-wop, New Orleans, funk & gospel κλίματος. Θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί το 2026 να ακούσει κάτι που θυμίζει παλιά soul της Motown και της Stax; Μήπως επειδή η καινούργια soul, στην πλειοψηφία της, δεν ακούγεται;

Ένα άλλο στοιχείο που τράβηξε την προσοχή μου είναι ότι ο Αμερικανός Ngoda πήγε να σπουδάσει στο Ινστιτούτο Παραστατικών Τεχνών του Λίβερπουλ. Έμεινε εκεί, και κάνει καριέρα στο Λονδίνο, κάτι που νομίζω ότι επιβεβαιώνει μια άλλη εμμονή μου: η καλύτερη neo-soul και το πιο εμπνευσμένο spoken-word/hip hop προέρχονται από το Νησί. Θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς τους λόγους που η σύγχρονη αμερικανική μαύρη μουσική έχει ξεπλυθεί τόσο πολύ, έχει χάσει κάθε τσαγανό και στηρίζεται μόνο στην εξωτερική εμφάνιση και στα γαργαριστά φωνητικά. Αλλά δεν είναι του παρόντος.

Για να επανέρθουμε στον Jalen Ngonda, η σχεδόν παιδική φαλτσέτο φωνή του θυμίζει περισσότερο τον little Steve Wonder και τον Eddie Kendricks και ελάχιστα τους σύγχρονους Leon Bridges και Curtis Harding. Η θεματολογία των στίχων του είναι απλή, ερωτικές ανησυχίες και προβλήματα, αλλά έχει χωνέψει απόλυτα το ύφος και την υφή αυτού που ονομαζόταν sweet soul music: την αισιοδοξία και τη χαρά της ζωής, και σ’ αυτό ίσως να έχουν βοηθήσει και οι Beach Boys που είναι μια βασική επιρροή του.

Η παραγωγή είναι άψογη, με το ιδανικό ποσοστό πνευστών και κρουστών ώστε να έχει κάπως πιο funk ατμόσφαιρα απ’ ό,τι ο πρώτος δίσκος του, ενώ τα υπέροχα gospel φωνητικά περιβάλουν τη φωνή του Jalen τόσο-όσο, χωρίς να την πνίγουν και χωρίς να μιμούνται εκκλησιαστική χορωδία.

Από το άλμπουμ ξεχωρίζω το ‘Mr. Train Conductor’, ό,τι πιο Motown-style έχω ακούσει εδώ και χρόνια.

 

Μαριάννα Βασιλείου

The Afghan Whigs - Soft Control (Royal Cream/BMG, 2026)

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Ή δίσκοι. Μέγα λάθος. Αυτόν τον μήνα, για μένα νομοτελειακά δεν υπήρξε – και δεν θα μπορούσε να υπάρξει – άλλος δίσκος εκτός από το “Soft Control” των Afghan Whigs. Ή από ό, τι άλλο θα έβγαζε ο Greg Dulli. Σαράντα χρόνια βγάζει τραγούδια ο Greg, εγώ είμαι μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη και αυτό το μπαστάρδεμα rock και soul ποτέ δεν θα πάψει να μιλάει στην καρδιά μου και να μου λέει πράγματα που όσο μεγαλώνω, τόσο καλύτερα τα καταλαβαίνω. Ακόμα και αν οι στίχοι είναι πια πιο αφαιρετικοί και αφηρημένοι (και μιλάμε για τον δημιουργό που έχει ανατμήσει την ανδρική ψυχοσύνθεση όσο ελάχιστοι!), η μάχη ανάμεσα στον καλό και στον κακό εαυτό του Greg δεν θα τελειώσει ποτέ. Απλά πλέον ο καλός του εαυτός αντιμετωπίζει τον κακό με περισσότερη κατανόηση και ο κακός του εαυτός προσπαθεί να πλησιάσει πιο πολύ τον καλό. Ίσως γιατί πλέον τον απασχολεί (και) η θνητότητά του και γιατί (για άλλη μια φορά) την ξορκίζει με τον μόνο τρόπο που ξέρει: τον έρωτα. “What is heaven but a con, though?” - ακόμα κι έτσι, είναι ωραία στον Παράδεισο. Όσο κι αν κρατήσει η διαμονή εκεί.

