Κάτι παλιό καλό να ακούσω;

Re-Issues 2018

Αντώνης Ξαγάς
Catherine Ribeiro + Alpes Catherine Ribeiro + Alpes (Anthology Records)
(Πορτο)γαλλίδα στην καταγωγή, δύσκολη παιδική ηλικία, άγρια γοητευτική παρτιζάνα σε ταινία του Γκοντάρ, απόπειρα αυτοκτονίας, μια ερωτική συνάντηση-συναστρία με έναν τύπο που έφτιαχνε αυτοσχέδια παράξενα όργανα με ονόματα όπως cosmophone και percuphone, σκληρή πολιτικοποίηση, μποϋκοτάζ από τα κατεστημένα μέσα, δίσκοι, πολλοί δίσκοι, παθιασμένες και αντισυμβατικές ερμηνείες, και ήχο που έφτανε στις παρυφές του progressive και του τότε πειραματικού ήχου, χωρίς όμως να σκαρφαλώνει σε αυτάρεσκες κορυφές. Η μπαμπάτσικη αυτή έκδοση μαζεύει τους τρεις σπουδαιότερους δίσκους που έκανε μαζί με τις …Άλπεις, το «Paix» ειδικά δεν το ξεχνώ ποτέ αν κάποιος με ρωτήσει για τους αγαπημένους μου της δεκαετίας του ’70.

 

Ελένη Φουντή
Ursula K. Le Guin & Todd Barton - Music And Poetry Of The Kesh (Freedom To Spend)
Το 2018 ήταν η χρονιά που η Ούρσουλα μας άφησε μόνους. Η Ούρσουλα που ακτινοβολούσε σοφία, ταγμένη στην αναζήτηση ενός δίκαιου εφικτού κόσμου μέσα από το φανταστικό. "Δεν θα κατανοήσουμε την αδικία που ζούμε, αν δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δικαιοσύνη" έλεγε. Γι' αυτό έγραψε το "Always Coming Home" (1985), την ιστορία μιας ειρηνικής, ποιμαντικής κοινωνίας σε ένα μακρινό μέλλον, που συνοδεύτηκε από μια κασέτα. Επανεκδόθηκε λίγους μήνες αφού έφυγε. Το "Music And Poetry Of The Kesh" είναι οι παραδόσεις, οι θρύλοι, ο πολιτισμός αυτής της κοινωνίας, στους οποίους η Le Guin ήθελε να δώσει φωνή. Μαζί με τον Todd Barton ύφαναν ένα πολύμορφο παραμύθι new age/folk γαλήνης και χορικού λυρισμού, με ποίηση και field recordings που ακούγονται γήινα και ουράνια μαζί. Έτσι άλλωστε δεν έγραφε και η ίδια; Ούτε του σήμερα, ούτε του χθες, ούτε του αύριο είσαι Ούρσουλα. Είσαι του πάντα. Για μένα οι ουτοπίες σου ανοίγουν δρόμους για τις πραγματικότητες. Δεν λέμε αντίο.

 

Τάσος Βαφειάδης
Songs:Ohia - Love & Work: The Lioness Sessions (Secretly Canadian)
Δεκαεπτά μέρες μετά την είσοδο του 21ου αιώνα, ο εύθραυστος Jason Molina κάτω από το σχήμα Songs: Ohia, έχοντας ανακατέψει τα προσφιλή του αμερικάνικα φολκ στοιχεία με τα νωχελικά μπιτ των Σκοτσέζων Arab Strap, μας παρουσίασε το αριστουργηματικό “Lioness”. Τραγούδια για τον θάνατο αλλά και για τον ατελέσφορο, ανεξέλεγκτο και αυτοκαταστροφικό έρωτα που μαζί με το αλκοόλ τον τυραννούσαν στη σύντομη ζωή του.
Στα τέλη του 2018, χωρίς να υπάρχει κάποιος επετειακός λόγος (όπως είθισται), κυκλοφόρησε μόνο σε βινύλιο η κασετίνα “Love & Work: The Lioness Sessions” που περιέχει τον αρχικό δίσκο, ακυκλοφόρητα τραγούδια από τις ηχογραφήσεις και διάφορα καλούδια όπως φωτογραφίες, ένα χειρόγραφο γράμμα, μια πένα κ.ά. Το σημαντικό βέβαια δεν είναι τα μπιχλιμπίδια, αλλά ότι 19 χρόνια μετά η λέαινα συνεχίζει να μας κοιτά με το ίδιο σαρκοβόρο βλέμμα.