 

Δημήτρης Τσιρώνης

ΜΟΔΑ – S/T 12'' (Αυτοέκδοση, 2026)

Ας υποθέσουμε ότι η μόδα επιτάσσει την εφαρμογή σύγχρονων κανόνων για τη διασκέδαση του φιλόμουσου κοινού. Για παράδειγμα πρέπει πίσω από κάθε μουσικό σχήμα που επιθυμεί να γίνει μέλος της ελίτ, να υπάρχει μια φιλοσοφία που να δικαιολογεί την ύπαρξή του στο σύγχρονο μουσικό στερέωμα. Οι άνθρωποι που το απαρτίζουν θα πρέπει να ακολουθούν κάποια βήματα όπως να χρησιμοποιούν επί σκηνής ρούχα ανακύκλωσης, αυτά θα μπορούσαν να είναι σακάκια και γραβάτες παλαιότερων ετών από την ντουλάπα του πατέρα και της μητέρας ή και από δεύτερο χέρι. Η μόδα δεν έχει φύλο και καταγωγή και πρέπει να αποφεύγονται ερωτήσεις του τύπου «Τίνος είσαι συ;» σπάζοντας έτσι τα παραδοσιακά όρια της κοινωνίας αλλά και τις στερεότυπες απαιτήσεις του ανεκπαίδευτου κοινού, ειδικά στην επαρχία. Δεν πρέπει να ακολουθούνται τυφλά πρότυπα παλαιότερων εποχών από ταινίες όπως το Mad Max ή συγκροτήματα όπως οι Dead Kennedys ή οι Discharge. Η μόδα θέλει διαφάνεια και εξέλιξη, το μόνο σίγουρο ότι αφού «Όλα στον κόσμο είναι απόλυτα ίδια» χρειάζονται θυσίες και προσεκτικές επιλογές για την υιοθέτηση ενός προσωπικού στυλ προσαρμοσμένου στα ιδιαίτερα μέτρα, με επιλογή από κομμάτια που κάνουν τους δημιουργούς τους να νιώθουν αυτοπεποίθηση, καθώς η μεγαλύτερη τάση σήμερα είναι η αυθεντικότητα. Παρόλα αυτά μπορεί να υπάρξει και μια περισσότερο μηδενιστική άποψη στη λογική ότι «Είσαι ίδιος με χθες και η κάθε μέρα, ίδια με την άλλη.». Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα για μια νέα τάση, έτσι κι αλλιώς πριν το τέλος της ζωής «Πρέπει να τη ζήσεις.». Το κουαρτέτο που δεν γυρίζει στο όνομα ΜΟΔΑ κυκλοφόρησε τον ομώνυμο δίσκο που περιέχει έξι ψυχωσικά επεισόδια στις αρχές του καλοκαιριού. Αυτή η ΜΟΔΑ κάνει αισθητή την παρουσία της σε αυτο-οργανωμένους χώρους και χοροεσπερίδες στη Θεσσαλονίκη.

 

Βασίλης Παπαδόπουλος

Why Bother? – Beyond Step One (Feel It Records 2026)

Δύσκολη η επιλογή του μήνα. Είχαν μαζευτεί και αρκετές επιλογές από το καλοκαίρι. Κύρια από post punk, stoner, grunge, desert ροκ και παρεμφερή, κάποιοι μάλιστα επαναφορά από τα 90s που μάλλον έχουν τελευταία την τιμητική τους. Σκληρό ροκ δηλαδή ή πανκ, στα καλύτερά του, από όλες τις μεριές της Αμερικής και ολίγον από Σκωτία. Με πολύ κόπο διαλέξαμε το πιο κλασικό σχήμα και τραγούδι. Πανκ από τo Mason City της Αϊόβα, μια άσημη πόλη στην άκρη των μεσοδυτικών πολιτειών της Αμερικής, όπου ενδημεί το σκληρό ροκ ή το πανκ αν θέλετε. Άσημο και το συγκρότημα, οι Why Bother? που πήραν το όνομά τους από ένα τραγούδι των Weezer, και αυτοί από τα 90s. Μετρούν ήδη κάμποσους δίσκους, κασέτες, ηλεκτρονικές εκδόσεις και χρόνο με το χρόνο από το 2020 που ξεκίνησαν δείχνουν να ωριμάζουν. Παίζουν και ηχογραφούν σε μικρά studio, ενώ δεν εμφανίζονται ποτέ ζωντανά. Άγνωστο γιατί. Από τον τελευταίο τους δίσκο, παρά το υπερβολικό ενίοτε spoken word, ξεχωρίζουν και άλλα τραγούδια, όπως το “Come Undone”. Eπιλέγουμε το κλασικό για μια πανκ θεματολογία, προσαρμοσμένη στο σήμερα, το “A.I. Lobotomy”.

 

Παναγιώτης Αναστασόπουλος

The Afghan Whigs - Soft Control (Royal Cream/BMG, 2026)

Οι The Afghan Whigs γιορτάζουν τα τεσσαρακοστά τους γενέθλια φλερτάροντας με τη φράση του David Bowie “Η ενηλικίωση είναι μια υπέροχη διαδικασία, κατά την οποία γίνεσαι το πρόσωπο που θα έπρεπε να ήσουν”. Ταυτόχρονα ο Greg Dulli προσπαθεί να μας πείσει ότι πλέον δεν έχει “a dick for a brain”, χωρίς όμως να υποκύπτει στην τάση των ‘90s indie rockers να υποστηρίζουν δημόσια το φεμινισμό (χμ...), τώρα πια ζει αρμονικά με τα φαντάσματα των Mark Lanegan και Dave Rosser, κλείνει σταθερά το μάτι στα πνευστά, τη soul και το R&B, αλλά πάνω απ’ όλα εξακολουθεί να γράφει υπέροχα κλασικά της πρώτης περιόδου των Whigs τραγούδια, όπως αυτό που τελικά πρότεινα για ακρόαση, πλήρης ενοχών που δε διάλεξα τα “Duvateen”, “My Lover”, “Jungle Roux” ή “The Deepest Part of the Darkest Shadow.” Να όμως, που όσο κι αν ωριμάσει κανείς, “Some Things Never Change”, όπως έλεγαν κι οι Supertramp, κι ο γνωστός και μη εξαιρετέος “Gentleman” διατηρεί άσβεστη τη “Black Love” φλόγα του προς τέρψη όλων μας.

 

Τάσος Βαφειάδης

Man/Woman/Chainsaw - Cannonball (Fiction Records, 2026)

Οι Man/Woman/Chainsaw (αλήθεια, πόσο καιρό σκέφτηκαν το όνομα;) είναι ένα σεξτέτο από το Λονδίνο που ξεκίνησε από δύο συμμαθητές το μακρινό 2019. Στην πορεία, στο σχήμα μπήκαν και άλλοι μαθητές από το σχολείο τους, κυκλοφόρησαν κάποια σινγκλ και αισίως, μετά από 7 χρόνια, μας παραδίδουν το παρθενικό τους άλμπουμ.

Ο ήχος του “Cannonball” κινείται σε indie μονοπάτια με παραμορφωμένες κιθάρες και έντονη την παρουσία του βιολιού. Σχεδόν κάθε τραγούδι έχει και άλλα μελωδικά μέρη πέρα από το κλασικό κουπλέ-ρεφρέν, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αυτά τα παιδιά έχουν τόσα πολλά να πουν, που 11 τραγούδια δεν τους φτάνουν. Τα γυναικεία φωνητικά εναλλάσσονται με τα αντρικά, δίνοντας ένα ακόμα πιο πλούσιο ηχόχρωμα στον δίσκο. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να τους δούμε ζωντανά.

ΥΓ. Από τους πιο αντιπροσωπευτικούς τίτλους δίσκων!