 

Μιχάλης Βαρνάς
The Jimi Hendrix Experience - Electric Ladyland (Experience Hendrix)
Ήθελα κάτι καινούριο στη ζωή μου. Επειδή όμως δεν είμαι και για μεγάλες και απότομες τομές αποφάσισα πως το ιδανικό καινούριο στη παρούσα φάση είναι δύο τριανταφυλλιές, η μία δίπλα στην άλλη έτσι ώστε όταν θα λείπω να συνομιλούν μεταξύ τους και να γεμίζουν τον χρόνο τους.
Ο ανθοπώλης με ρώτησε κάποια πράγματα για μένα στα οποία απάντησα με σαφήνεια λες και βρισκόμουν σε συνέντευξη. Προς το τέλος είχα πιστέψει πως τα πήγα πολύ καλά και μάλλον θα μου τις πουλούσε τις τριανταφυλλιές. Όμως διατηρούσα και τις αμφιβολίες μου Κι εκεί ήρθε η τελευταία ερώτηση. Σας αρέσει ο Jimi Hendrix; Ναι, του απάντησα, μάλιστα μου αρέσει κι ο David Foster Wallace, ο Jimi Hendrix των λογοτεχνών. Είχα πραγματικά πωρωθεί και ήμουν έτοιμος να περάσω οποιοδήποτε τεστ για να πάρω οπωσδήποτε τις τριανταφυλλιές.
Κάθε πρωί βγαίνω στη βεράντα να τις δω, να ελέγξω αν χρειάζονται νερό ή ήλιο. Έπειτα βάζω στο πικάπ δύο τραγούδια του Jimi Hendrix. Έχω τις πιο σπάνιες τριανταφυλλιές στον κόσμο.

 

Μπάμπης Αργυρίου
Yung Wu - Shore Leave (Bar/None)
Με τι να μοιάζει ένας δίσκος όπου οι Feelies παίζουν συνθέσεις του περκασιονίστα τους, οι δε βασικοί συνθέτες τους Bill Million και Glenn Mercer έχουν υπογράψει και την παραγωγή; Σωστά. Άγνωστο γιατί δεν το έβγαλαν με το διάσημο όνομά τους που θα εξασφάλιζε και σημαντικές πωλήσεις. Εικάζω ότι οι βασικοί συνθέτες βαρέθηκαν να απορρίπτουν τις συνθέσεις του Dave Weckerman και φιλοτιμήθηκαν να τον βοηθήσουν να τις πουλήσει στήνοντας πάγκο έξω από το μαγαζί. Στον δίσκο που άντεξε μια επανέκδοση 31 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του (άραγε θ' αντέξει άλλη γύρω στο 2050;) υπάρχουν και τρεις διασκευές: το Powderfinger (το καλύτερο τραγούδι του Neil Young σύμφωνα με λίστα του Rolling Stone - καλύτερο; χμμ, στη δεκάδα σίγουρα), το Child of the Moon (Νο 81 στη λίστα του προαναφερθέντος εντύπου με τα καλύτερα των Stones - ανέβασέ το καμιά τριανταριά θέσεις) και το Big Day του Manzanera - η μόνη διασκευή από τις τρεις με λόγο ύπαρξης, αφού σ' αντίθεση με την τεχνοκρατίλα του αυθεντικού ακούγεται κεφάτο, πανηγυρικό, ηλιόλουστο, σαν να ηχογραφήθηκε στην εξοχή.