 

Γιώργος Λεβέντης

Yard Act - You're Gonna Need a Little Music (Island, 2026)

Να βάζαμε εδώ κάτι πιο εσωστρεφές και ψαγμένο από ένα (σχετικά) συμβατικό ροκ γκρουπ όπως οι Yard Act που δεν αλλάζει δα τη μουσική; Εντάξει, να βάζαμε, αλλά επειδή συμφωνήσαμε πως το ροκ ξετίναξε τα μουσικά στατιστικά υπάρχοντας για τόσες δεκαετίες και δεν πειράζει που μας τελείωσε, δεν είναι λόγος να αγνοούμε και ό,τι καλό συναντάμε. Εν πάση περιπτώσει, η λύση δίνεται στην πράξη. Στην πράξη, λοιπόν, ο δίσκος αυτός είναι ο πιο ενδιαφέρων που έβγαλε το γκρουπ, αν και μάλλον όχι ο καλύτερος.

Και εδώ παίζουν ό,τι έπαιζαν πάντα, δηλαδή post-punk, με τον τρόπο που το μεταβόλισαν διαπαντός τα διάφορα early 00s revivals. Που σημαίνει όχι απλά ότι τα πλήκτρα παίζουν τον γνωστό τους ρόλο, αλλά ότι έχουν κιόλας εξαπλωθεί παντού στο άλμπουμ, προσπαθώντας - α λα Pulp στο 'This is Hardcore' - να δανείσουν εκβιαστικά στον δίσκο λίγη από τη σκοτεινή ωριμότητα που ψάχνει. Κατά τα λοιπά, όλη αυτή η funk/rap/glam βόλτα δείχνει όχι μόνο να αξίζει, αλλά να είναι και πιο ακριβώς υπολογισμένη από όσο φαίνεται με το πρώτο άκουσμα. Για κοπλιμέντο το λέω αυτό.

Ενημερωνόμαστε πως είναι η πρώτη φορά που το γκρουπ γράφει τη μουσική τζαμάροντας όλοι μαζί, κάτι που φαίνεται να στοιχίζει λίγο στις συνθέσεις, αλλά ενισχύει τόσο τη διασκέδαση όσο και το βάθος των αναφορών. Πιάνα που πάνε πέρα απο τους Franz Ferdinand και φτάνουν στις καλές στιγμές των Wire, κομμάτια ("Talky Talky People") που πάνε πέρα από τις αντιγραφές των Gorillaz που είχαμε στο προηγούμενο άλμπουμ και φτάνουν στα καλά b-sides του Albarn κοκ. Βασικά, οι Yard Act δείχνουν πρόθυμοι να βοηθήσουν μια μουσική που αντέχει, γιατί και τι άλλο έχει πια να κάνει πέρα από το να αντέχει;

 

Αντώνης Ξαγάς

Mylène Farmer - C'est À Qui Le Tour (Stuffed Monkey, 2026)

Την πορεία μας στον χρόνο την εικονοποιούσα από παλιά (ίσως από τότε που είχα πρωτοδιαβάσει το ‘Μοναστήρι της Πάρμας;), σαν να ‘μαστε στρατιωτάκια στις τάξεις ενός στρατεύματος ναπολεόντειου, που προχωρούσαν ακάθεκτα (και αναγκαστικά) στη μάχη, υπό τους ήχους ενός τυμπάνου που έδινε ρυθμό στο βήμα, ‘pas de charge’ όπως το λέγανε, αψηφώντας το σφυροκόπημα του εχθρού. Με το βήμα εφόδου ή απλά νωχελικό, τολμηρό ή δειλό, αφήφιστο ή στοχαστικό, με σημαίες και ταμπούρλα, μικρή διαφορά κάνει στο αποτέλεσμα, που η τυχαιότητα το κυβερνά. Ποιανού είναι η σειρά;

Νέο τραγούδι, νέο βίντεο, αυτά τα δύο ενίοτε είναι αξεδιάλυτα στον κόσμο της Μιλέν, πάντα γεμάτα συμβολισμούς, παραπομπές, ανοιχτά σε ερμηνείες και διαπνεόμενα από έναν αέρα ελευθερίας. Μια φορά λιμπερτίνα, πάντα λιμπερτίνα…

 

Κώστας Γ. Καρδερίνης

Manos Milonakis - The Stuff We Are Made of (Original Motion Picture Soundtrack) (Αυτοέκδοση, 2026)