 

Στυλιανός Τζιρίτας
Wire - Pink Flag (Rough Trade)
Μία μπάντα η οποία από μόνη της αποτελεί μία κατηγορία και της οποίας οι επανεκδόσεις των τριών πρώτων δίσκων σοφά κρίθηκαν ως επιβεβλημένες από τους ιθύνοντες της Rough Trade. Κρατώ το ‘Pink Flag’ του 1977, όχι τόσο ως κορυφαίο, αλλά επειδή ακριβώς ακόμα και στον πρωτόλειο σοφιστικέ βρυχηθμό του υπονοούσε πολύ περισσότερα αρώματα από αυτά που οι τέσσερις νεανίες (που δεν ήταν αναλογικά με τους υπόλοιπους punks) ήταν σε θέση να επεξεργαστούν ηχητικά. Είναι όμως σαφές ότι τα είχαν στο μυαλό τους για τις μετέπειτα εξορμήσεις τους σε πινελιές που σκάνε ως διατρητικές σφαίρες παντού μέσα στον δίσκο. Η έκδοση περιέχει μερικά καθόλου αχρείαστα outakes και remastered εκδόσεις σε θριαμβευτικής απόδοσης τραγούδια όπως το αναπάντεχα ερωτικό για την εποχή και το κίνημα ‘Fragile’ και το ανεπανάληπτο κυκλοθυμικό ‘Ex Lion Tamer’. Οι Wire, όπως απέδειξε η ιστορία, είχαν σαν οδηγό μόνο τον εαυτό τους και όταν βαριόντουσαν ακόμα και τις ίδιες τις ιδέες τους, άλλαζαν ρότα χωρίς περιστροφές, κάτι που έγινε στο αμέσως επόμενο, το αριστουργηματικό ‘Chairs Missing’ του 1978 αλλά και στο ‘154’. Όλα αυτά μαζί δηλαδή που είδαν φέτος το φως της επανέκδοσης.

 

Μάνος Μπούρας
Various - Outer Himmilayan Presents (Dark Entries/Sacred Bones)
Όταν συμπράττουν δύο από τις καλύτερες σύγχρονες ετικέτες στον τομέα των επανεκδόσεων - η Dark Entries και η Sacred Bones - για να φέρουν στο φως υλικό που κοστίζει ακριβά να αγοράσεις εφόσον θέλεις τις αυθεντικές κόπιες των δίσκων, τότε ξέρεις ότι κάτι καλό πρόκειται να ακούσεις από το άλμπουμ που κυκλοφόρησαν από κοινού. Η συλλογή ‘Outer Himmilayan Presents’ μας υπενθυμίζει κάποια στριφνά κομμάτια που είχε βγάλει η εταιρία με το εν λόγω όνομα στο γύρισμα των χρυσών δεκαετιών '70 και '80 που όσα χάνουν σε βατότητα και καλαισθησία, κερδίζουν σε στυλ κι αγέρωχο DIY πνεύμα.

 

Δημήτρης Δραγούμης
Dog Faced Hermans - Humans Fly (Sorcerer Records)
Τα περιοριστικά μέτρα στα φετινά καλύτερα του MiC κράτησε άδικα τους The Ex και Orchestre Tout Puissant Marcel Duchamp μακριά από τις λίστες. Με κάποιο τρόπο λοιπόν έπρεπε να σκοράρω τρίποντο! Γνωστά μέλη των δυο παραπάνω συγκροτημάτων (Andy Moor, Colin Mclean, Wilf Plum) και η εικαστικός Marion Coutts σε φωνητικά/τρομπέτα 32 χρόνια πριν ξεκινούσαν το ταξίδι τους ως DFH. Παγκόσμιας κλάσης πρωτοπόρα post punk/no wave μπάντα (μια κατηγορία μόνη της...), κολλητοί των The Ex, που φημιζόταν για τις εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις της και την πολιτική της στάση. Παγκόσμιας κλάσης και τούτο το ντεμπούτο από το μακρινό 1988 (όπως άλλωστε και όλες οι μετέπειτα κυκλοφορίες τους). Εμφανίζεται εδώ ενισχυμένο με τη μνημειώδη διασκευή του ‘Bella Ciao’ και το ‘Miss O'Grady’ από το επτάιντσο στην Calculus.

 

Μίλτος Τσίπτσιος
Omega Tribe - No Love Lost (Sealed Records)
Έπρεπε να περάσουν τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια για να επανακυκλοφορήσει το πρώτο και μοναδικό άλμπουμ του αρκετά υποτιμημένου από την ιστορία συγκροτήματος των Omega Tribe. Πρόκειται για το εξαιρετικό LP ‘No Love Lost’ που πρωτοβγήκε το μακρινό 1983 από την Corpus Christi, το ας το πούμε παράρτημα της Crass Records, και περιέχει έντεκα τραγούδια που εξισορροπούν περίτεχνα ανάμεσα στο τρίγωνο που σχηματίζει η επιθετικότητα και η τραχύτητα του ήχου των Crass, η μελαγχολική μελωδία των Zounds, και η απελπισμένη στιχουργικά ανησυχία των Mob. Οι Omega Tribe με το ‘No Love Lost’ αλλά ακόμη περισσότερο με την εν γένει στάση τους κατάφεραν (δυστυχώς χωρίς μεγάλη συνέχεια να μπουν στη μικρή αυτή ελίτ των anarcho–punk συγκροτημάτων που δεν πρόδωσαν ποτέ την ιδεολογία τους, τίμησαν δε με πίστη και προσήλωση το τρίπτυχο που πρέσβευαν: αυτό της Αγάπης της Ειρήνης και της Ελευθερίας.

 

Μαρία Φλέδου
Swervedriver - Ejector Seat Reservation (Music on Vinyl)
Το πρώτο 'παλιό καλό' δένει πολύ ωραία με το καινούριο προσεχώς 'καλό' μου (spoiler). Το re issue του τρίτου και καταπληκτικού άλμπουμ των Swervedriver, σε όμορφο κόκκινο- ή μαυρο-ασημί (διαλέγετε) διπλό βινύλιο αυτή τη φορά, είναι μία ευκαιρία να θυμηθούμε έναν δίσκο που ξεχάστηκε πολύ γρήγορα μετά την πρώτη του κυκλοφορία το 1995 και δεν έλαβε την προσοχή που του αξίζει ούτε κατόπιν 90's αναβιώσεων και επανασυνδέσεων. Είναι μεν extended έκδοση με booklet και τέσσερα bonus κομμάτια, όμως για κάποιον άγνωστο λόγο η τέταρτη πλευρά μένει κενή ενώ θα μπορούσε να περιλαμβάνει το original bonus εφτάιντσο. Παρ' όλα αυτά θα ομορφύνει οπτικοακουστικά τις δισκοθήκες σας χωρίς να χρειαστεί πλέον να ξοδέψετε 150+ ευρώ στο Discogs για να το αποκτήσετε.

 

Μαριάννα Βασιλείου
Liz Phair - Girly-Sound to Guyville: The 25th Anniversary Box Set
Ακούγοντας την φετινή επανακυκλοφορία του “Exile in Guyville” μαζί με όλα τα demos που είχε ηχογραφήσει το 1991 η Liz Phair (τα φημισμένα Girly-Sound tapes) είκοσι χρόνια από τότε που το πρωτάκουσα, έχω ένα γλυκό χαμόγελο και νιώθω μια βαθιά τρυφερότητα για την έφηβη που υπήρξα και για την νέα γυναίκα που ήταν η Liz Phair όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος. Η Liz στα 26 της τότε τραγουδούσε για τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις επιθυμίες που είχα κι εγώ όταν ήμουν 15 – και που με απασχολούν και τώρα που βαδίζω ολοταχώς για τα 35. Κι αν αυτή η οικουμενικότητα των συναισθημάτων δεν μας καθιστά ανθρώπους, δεν ξέρω τι άλλο μας καθιστά τέτοιους.