Από τι είμαστε φτιαγμένοι [2025 Ελλάς, 106λ] αναρωτιέται το πρωτότυπο ντοκιμαντέρ του Σιαμάκ Ετεμάντι που κέρδισε το πρώτο βραβείο, τον Ορφέα καλύτερου ντοκιμαντέρ, στο LAGFF-doc 2026. Το δύσβατο θέμα περί της σεξουαλικότητας ατόμων με αναπηρίες, πλαισιώνει και αγκαλιάζει διακριτικά η μουσική επένδυση του Μάνου Μυλωνάκη, γραμμένη και φινιρισμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Ρέικιαβικ.

Ο Μυλωνάκης κατάφερε να πλάσει την ιδιόμορφη μουσική γλώσσα που χρειαζόταν το δύσκολο θέμα του ντοκιμαντέρ, είτε μέσα από ακουστικές διαδρομές είτε και με τις ψηφιακές του υφές, αποτελούμενη από 19 ορχηστρικές συνθέσεις βασισμένες κυρίως στο πιάνο, το αρμόνιο, τα σύνθια και τον υπολογιστή του. Βοηθοί του και αρωγοί η ταλαντούχα και γοργά αναδυόμενη Εμίλια Τριανταφυλλίδου [βιμπράφωνο, μαρίμπα] και η βιολοντσελίστα Στέλλα Τέμπρελη. Δυο μουσικοί που δίνουν σίγουρα ιδιαίτερους τόνους στα κομμάτια που συνερμηνεύουν.

Οι προσωπικές μουσικές αναζητήσεις του Μάνου Μυλωνάκη είναι παρούσες και υπηρετούν την πολυετή έρευνα και την ανάπτυξη του θέματος μελωδικά και τρυφερά, σχολιάζοντας και σιγοντάροντας, συμπλέοντας και συνοδοιπορώντας, συνεπικουρώντας εντέλει την τιτάνια προσπάθεια για την παράκαμψη ταμπού και προκαταλήψεων. Χαρακτηριστικό είναι, πιστεύω, το κομμάτι που επέλεξα να ανθολογήσω. Και ο ευρηματικός του τίτλος επίσης.

 

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς

Wild Up, Christopher Rountree, Julius Eastman – Julius Eastman Vol 5/ Gay Guerrilla (New Amsterdam, 2026)

Wild Up είναι το όνομα μιας σπουδαίας σύγχρονης ορχήστρας κλασικής μουσικής που έχει βαλθεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους με απανωτές εκδόσεις σχετικά με τον αφροαμερικανό συνθέτη Julius Eastman. Ήταν και μάλλον ακόμα είναι πολύ δύσκολο για τους μαύρους να αναδειχθούν στο χώρο της κλασικής μουσικής πόσο μάλλον αν είναι και gay! Χωρίς πολλά πολλά όποιος ακούσει αυτό το έργο εδώ θα καταλάβει αμέσως ότι υπάρχει σοβαρός λόγος που οι Wild Up επιμένουν. Υπάρχουν πολλοί αφανείς ήρωες στον κόσμο της τέχνης. Που και που κάποιοι καλό είναι να βγαίνουν από την αφάνεια. Το ‘Gay Guerrilla’ είναι συνταρακτικό. Υπερκόσμια έκσταση!

 

Μαρία Φλέδου

Phoebe Bridgers – Lost Weekend (Dead Oceans, 2026)

Το τρίτο άλμπουμ της Phoebe Bridgers είναι το πιο ‘βαρύ’ θα έλεγα ως τώρα από άποψη περιεχομένου. Από την μία είναι η θεματολογία, οι προσωπικές ιστορίες που αφηγείται και το ενέπνευσαν, ο θάνατος του πατέρα της, ο παραλίγο γάμος της και το status της ως καλλιτέχνης. Από την άλλη το πώς τις ντύνει στο γνώριμο πλέον indie-folk της, με τα δύο να εναλλάσσονται σε υπεροχή αντί να συνυπάρχουν με την ισορροπία που είχαν οι προηγούμενες δουλειές της.