 

Θανάσης Παπαδόπουλος
The Amps - Pacer (4ΑD)
Μετά τα παράσημα των Pixies και την επιτυχία των δυο πρώτων δίσκων των Breeders, η Kim Deal έφτιαξε το 1995 τους Amps, με τον ντράμερ των Breeders και δυο φίλους της από το Dayton, Ohio. Κυκλοφόρησαν μόνον έναν δίσκο, το ‘Pacer’, στην 4AD. Θυμίζει σε σημεία Pixies ή Breeders (άλλωστε το αντίθετο θα ήταν το περίεργο), χωρίς να προσπαθεί να αντιγράψει κανένα από τα δυο γκρουπ ή οποιοδήποτε άλλο. Περιέχει δώδεκα εμπνευσμένα τραγούδια, με ένταση, μελωδίες και υπέροχα φωνητικά από την Kim Deal, παιγμένα χύμα (lo-fi το έλεγαν τότε). Το ‘Pacer’ πήρε μέτριες κριτικές και πάτωσε στις πωλήσεις.
Επανακυκλοφόρησε σε βινύλιο το 2018, όπως ακριβώς ήταν το 1995: 33 λεπτά, χωρίς έξτρα από φιλικούς αγώνες, προπονήσεις κλπ. Και φαντάζομαι χωρίς φιλοδοξίες να αλλάξει τη θέση του στην ροκ ιστορία, προορισμένο δυστυχώς να μείνει παραχωμένο σε κάποιο συρτάρι της.

 

Τάσος Πατώκος
The Breeders - Pod (4AD)
Το 2018 ήταν η χρονιά που οι The Breeders επέστρεψαν με νέο δίσκο μετά από πολλά χρόνια απουσίας, αλλά ήταν και η χρονιά που επανακυκλοφόρησε ο πρώτος και καλύτερος δίσκος τους "Pod". Η επανακυκλοφορία ήταν πιστή απομίμηση της κυκλοφορίας του 1990, χωρίς επιπλέον τραγούδια ή την παραμικρή αλλαγή στο artwork, και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να γράψει ένα επετειακό κείμενο για το εσώφυλλο. Κάποια πράγματα είναι τόσο τέλεια που δε χρειάζονται προσθήκες, αλλαγές ή επεξηγήσεις.

 