Έτσι στο ‘Lost Weekend’ γίνεται ακόμη πιο αισθητή η ικανότητά της να ελέγχει την συναισθηματική ένταση του κάθε κομματιού της, από indie anthem (‘Lost Boys’, ‘Bobby’) μέχρι τις πιο soft μελωδίες της (‘The Governor’s Waltz’) μέσα από τους στίχους της. Και δύσκολα κανείς μπορεί να ‘αποφύγει’ τους στίχους της, τι νόημα θα είχε δηλαδή όταν αυτός είναι ο πυρήνας της δουλειάς της.

Μαζί της η σούπερ ομάδα συνεργατών της, οι λοιπές Boygenius, o Conor Oberst, ο καμουφλαρισμένος Cameron Winter των Geese, ο Jack Antonoff, μεταξύ άλλων.

Δεν ξέρω με πόσες τραγουδοποιούς που υπήρξαν ή θα υπάρξουν μπορεί ή πρέπει να συγκριθεί τώρα ή στο μέλλον, για την ώρα εγώ αφήνομαι στο τεράστιο ταλέντο της, στο ‘Lost Weekend’ και σε ό,τι ακολουθήσει.

 

Μάνος Μπούρας

The Durutti Column – Renascent (London, 2026)

Αυτό είναι ένα καλό άλμπουμ για οποιοδήποτε γκρουπ μπορεί να σας έρθει στο μυαλό. Δεν είναι όμως ένα καλό άλμπουμ για να φέρει το όνομα που το υπογράφει. Ή μάλλον, είναι ένα απλά ΟΚ άλμπουμ, και σε κάθε περίπτωση, το να έχεις έναν ακόμη δίσκο τους στο ράφι τους δεν είναι πια και τόσο κακό σενάριο. Όσοι όμως έχουμε ιχνηλατήσει σπιθαμή προς σπιθαμή τη δισκογραφική πορεία του "γκρουπ" (ένας μουσικός ήταν πάντοτε οι Durutti Column, ο Vini Reilly με τ' όνομα, είχε βέβαια στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας του τον Bruce Mitchell στο πλάι του σαν ντράμερ και μάνατζερ, και από κάποια στιγμή και μετά, έχει προσχωρήσει στο όχημα και ο Keir Stewart, πολυοργανίστας και παραγωγός του παρόντος δίσκου), ξέρουμε καλά ότι εδώ έχουμε μια σειρά διάσπαρτων ιδεών και ήχων, που στο σύνολο τους δύνανται να ονομαστούν "το πολυαναμενόμενο, μετά από 16 χρόνια, νέο τους άλμπουμ", μα δεν έχουν να προσφέρουν πολλά τελικά.

Ελάχιστα βέβαια μπορούν να πάνε λάθος εδώ: αρκεί ο ήχος της κιθάρας του Reilly, μαγικός, απόκοσμος, αμίμητος, βιρτουοζικός, για να περάσει σε ένα δικό του λέβελ το όλο εγχείρημα. Τα υπόλοιπα στοιχεία του ήχου τους παρόντα επίσης, τα συμπληρωματικά ντραμς του Mitchell πάντα εκεί να σαπορτάρουν τις κιθαριστικές γιρλάντες, ενώ το όλον δένει με ένα στιβαρό οργανικό σύνολο που το φέρνει σε μία νέα εποχή. Νιώθεις ξεκάθαρα όμως ότι ο δίσκος αναμασά το παρελθόν χωρίς να έχει πολλά να δώσει στο σήμερα (πλην της συμμετοχής της Caoilfhionn Rose σε δύο κομμάτια). Το οποίο είναι, να επαναλάβω, μια χαρά για εμένα. Παράγγειλα τον δίσκο πριν καν τον ακούσω. Είναι γνωστό ότι ο Reilly είχε ανέκαθεν εύθραυστη υγεία, κι αν οι δουλειές του είναι ο τρόπος να βαδίζει στη ζωή του, είμαι εκεί να (υπο)στηρίζω. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για κάποιον που η μουσική του έχει δώσει τόσα στη δική μου ζωή.

Με το κομμάτι που έχω διαλέξει κάνω μια σύνδεση με το ενδοξό(τερο) παρελθόν του, μιας που αποτελεί μία νέα εκδοχή του παλαιότερου κομματιού του ‘For Belgian Friends’.