Γιάννης Πλόχωρας
Bourbonese Qualk - Laughing Afternoon (Platform 23/Mannequin records)
Την παράλλη βδομάδα επανακυκλοφορεί, σε βινύλιο και πάλι, αυτός ο πολύ ιδιαίτερος πρώτος δίσκος ενός δημιουργικού πυρήνα καλλιτεχνών που έδρασε στα 80ς και συνέχισε με πολλές εσωτερικές αλλαγές μελών μέχρι τα 00ς με το όνομα Bourbonese Qualk. Είναι ένας πειραματικός πρωτοelectro χείμαρρος ήχων που όποτε τον ακούω (πριν λίγο η τελευταία φορά) με κάνει και χαμογελάω, αν και χαρούμενο δεν τον λες. Το ‘Laughing Afternoon’ ηχογραφήθηκε σιγά σιγά με πατέντες και μεράκι στο αυτοσχέδιο στούντιο που έστησαν οι ίδιοι οι Bourbonese Qualk, τρεις εικοσάχρονοι αναρχοκαλλιτέχνες καταληψίες στο υπόστεγο ενός εγκαταλελειμμένου πενταόροφου κτιρίου στο, τότε ακόμα βιομηχανικό και αφημένο στην τύχη του, Camberwell, την πατρίδα των This Heat! και το γράφω επίτηδες, στο νότιο Λονδίνο. Αν σας έδωσα την εικόνα, μάλλον έχετε και τον ήχο. Όταν τελικά κυκλοφόρησε τέλη του 1983 από τους ίδιους στη δικιά τους Recloose Organisation records, ήρθε κι έδεσε με ό,τι πιο προχώ είχε τότε να επιδείξει η δυτική υποχθόνια μουσική σκηνή, αλλά όχι ακριβώς. Κολλάζ από προηχογραφημένα στιγμιότυπα, συνήθως με έκο έκο έκο, ενίοτε αφροτζαζφάνκ μπασογραμμές, πειραγμένα πολύρρυθμα κρουστά ή ρυθμομηχανές, όφφμπητ σύνθια ή σποραδικές ριπές από φήντμπακ, ένα κλαρινέτο εδώ μια κελαριστή κιθάρα εκεί, α βιολί πρέπει να ναι αυτό, ένα πιάνο στο πηγάδι έξω, σκόρπια υποχθόνια φωνητικά που κάτι δυσοίωνο λένε, δε μπορεί… Δυστοπικό νταμπ; Το ‘Laughing Afternoon’ είναι τόσο-και-ταυτόχρονα ωμό, ευφάνταστο, σφιχτοδεμένο, πολύπλοκο, οικονομικό και τελειομερές που καταντά πρωτόγνωρο, ιδιότυπο, αυθεντικό. Σας τον περιγράφω ως έναν από τους (πολλούς, μιλάμε για το ένδοξο ‘83) δίσκους αναφοράς της εποχής του κι ένα διαχρονικά ενδιαφέρον κι υποβλητικό άκουσμα. Ο δίσκος μάλλον απορροφήθηκε άμεσα, φαντάζομαι βγήκαν λίγες κόπιες και σε δισκάδικο στην Ελλάδα δεν τον έχω δει ποτέ. Ας ελπίσουμε ότι θα τον δω επιτέλους στις καινούργιες κυκλοφορίες σε όσα απέμειναν κι όχι στα μεταχειρισμένα (που ούτε καν).

 

Άρης Μπούρας
DMX Krew - Nu Romantix (Permanent Vacation)
Με περισσότερα από 25 χρόνια καριέρας, χωρίς όμως ποτέ να αγγίξει μεγάλα ακροατήρια ή να γίνει ιδιαίτερα διάσημος, ο Edward Upton, κυκλοφόρησε το 1998 το “Nu Romantix". Δίσκο προπομπό - μεταξύ άλλων - του electroclash κινήματος που ακολούθησε μετέπειτα, με 8 απολαυστικά κομμάτια synth-pop και old-school electro μουσικής. Το άλμπουμ που επέστρεψε 20 χρόνια μετά, μες στο 2018, σε remastered version από τον Lopazz (και μ’ ένα επιπρόσθετο instrumental κομμάτι), μετουσιώνει το ρομαντισμό των ‘80s και τους ζεστούς αναλογικούς ήχους των Kraftwerk σε κάτι εθιστικά καινούριο. Στα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι και η εκτέλεση του Cylob στο “I’m All Alone”, που φέρνει λίγο από τον ηλεκτρονικό ήχο της δισκογραφικής του Aphex Twin (βλέπε Rephlex).

 

Σταύρος Σταυρόπουλος
Ernesto Chahoud Presents TAITU Soul-Fuelled Stompers from 1960s-1970s Ethiopia (BBE)
Όταν ο Λιβανέζος Ernesto Chahoud άκουσε για πρώτη φορά το ‘Ewnetgna Feker’ της Hirut Bekele κάτι σκίρτησε μέσα του (ότι έπαθε δηλαδή κι ο γνωστός μας πλέον Christopher King με το Αρβανίτικο Μοιρολόι' του Κίτσου Χαρισιάδη). Μετά από εντατική ενασχόληση με τη μουσική της Αιθιοπίας κατάφερε να ταξιδέψει στην Addis Ababa και, μένοντας στο ξενοδοχείο Taitu, να οργώσει τα δισκοπωλεία της πόλης. Εδώ μας προσφέρει ένα απολαυστικό μάζεμα από δισκάκια άλλων εποχών τα οποία πατάνε σε κάθε είδος Δυτικής μουσικής, r&b, rock, jazz, funk, soul κ.λπ. Η καλύτερη συλλογή για το 2018, κάτι σαν post-dinner/early party μουσική χωρίς αυτό να εμπίπτει σε κακούς lounge συνειρμούς.

 

Μάριος Καρύδης
Millie Jackson - Exposed (Southbound)
Η Millie είναι μια soul performer της τάξης (και κλάσης) της Ann Peebles που ποτέ δεν πήρε τον εαυτό της στα σοβαρά, που πίστευε πως προκαλώντας με την ωμή σεξουαλικότητά της θα «έκρυβε» τα ανύπαρκτα φωνητικά της ψεγάδια. Αυτή η αδικία της στοίχισε μια μεγαλύτερη καριέρα στη δεκαετία του ’70 που η soul απελευθερώθηκε από τις στενές παρωπίδες του εμπορικού single και ακούστηκε περισσότερο στους δρόμους – όπου και γεννήθηκε. Η περσινή αποκατάσταση-remix μερικών μπομπινών της από τον Steve Levine δεν παραμορφώνει αλλά επικαιροποιεί με ευλάβεια την συμφωνική φύση του ήχου της, δίνοντας μια λουστραρισμένη ηχητική διαύγεια στις περίπλοκες ενορχηστρώσεις, φέρνοντάς τες έτσι φρέσκιες-φρέσκιες στα εκλεκτά (και σύγχρονων απαιτήσεων) αυτιά μας.

 

Χίλντα Παπαδημητρίου
Isaac Hayes - The Spirit of Memphis (1962-1976) (Stax)
Το ‘Spirit of Memphis’, μια κασετίνα με τέσσερα cd, περιέχει χαρακτηριστικά δείγματα από όλες τις φάσεις της καριέρας του Isaac Hayes στη Stax: σαν συνθέτης (συνεργαζόμενος με τον στιχουργό David Porter), σαν παραγωγός κι ενορχηστρωτής, σαν τραγουδιστής. Ο Hayes, πατώντας στην παράδοση του rhythm'n'blues, μελέτησε κι επεξεργάστηκε τις pop φόρμες της soul των '60s, δίνοντάς τους πνευματικότητα, πολιτική διάσταση και εκλεπτυσμένο ύφος — αυτό ακριβώς που διέκρινε τη Stax από τις περισσότερες άλλες μαύρες εταιρείες. Μετά την κυκλοφορία του ‘Hot Buttered Soul’ το 1969, ξεδίπλωσε όλες τις δυνατότητές του κι έγινε το σύμβολο της μαύρης μουσικής (και όχι μόνο) κοινότητας, ως το 1976 που χρεοκόπησε η Stax. Ήδη οι εποχές άλλαζαν, μετά την ήττα της Μαύρης Δύναμης. Ο Hayes μπορεί να ζήτησε τη σωτηρία του στη σαϊεντολογία και τον βιγκανισμό, οι δίσκοι του όμως δεν έπαψαν να προπαγανδίζουν τη μαύρη αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη, αλλά κυρίως την αληθινά μαύρη μουσική. Ευτυχώς προλάβαμε να τον δούμε στην Αθήνα, αυτόν τον Μαύρο Μωυσή της soul.

 