 

Ελένη Φουντή

L'Rain - Fata Morgana (Mexican Summer, 2026)

Τέταρτος δίσκος από την multi instrumentalist Taja Cheek, η οποία έλαμψε πριν λίγα χρόνια, ιδίως με το "Fatigue", και συνεχίζει εξίσου αποτελεσματικά δια της μεταμόρφωσης. Βέβαια σε κάθε δίσκο της μέχρι τώρα η L'Rain (όπως τιτλοφορείται το project της Cheek) ενσωματώνει folk, noise, abstract electronic, shoegaze έως και jazz στοιχεία σε μία θεωρητική R&B βάση από όπου μοιάζει να εφορμά, αλλά εδώ μάλλον βγαίνει οριακά και εκτός ηλεκτρονικής ή έστω στην περίμετρό της. Το "Fata Morgana" είναι ένας πραγματικά αταξινόμητος και ευφυής abstract neo soul - pop δίσκος που δεν διστάζει να συγκεράσει στοιχεία που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς σε δουλειά της Joni Mitchell όπως έχει γραφτεί και συμφωνώ (έχει μάλιστα κομμάτι με τίτλο "Blue" οπότε οδηγήθηκα κι εγώ στον ίδιο συνειρμό) με τη βίντατζ ηλεκτρονική του Bibio και... dancehall και δη εντός του ίδιου κομματιού και φυσικά χωρίς να μοιάζει το αποτέλεσμα με ασυνάρτητο εξυπνακισμό (για να βρίσκεται στη στήλη). Πέρα από θαυμάσιο δίσκο, θεωρώ το "Fata Morgana" σημαντικό και ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του σύγχρονου τρόπου προσέγγισης της "έντεχνης" ή avant ή εναλλακτικής ή όπως θέλετε πείτε την pop, όχι ως ενσυνείδητης συρραφής επιρροών όπως τη γνωρίσαμε παλιά, αλλά από την οπτική της ολοκληρωμένης μουσικής σύνθεσης όπου τα είδη είναι κάτι δευτερεύον. Συχνά σκέφτομαι ότι τέτοιοι δίσκοι εν τέλει είναι η πιο πρακτική απάντηση στη δημοφιλή πλην ουσιοκρατική άποψη ότι έχει εξαντληθεί η πρωτοπορία και δεν βγαίνει τίποτα ριζοσπαστικό πια. Και η Fata Morgana ως φυσικό φαινόμενο μία οπτική ψευδαίσθηση περιγράφει, εδώ που τα λέμε.

 

Άρης Μπούρας

Erykah Badu/The Alchemist - Before The World Blows: The Abi and Alan Experiment (Control Freaq/Young, 2026)


Επειδή συνηθίζεται στην εποχή μας να αναφέρεται ελαφρά τη καρδία το «ε και ποιος ακούει ολόκληρα άλμπουμ πια», έχω να πω ότι αυτά τα 16 νέα tracks της σύγχρονης σκοτεινής neo-soul diva, μαζί με τον περίφημο hip-hop παραγωγό The Alchemist, όχι μόνο τα άκουσα μονορούφι, αλλά έπιασα άμεσα τον εαυτό μου να πατάει πολλάκις το play. Από το πρώτο έως το τελευταίο του λεπτό, το άλμπουμ αποτελεί ένα μοντέρνο ταξίδι στη νεοψυχεδέλεια της soul, της r’n’b και της hip-hop μουσικής. Βαθύ και περιπετειώδες, με τραγούδια που θα μπορούσαν να απορροφηθούν κι από πιο mainstream ακροατήρια, συγκεντρώνει ένα μάτσο αξιόλογους συμμετέχοντες, από τους Earl Sweatshirt και Thundercat, έως τους Steve Lacy και Kamasi Washington, μεταξύ άλλων. Tα καθαρά beats μέσα στην «οργανωμένη σύγχυση» του, όπως αναφέρει ο The Alchemist, η μυστικιστική φορές ατμόσφαιρά του, αλλά και η θεματολογία του που καταπιάνεται με την εποχή μας καίρια και στοχαστικά, φέρνουν την Erykah Badu πίσω στα ηχεία μας μετά από 15 και πλέον χρόνια, και το απολαμβάνουμε ιδιαίτερα.