Νάνσυ Σταυρίδου
David Sylvian - Dead Bees on a Cake (Virgin EMI)
«Οι παλιές αγάπες πάνε στο εξώφυλλο», παραφράζοντας το γνωστό άλμπουμ των Πυξ Λαξ, για τις ανάγκες της επανέκδοσης του 5ου σόλο άλμπουμ του David Sylvian για 1η φορά σε βινύλιο την ημέρα της περσινής Record Store Day, με μια φωτογραφία που απεικονίζει υπέροχα την αμοιβαία τρυφερότητα μεταξύ του David Sylvian και της τότε συζύγου του Ingrid Chavez, η οποία εκτός από τη φωτογραφία, δάνεισε και τη φωνή της σε δύο κομμάτια. Διπλό λευκό βινύλιο λοιπόν, με ελαφρώς αλλαγμένο το tracklist και 4 bonus tracks που προσθέτουν μια πιο πειραματική και world fusion νότα στον κατά τα άλλα βατό μουσικά δίσκο του Sylvian, προετοιμάζοντάς μας για την μετέπειτα στροφή του στην avant garde (και κάπου εκεί εγώ τον έχασα). Μουσικά λοιπόν, κινείται σε lounge, θα έλεγα, μονοπάτια με jazz και ethnic αποχρώσεις και τη συμμετοχή εξαίρετων μουσικών , όπως ο γνώριμος συνεργάτης του Ryuichi Sakamoto και ο Talvin Singh με τα ιδιαίτερα κρουστά του. Το άλμπουμ κλείνει με το πανέμορφο “Darkest Dreaming” και κάπου εκεί το όνειρο τελειώνει.

 

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Ornette Coleman - The Atlantic Years (Atlantic, Rhino)
Επανεκδόθηκε το 2018 αυτή η κολοσσιαία έκδοση που περιέχει όλους τους δίσκους που εξέδωσε ο ...κολοσσός της τζαζ Ornette στην Atlantic. Δε μπορεί να είσαι θαυμαστής αυτής της μουσικής και να μην έχεις ακούσει κάποιο τουλάχιστον από αυτά τα ιστορικά άλμπουμ που τυχαίνει να είναι (τα πρώτα) και οι γεννήτορες της free jazz. Aς ακούσουμε στο μιξτέηπ το 17λεπτο first take του κομματιού που έδωσε το όνομα του σε μια από τις πιο επαναστατικές μουσικές που εφηύρε ο άνθρωπος.

 

Άρης Καραμπεάζης
Roland Kayn - Simultan (Die Schachtel)
Τρία LP, ένα box set που μόλις κυκλοφόρησε εξαφανίστηκε σχεδόν από παντού, από ένα όνομα που ελάχιστοι είχαν (είχαμε) ακούσει πριν αυτό κυκλοφορήσει. Ο όρος cybernetic music ήρθε κάπως αιφνιδιαστικά και απότομα στην μουσική μας επικαιρότητα και όσα διαβάσαμε στα εξαντλητικά liner notes δεν μας βοήθησαν και ιδιαίτερα, ούτε και ενίσχυσαν τη γνώση μας στη μηχανική. Σε κάθε επόμενη ακρόαση όμως το ‘Simultan’ πείθει ότι τα πράγματα από τους Kraftwerk μέχρι τους Trans X σίγουρα δεν ήταν ένα τσιγάρο δρόμος και παραπάνω από σίγουρα το τσιγάρο αυτό δεν το άναψε κάποιος τυχαία. Καλό κουράγιο σε όσους ασχοληθούν, υπάρχει λόγος πάντως.

 

00:00 Catherine Ribeiro & Alpes - 15 Août 1970
04:15 Ursula K. Le Guin & Todd Barton - Heron dance
07:59 Songs:Ohia - The black crow
15:04 The Jimi Hendrix Experience - Come οn (Let the good times roll)
19:10 Yung Wu - Shore leave
21:24 Wire - Ex lion tamer
23:51 Soft Drinks - Cinzano wet dreams
28:29 Dog Faced Hermans - Balloon girl
31:28 Omega Tribe - Profit
34:18 Swervedriver - The birds
37:20 Liz Phair - Never said
40:21 The Amps - Pacer
43:00 The Breeders - Iris
46:02 Bourbonese Qualk - God with us
51:14 DMX Crew - Mouse
53:46 Hirut Bekele - Ewnetegna feker
57:20 Millie Jackson - I cry
1:04:17 Isaac Hayes - Hyperbolicsyllabicsesquedalymistic
1:13:36 David Sylvian - Darkest dreaming
1:17:13 The Ornette Coleman Double Quartet - First Take
1:27:52 Roland Kayn - Μatrix (excerpt)