 

Νικόλας Μαλεβίτσης

Jeff Parker ΕΤΑ IVET - Happy Today (International Anthem Recording Company, 2026)

Το ‘Happy Together’ είναι ένας από τους δίσκους που έπιασα τον εαυτό μου να ακούει άπειρες φορές μέσα στο καλοκαίρι. Ώρες ώρες μέχρι και 2 ή 3 φορές την ημέρα. Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλους οι οποίοι λειτούργησαν κατ' αυτό τον τρόπο αυτή την εποχή όπως το ‘Βοys of Dungeon Lane’ του Paul McCartney, κ.ά. αλλά το ‘Happy Together’ έχει μια ιδιαίτερη μαγεία, που σε απορροφά και μαγεμένο σε παρασύρει με τον ήχο του.

Κουαρτέτο που πήρε το όνομα του από τον ομώνυμο χώρο Eta Highland Park στο Λος Άντζελες όπου έπαιζαν συναυλίες κάθε Δευτέρα βράδυ ως residency απο το 2016 έως το 2023 (όταν και έκλεισε ο χώρος). Τους βρίσκουμε εδώ στην τρίτη κυκλοφορία τους, σε ηχογραφήσεις στις οποίες η ελευθερία του ήχου τους αλλά και ο τρόπος να δίνουν χώρο ο ένας στον άλλο δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που σε ταξιδεύει σε τζαζ μονοπάτια, είτε ρυθμικά ή πιο πυκνωτικά και ήρεμα χάρη στη χρήση των ηλεκτρονικών. Επίσης με μαεστρία χτίζονται τα ηχοτοπία των κομματιών είτε από την τρομπέτα ή από την κιθάρα μόνο του Jeff Parker αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο δίνουν χώρο επίσης στα ντραμς και στο μπάσο ώστε να συνομιλήσουν και ξαφνικά να γίνει η κορύφωση σε σημεία όπου συνδιαλέγονται και οι τέσσερις μεταξύ τους. Είχα πολύ καιρό ν' ακούσω δίσκο που η ζεστασιά και η μαγεία του να με κάνουν να κολλήσω τόσο πολύ μαζί του. Και δε θα μπω στον πειρασμό να αρχίσω παρομοιώσεις και παραπομπές σε κλασσικούς και αγαπημένους τζαζ δίσκους όπως έχουν γίνει σε διάφορους ιστότοπους γιατί αυτός ο δίσκος έχει τη δική του μοναδική ανεπανάληπτη υφή. Καλή ακρόαση!

 

00:00 Abdou El Omari - Alach Yayouni
03:37 Ilhan Erşahin’s Istanbul Sessions - Yeditepe
08:58 Calibro 35 - L.A. Cnfidential
13:19 Jalen Ngonda - Mr. Train Conductor
15:59 The Afghan Whigs  - My Lover
18:29 ΜΟΔΑ - Τίνος είσαι συ
19:24 Why Bother? - A.I. Lobotomy
21:35 The Afghan Whigs - House of I
24:28 Man/Woman/Chainsaw - Nosedive
30:02 Yard Act - You're Gonna Need A Little Music
34:41 Mylène Farmer - C'est à qui le tour
39:35 Manos Milonakis - Sexarcy
42:58 Wild Up, Christopher Rountree, Julius Eastman - No. 4, Melt To and Back Again
45:58 Phoebe Bridges - The Governor’s Waltz
49:13 The Durutti Column - For Friends Everywhere
54:30 L'Rain - July 5th
58:25 Erykah Badu & The Alchemist - Witch Doctor
1:04:38 Jeff Parker ETA IVtet – Like Swimwear (Part two)
 

(O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Alexej von Jawlensky με τίτλο «Landschaft, Am Genfer See» (Τοπίο στη λίμνη της Γενεύης)/1914. Λάδι σε χαρτί με υφή λινότυπου, τοποθετημένο σε χαρτόνι/ξύλο).